Γράφει ο Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, «παιδίν της εισβολής»
Οι Έλληνες (Κύπριοι και Ελλαδίτες) αγνοούμενοι ήταν αρχικά 1619, μεταξύ των οποίων 36 παιδιά όλων των ηλικιών. Στους αγνοούμενους περιλαμβάνονταν και άτομα για τα οποία υπήρχαν μαρτυρίες διασωθέντων ότι είχαν εκτελεστεί αλλά η Τουρκία αρνούνταν να συνεργαστεί προκειμένου να υποδειχθεί ο χώρος ταφής τους και να αποδοθούν τα λείψανα στους συγγενείς τους. Γενικότερα, η Τουρκία δεν αναγνώριζε την ύπαρξή τους και δεν επέτρεπε τη διεξαγωγή ερευνών για διακρίβωση της τύχης τους.
Ακόμη κι όταν συμφώνησε το 1981 να συνεργαστεί με την Κυπριακή Δημοκρατία ως προς το ζήτημα, στην ουσία εμπόδιζε τις έρευνες, με αποτέλεσμα, ο πρώτος αγνοούμενος να εντοπιστεί νεκρός μόλις το 1994 (είκοσι χρόνια μετά την εισβολή!) και αυτό μόνο χάρη στην παρέμβαση του αμερικανικού κογκρέσου διότι ο 17χρονος αγνοούμενος Ανδρέας Κασάπης είχε διαβατήριο ΗΠΑ.
Το 2001, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ένοχη την Τουρκία για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο στη διάρκεια της εισβολής όσο και στη συνέχεια. Οι εργασίες, ωστόσο, για τον εντοπισμό των λειψάνων των αγνοουμένων ξεκίνησαν συστηματικά το 2006, δηλαδή 32 χρόνια μετά την εισβολή!
Έως σήμερα (Ιούλιος 2026), έχουν ανευρεθεί και ταυτοποιηθεί με τη μέθοδο DNA 859 αγνοούμενοι και μένουν άλλοι 760. Από τα 36 παιδιά όμως, έχουν ανευρεθεί μόνο οι σοροί των 20, από έξι μηνών έως 17 χρονών. Απομένει η διακρίβωση της τύχης των υπόλοιπων 16 παιδιών. Στις 14 Ιανουαρίου 2024, πενήντα χρόνια μετά την εισβολή, εγκαινιάστηκε το «πάρκο των αγνοούμενων παιδιών» στον Δήμο Στροβόλου Λευκωσίας όπου αναγράφονται τα ονόματά τους για να μην ξεχαστούν ποτέ.
Τότε, ακριβώς κηδεύτηκε και ο 20χρονος στρατιώτης Ευάγγελος Ευαγγέλου, επίσης αγνοούμενος της εισβολής, που τα οστά του ανευρέθηκαν, αναγνωρίστηκαν με τη μέθοδο DNA και παραδόθηκαν στους οικείους του για να ταφεί. Σκοτώθηκε μαζί με άλλους 30 στρατιώτες του Λόχου του, του 70 τάγματος Μηχανικού, από τους 53 συνολικά που δέχτηκαν επίθεση στις 6 Αυγούστου 1974 κι ενώ ίσχυε, υποτίθεται η εκεχειρία. Το γεγονός αναφέρεται ως ενδεικτικό του χαρακτήρα της τουρκικής εισβολής αλλά και του πολύχρονου κι επίπονου αγώνα για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων.
Οι Ελλαδίτες αγνοούμενοι της εισβολής είναι 77 από τους οποίους έχουν ανευρεθεί τα οστά των 40. Άλλοι 40 είναι οι αγνοούμενοι Ελλαδίτες της περιόδου 1963-1964 που ξεκίνησε ως μία από καιρό προετοιμασμένη ένοπλη ανταρσία των Τουρκοκυπρίων με τη στρατιωτική συνδρομή της Τουρκίας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Δεκέμβριο του 1963, και κατέληξε με τον βομβαρδισμό της Τυλληρίας στη ΒΔ Κύπρο, τον Αύγουστο του 1964. Από αυτούς έχουν εντοπιστεί τα οστά των 18. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι στρατιωτικοί, αξιωματικοί και οπλίτες της ΕΛΔΥΚ ή στελέχη της κυπριακής Εθνοφρουράς καθώς αναφέρονται και ελάχιστοι πολίτες της Ελλάδας που έτυχε να βρεθούν στην Κύπρο στη διάρκεια των συγκρούσεων.
Μία από τις συγκλονιστικότερες πλευρές του ζητήματος είναι οι κηδείες των ανευρεθέντων λειψάνων των αγνοουμένων που τελούνται σχεδόν κάθε μήνα τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια και συνεχίζονται όσο αποδίδουν τους μακάβριους καρπούς τους οι έστω και μετά τουρκικών εμποδίων έρευνες. Την 1η Μαρτίου 2026 κηδεύτηκε ο Θεόδωρος Αδάμου Κουμή (Βακλάς), έφεδρος πυροβολητής της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, που σκοτώθηκε στις 23 Ιουλίου 1974, όταν η μονάδα του έμεινε χωρίς κάλυψη και παρά τις εκκλήσεις να δοθεί εντολή υποχώρησης, περικυκλώθηκε από τουρκικές δυνάμεις πεζικού και καταδρομών υποστηριζόμενες από άρματα μάχης. Η τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε την πρώτη μέρα της εκεχειρίας που ίσχυε από το μεσημέρι της προηγούμενης, 22 Ιουλίου, και καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι νεαροί Κύπριοι πυροβολητές δεν μπορούσαν να αντιτάξουν σοβαρή αντίσταση με τα ατομικά τους τυφέκια καθώς τα πυροβόλα τους προορίζονταν για βολές μεγάλων αποστάσεων. Ο διοικητής της μοίρας, αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής, 53 ετών, από τη Θεσσαλονίκη με καταγωγή από την ανατολική Θράκη, έπεσε μαχόμενος και τα οστά του ανευρέθηκαν το 2011. Μετά την ασυγχώρητη και ακατανόητη άρνηση των ανωτέρων του, της χουντικής διοίκησης, να εγκρίνουν την υποχώρηση της μοίρας σε ασφαλέστερο σημείο, ο Καλμπουρτζής διέταξε τους στρατιώτες του να καταφύγουν σε ασφαλέστερο σημείο ενώ ο ίδιος θα παρέμενε με μικρή δύναμη για να τους καλύψει, αλλά ήταν πλέον αργά. Ο απολογισμός της τουρκικής επίθεσης ήταν 37 νεκροί και δεκάδες άλλοι αγνοούμενοι της 181 ΜΠΠ.
Την Κυριακή 15 Μαρτίου 2026 τελέστηκε η κηδεία του μέχρι πρότινος αγνοούμενου στρατιώτη Νίκου Ιωάννου Βιολάρη του 70 Τάγματος Μηχανικού από το Καλό Χωριό Ορεινής, που έπεσε πολεμώντας στις 6 Αυγούστου του 1974 στη μάχη της Λαπήθου που επίσης διεξήχθη κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας που τόσο δόλια εκμεταλλεύτηκε η Τουρκία για να επεκτείνει το αρχικό της προγεφύρωμα και να αποβιβάσει ισχυρές δυνάμεις. Το ίδιο διάστημα, καμία βοήθεια δεν εστάλη στην Κύπρο από την Ελλάδα. Εξάλλου, επισήμως η Ελλάδα δεν συγκρούστηκε πολεμικά με την Τουρκία το 1974 …
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων, ο αρχικός αριθμός τους, ανερχόταν στους 492 από τους οποίους οι 213 ήταν αγνοούμενοι της τουρκικής ανταρσίας του 1963-1964. Σήμερα παραμένουν αγνοούμενοι 100 περίπου Τουρκοκύπριοι του 1974 και 95 του 1963-1964. Η αφερεγγυότητα των τουρκικών αρχών δεν επιτρέπει την επιβεβαίωση των παραπάνω αριθμών των Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων καθώς, όπως αποδείχτηκε αργότερα, τη δεκαετία του 1960, εγκλήματα σε βάρος τους που διαπράχθηκαν από τις τουρκοκυπριακές τρομοκρατικές οργανώσεις ή κι από μεμονωμένους πολίτες, είχαν αρχικά αποδοθεί στην ελληνική πλευρά. Αυτό δεν ακυρώνει την ύπαρξη Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων ούτε τη διάπραξη από ελληνικής πλευράς, έστω και σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σχέση με αυτά της τουρκικής, εγκλημάτων σε βάρος τους, κυρίως κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974. Ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων Τουρκοκυπρίων, 210 με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σημειώθηκε στις 14 Αυγούστου, τη μέρα που ξεκίνησε ο λεγόμενος δεύτερος Αττίλας που οδήγησε στην κατάληψη του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, στα χωριά Μαράθα, Σανταλάρη και Αλόα στην κατεχόμενη σήμερα περιοχή της επαρχίας Αμμοχώστου και του τότε μεικτού χωριού Τόχνη της επαρχίας Λάρνακας.
Παρά τη διαχρονική συνεργασία των Τουρκοκυπρίων με τους κατακτητές (αρχικά με τους Οθωμανούς με τους οποίους ταυτίστηκαν ασπαζόμενοι το Ισλάμ, αργότερα με τους Βρετανούς οι οποίοι τους εξόπλισαν εναντίον της ΕΟΚΑ και στη συνέχεια με τη μαζική τους στράτευση στις τρομοκρατικές οργανώσεις ΤΜΤ και Βολκάν), είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να αποδοθούν ευθύνες για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από Ελληνοκύπριους παραστρατιωτικούς σε βάρος Τουρκοκυπρίων αμάχων. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι σωστό να συμψηφίζονται αυτά με τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού και των Τουρκοκυπρίων ενόπλων ούτε ως προς την έκταση ούτε ως προς τη διάρκεια, ούτε ως προς το εύρος των ωμοτήτων (φόνοι, εκτελέσεις αιχμαλώτων στρατιωτών, βιασμοί, βασανιστήρια, απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στρατιωτικών και παράνομη κράτηση και κακοποίηση πολιτών, λεηλασίες, καταστροφές μνημείων, διαρπαγές περιουσιών, εθνοκάθαρση) αφού αυτές συνόδευαν κάθε κίνηση των κατακτητών· το δε κύριο έγκλημα, αυτό της κατοχής συνεχίζεται. Ούτε πρέπει να ταυτίζεται ο θύτης (η Τουρκία) με το θύμα στο Κυπριακό Ζήτημα στο πλαίσιο μιας νοσηρής λογικής αυτομαστιγώματος (του περίφημου: εκάμαμεν τσι εμείς πολλά) προκειμένου να απαλλαγεί τελικά η Τουρκία από τις ευθύνες της στο Κυπριακό και να γίνει αποδεκτή μία λύση που αντί για τους Κυπρίους θα δικαιώνει την κατοχική δύναμη, όπως επιδιώκουν τόσο η Τουρκία όσο, δυστυχώς, και κάποιοι ημέτεροι. Ούτε όμως θα πρέπει η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών από ελληνικής πλευράς να αναμένει αντίστοιχη πρωτοβουλία από πλευράς των κατακτητών. Δεν είναι αυτή η πλευρά που πρέπει να φοβάται την αλήθεια· αντίθετα, θα πρέπει να την επιδιώκει προκειμένου να υπάρξει δίκαιη λύση συνολικά στο Κυπριακό.
Κλείνουμε αυτό το αναγκαστικά συνοπτικό σημείωμα, με την επισήμανση ότι το Κυπριακό Ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς την προηγούμενη επίλυση του ανθρωπιστικού ζητήματος των αγνοουμένων γιατί αφορά τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη και την απαραίτητη διαφάνεια που πρέπει να χαρακτηρίζει την επανένωση του νησιού υπό μία ενιαία πολιτική διοίκηση, αλλά και την έμπρακτη βούληση της Τουρκίας να επιτρέπει στους νόμιμους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας να λειτουργούν ως πολίτες ανεξάρτητου κράτους. Η Τουρκία όμως πέραν της άρνησής της να τερματιστεί η κατοχή, τον εποικισμό των κατεχομένων και τις συνεχείς καταγγελίες της ελληνικής πλευράς για …μονομερείς ενέργειες (στη λογική του φωνάζει ο κλέφτης να φύγει ο νοικοκύρης) επιμένει στη μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ βάσει του αφηγήματός της η επιχείρηση Αττίλας (1 και 2) ήταν ειρηνευτική. Έως ότου όμως υποχρεωθεί η κατοχική δύναμη να μεταβάλει στάση, οι συγγενείς των αγνοουμένων και η ίδια η τραγική μοίρα κάθε αγνοούμενου της Κύπρου ξεχωριστά θα υπενθυμίζουν ότι το πρόβλημα υφίσταται, ότι αποτελεί ένα συνεχιζόμενο έγκλημα κι ότι την κύρια ευθύνη γι’αυτό φέρει η Τουρκία.