Υπάρχουν εκθέσεις που καταγράφουν την εποχή τους και άλλες που αναζητούν ό,τι κρύβεται κάτω από την επιφάνειά της, στα βαθύτερα στρώματα της συλλογικής μνήμης. Η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης Biennale της Βενετίας, με τίτλο In Minor Keys, ανήκει χωρίς αμφιβολία στις δεύτερες.
Η έκθεση φέρει τη σφραγίδα της Koyo Kouoh, της πρώτης Αφρικανής επιμελήτριας που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της διοργάνωσης. Όταν πέθανε πρόωρα τον Μάιο του 2025, αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί η έκθεση όπως ακριβώς την είχε φανταστεί και οργανώσει μαζί με τους συνεργάτες της, ολοκληρώνοντας την τελευταία της χειρονομία προς τον κόσμο, μια πνευματική διαθήκη που μας καλεί να ξανακοιτάξουμε όσα θεωρούσαμε δεδομένα.
Ο μουσικός όρος minor keys παραπέμπει στις ελάσσονες κλίμακες, στις τονικότητες της μελαγχολίας, της νοσταλγίας, της ενδοσκόπησης. Η Kouoh δανείζεται τη μουσική μεταφορά για να ορίσει μια διαφορετική στάση απέναντι στον κόσμο. Σε μια εποχή επιτάχυνσης, θορύβου και αδιάκοπης παραγωγής εικόνων, η έκθεση In Minor Keys μας καλεί να στραφούμε προς όσα συνήθως περνούν απαρατήρητα. Προς τις χειρονομίες της φροντίδας. Προς τη σοφία των κοινοτήτων. Προς τη μνήμη των υλικών. Προς τα φυτά που επιμένουν να φυτρώνουν μέσα στα ερείπια. Προς τις ιστορίες εκείνων που έμειναν για καιρό έξω από το κάδρο της Ιστορίας. Μένει σε απόσταση από τη θεαματικότητα των μεγάλων διεθνών διοργανώσεων και μας καλεί να επιβραδύνουμε, να παρατηρήσουμε, «να ακούσουμε», όπως σημείωνε η Kouoh, «τα επίμονα σήματα της γης και της ζωής».
Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της επιμελητικής αφήγησης είναι η μουσειογραφική προσέγγιση των Wolff Architects, οι οποίοι επιλέγουν την εμπειρία έναντι της οργάνωσης της γνώσης. Περπατώντας στους χώρους του Arsenale και στο Κεντρικό Περίπτερο στα Giardini, αισθάνεται κανείς ότι μετέχει σε μια μύηση. Κάθε αίθουσα γίνεται κατώφλι, κάθε έργο ανοίγει μια πύλη προς έναν άλλο τρόπο γνώσης και ύπαρξης. Τεράστια πανό σε indigo blue που κατεβαίνουν από την οροφή (1), μεγάλα τραπεζοειδή διαχωριστικά και βάσεις από χαρτόνι ondulé (2) που, μαζί με τα έργα τέχνης (3), σαν μια ενιαία εικαστική και αρχιτεκτονική σύνθεση, γεννούν περάσματα, ρυθμούς, παύσεις και φωτοσκιάσεις, σε διαρκή διάλογο με τους εκθεσιακούς χώρους και τα υλικά τους.
Η επιστροφή στην ύλη και στη χειροποίητη δημιουργία συνθέτει ένα από τα πιο δυνατά νήματα της φετινής Biennale. Ο Γάλλος ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss, ονόμαζε bricoleur εκείνον που δημιουργεί με ό,τι έχει στη διάθεσή του, συνδέοντας ετερόκλητα υλικά, μνήμες και εμπειρίες χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο. Σε καλλιτέχνες όπως ο Issa Samb, η Beverley Buchanan, ο Guadalupe Maravilla, ο Daniel Lind-Ramos (4) ή ο Mohammed Joha (5) αναγνωρίζουμε τέτοιους bricoleurs. Κομμάτια ξύλου, υφάσματα, εργαλεία και οργανικά κατάλοιπα δένονται μεταξύ τους και γεννούν νέες αφηγήσεις. Κάθε αντικείμενο κουβαλά ένα ίχνος ζωής, κάθε επιφάνεια κρατά τα σημάδια μιας προηγούμενης χρήσης και τα έργα μοιάζουν να συγκροτούνται μέσα από μια διαδικασία συλλογής, φροντίδας και επανανοηματοδότησης.
Ανάμεσα στα υλικά που επανέρχονται με ιδιαίτερη επιμονή, ο πηλός κατέχει προνομιακή θέση. Είναι η ίδια η γη που παίρνει μορφή (6 ,7).
Το γήινο στοιχείο κυριαρχεί στην έκθεση In Minor Keys. Δεν εκφράζεται μόνο μέσα από τον πηλό, το χώμα ή τα πετρώματα, αλλά κυρίως μέσα από την επίμονη παρουσία των φυτών, που αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές μιας νέας οικολογικής και συμβολικής αφήγησης. Άνθη, σπόροι, ρίζες, κορμοί, κλαδιά, φυτά ζωντανά και αποξηραμένα, ζωγραφισμένα, φωτογραφημένα, υφασμένα, κεραμικά, αρωματικά, εμφανίζονται όχι ως διακοσμητικά μοτίβα, αλλά ως φορείς μνήμης και διατήρησης (8). Οι «κήποι» της φετινής Biennale είναι τόποι αντίστασης (9), πένθους (10), αλλά και ανθεκτικότητας (11). Το πρόβλημα του Plantationocene που αναδεικνύεται έντονα –η σύνδεση της περιβαλλοντικής καταστροφής με τις φυτείες, τη μονοκαλλιέργεια και την καταναγκαστική εργασία–, υπενθυμίζει ότι η οικολογική κρίση συνδέεται άμεσα με την αποικιοκρατία, την εκμετάλλευση και τη βίαιη αναδιάρθρωση των τοπίων.
Όσο διεισδύουμε βαθύτερα στον νοηματικό πυρήνα της έκθεσης, γίνεται αισθητή μια διάχυτη αίσθηση ιερότητας, όχι κατ’ ανάγκην θρησκευτικής. Είναι η αίσθηση του δέους όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ανήκει σε ένα σύνολο μεγαλύτερο από τον εαυτό του, όταν παύει να στέκεται στο κέντρο του κόσμου και αναγνωρίζει τη θέση του σε ένα πλέγμα σχέσεων που τον υπερβαίνει. Η τελετή (12), η θεραπεία (13), η σχέση με τη φύση (14), είναι έννοιες που διατρέχουν την έκθεση, όχι ως ατομικές υποθέσεις, αλλά ως συλλογική μνήμη: τα τραύματα που άφησαν η αποικιοκρατία, η βία, η εξορία, η καταστροφή των οικοσυστημάτων, και η διαρκής ανάγκη να αποκατασταθούν δεσμοί που έσπασαν.
Η έκθεση In Minor Keys δεν αντιμετωπίζει αυτές τις έννοιες ως εξωτικά κατάλοιπα ενός προνεωτερικού παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές μορφές γνώσης, ως εναλλακτικούς τρόπους να κατανοήσει κανείς τον κόσμο. Ίσως, σε αυτή την πτυχή της έκθεσης να βρίσκεται και η πιο γόνιμη πλευρά της. Η «άγρια σκέψη», όπως την όρισε ο Lévi-Strauss, μοιάζει να διατρέχει αόρατα ολόκληρη την αφήγηση. Ο Γάλλος ανθρωπολόγος υποστήριζε ότι οι κοινωνίες που η Δύση ονόμασε «πρωτόγονες» σκέφτονται διαφορετικά –όχι όμως λιγότερο σύνθετα– από τις λεγόμενες «πολιτισμένες» κοινωνίες. Οργανώνουν τον κόσμο μέσα από σχέσεις, αναλογίες και μεταμορφώσεις, και τοποθετούν τον άνθρωπο μέσα στη φύση, ως μέρος της.
Το ζήτημα των σχέσεων επανέρχεται διαρκώς στην επιμελητική αφήγηση. Σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα, στη ζωή και τον θάνατο, στη φύση και τον πολιτισμό, στον ορατό και τον αόρατο κόσμο. Ο Lévi-Strauss περιέγραψε την ανθρώπινη σκέψη ως μια αδιάκοπη προσπάθεια να γεφυρωθούν οι αντιθέσεις. Σε κάθε μύθο, σε κάθε τελετουργία, σε κάθε σύστημα συμβόλων υπάρχει ένας μεσολαβητής που ανοίγει το πέρασμα από το ένα πεδίο στο άλλο, ένα πλάσμα, ένα αντικείμενο ή μια μορφή που ενώνει ό,τι μοιάζει ασύμβατο. Στη έκθεση In Minor Keys οι μεσολαβητές αυτοί είναι παντού. Στις μάσκες, στα κοσμήματα, στα υβριδικά σώματα, στις (γυναικείες) θεότητες, στους φύλακες της γης. Πολλές από τις μορφές που συναντά κανείς βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση (11), δεν ανήκουν ολοκληρωτικά ούτε στον κόσμο της φύσης, ούτε στον κόσμο του πολιτισμού. Κατοικούν σε αυτό που οι ανθρωπολόγοι ονομάζουν liminal space, τον χώρο του κατωφλιού.
Η ίδια η έκθεση λειτουργεί σαν κατώφλι, σαν χώρος μετάβασης όπου καλούμαστε να αφήσουμε, έστω για λίγο, τις βεβαιότητες που οργανώνουν την καθημερινή μας ματιά. Η επιλογή της Koyo Kouoh να δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε καλλιτέχνες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου –της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής–, ξεπερνά την απλή γεωγραφική διεύρυνση ή εκπροσώπηση. Μετατοπίζει συνειδητά το κέντρο βάρους της αφήγησης και επιχειρεί να ακουστούν κοσμοαντιλήψεις που παρέμειναν επί μακρόν στο περιθώριο του δυτικού καλλιτεχνικού κανόνα.
Παράλληλα, η ίδια η ζωή των δημιουργών αποκτά βαρύτητα. Είναι πρόσωπα που κουβαλούν τη μνήμη της αποικιοκρατίας, του εκτοπισμού, της βίας, του αποκλεισμού, της καταπίεσης, της πολιτισμικής επιβίωσης. Συχνά είναι θεραπευτές, σαμάνοι, θεματοφύλακες μιας γνώσης που η νεωτερικότητα περιόρισε ή αποσιώπησε, ακτιβιστές, καθοδηγητές. Η προσωπική τους διαδρομή γίνεται κομμάτι του έργου τους, ο τόπος από τον οποίο αντλεί τη νομιμοποίηση και τη δύναμη της μαρτυρίας του.
Σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα σημαντική η ισχυρή γυναικεία εκπροσώπηση, καθώς και η παρουσία έργων γυναικείων μορφών και κοσμολογιών (16, 17, 18). Μέσα από τα έργα αυτά αναδύεται μια αρχέγονη θηλυκή δύναμη, που επιβιώνει κάτω από τα στρώματα του πολιτισμού και της κοινωνικής πειθαρχίας, και επιστρέφει με διαφορετικά ονόματα σε κάθε πολιτισμό: Μητέρα, Δημιουργός, Θεραπεύτρια, Γνώστρια, Ιέρεια.
Το In Minor Keys δεν προσφέρει και δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις, ούτε φιλοδοξεί να γίνει μανιφέστο. Μας θυμίζει πως η τέχνη δεν χρειάζεται πάντα να φωνάζει για να ακουστεί, πως οι πιο ουσιαστικές μεταμορφώσεις συντελούνται συχνά αθόρυβα, όπως το νερό διαβρώνει την πέτρα, όπως η ρίζα μεγαλώνει στο σκοτάδι, όπως το τραύμα επουλώνεται.
Φεύγοντας από την Βενετία, δεν κουβαλά κανείς μαζί του μόνο εικόνες έργων. Κουβαλά την αίσθηση πως για λίγο μετείχε σε μια συλλογική τελετουργία μνήμης και επανένωσης. Μια τελετουργία που δεν υπόσχεται λύσεις, ούτε βεβαιότητες, παρά κάτι ίσως πιο πολύτιμο, τη δυνατότητα να φανταστούμε ξανά τη σχέση μας με τον κόσμο. Και μέσα στις ταραγμένες συνθήκες του παρόντος, αυτή η δυνατότητα είναι ήδη μια βαθιά πολιτική πράξη.