I. Ζούμε και κινούμαστε στo πλαίσιο συγκεκριμένων τοπικών κοινωνιών και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιμετωπίζουμε τις προβληματικές καταστάσεις που δημιουργεί το εγκληματικό φαινόμενο. Για αυτόν τον λόγο η στοχευμένη δράση κατά της εγκληματικότητας σε τοπικό επίπεδο θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μέσα από την ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στην χάραξη και την υλοποίησή της εγκληματοπροληπτικής πολιτικής (Ζαραφωνίτου, 2003; Zarafonitou, 2003).
Το πλαίσιο εμπλοκής της τοπικής κοινωνίας σε εγκληματοπροληπτικές δράσεις δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως στατικό και αμετάβλητο. Αντίθετα, αποτελεί μια δυναμική διεργασία που ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες, όπως επίσης και σε κοινωνικά, περιβαλλοντικά, πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, τα οποία βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ώστε να ανταποκρίνεται σε συνθήκες και υποκείμενα που συνθέτουν το κοινωνικό πεδίο και τις ιδιαιτερότητες του ζωτικού χώρου κάθε περιοχής. Ως εκ τούτου, τα αναφυόμενα ζητήματα εγκληματοπροληπτικής πολιτικής δεν θα πρέπει να προσεγγίζονται στατικά, αλλά ως μεταβαλλόμενες καταστάσεις, ως αποτέλεσμα δηλαδή αλληλεπίδρασης διαφόρων παραμέτρων του ζωτικού χώρου και των υποκειμένων που τον συνθέτουν.
Δεδομένου ότι η φιλοσοφία της συμμετοχικής αντεγκληματικής πολιτικής εκκινεί από την ολιστική προσέγγιση του βιοτικού-ζωτικού χώρου και των αλληλεπιδρώντων παραγόντων και συνθηκών, που συνδιαμορφώνουν την ποιότητα της ζωής μας στις πόλεις, η ορθολογική υλοποίηση συμμετοχικών αντεγκληματικών δράσεων νοείται μόνο σε ένα διοικητικά και πολιτικά αποκεντρωμένο σύστημα, δηλαδή σε τοπικό (δημοτικό) επίπεδο, το οποίο βρίσκεται σε αλληλοεπίδραση με το περιφερειακό και εθνικό, όπου τα δύο τελευταία αποκτούν σε διαφορετικό βαθμό επιτελικό χαρακτήρα στα πλαίσια μιας δημοκρατικής συγκρότησης, διάρθρωσης και λειτουργίας.
Στο πλαίσιο αυτό η έννοια της αποκέντρωσης στην αντεγκληματική πολιτική προσεγγίζεται όχι μόνον με διοικητικούς, αλλά πρωτίστως και ουσιαστικά με πολιτικούς όρους σε σχέση με παραμέτρους που σχετίζονται με την κοινωνική συμμετοχή, τον κοινωνικό σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιοποίηση των οικονομικών, φυσικών και ανθρώπινων πόρων.
II. Τα τοπικά σχέδια εγκληματοπροληπτικής πολιτικής εντάσσονται στο πλαίσιο μιας συμμετοχικής αντεγκληματικής πολιτικής με επίκεντρο την τοπική κοινότητα και την ανάπτυξή της. Με τα τοπικά σχέδια εγκληματοπροληπτικής πολιτικής και την ουσιαστική και ενεργό ανάμειξη της τοπικής κοινωνίας και την υπεύθυνη συμμετοχή των πολιτών στη χάραξη και υλοποίηση της αντεγκληματικής πολιτικής, επιτυγχάνεται η συμπαραγωγή, η συνδιαχείριση και η συνυπευθυνότητα σε τοπικό επίπεδο στην αντιμετώπιση της μικρής και μεσαίας βαρύτητας εγκληματικότητας (Ζαραφωνίτου, Καραγιαννίδης, Κοντοπούλου, 2022).
Τα τοπικά σχέδια εγκληματοπροληπτικής πολιτικής, ευρισκόμενα στον αντίποδα του παραδοσιακού κρατικοκεντρικού και συγκεντρωτικού προτύπου οργάνωσης της πολιτειακής αντεγκληματικής δράσης, στηρίζονται στη συνολική και συλλογική δράση των πολιτών και στην ενεργοποίηση και συμμετοχή τους σε επίπεδο κοινότητας. Αφετηρία και επίκεντρο της προληπτικής στρατηγικής δεν είναι το έγκλημα αυτό καθ’ αυτό, αλλά η ανάπτυξη της τοπικής κοινότητας, η οποία συνδυάζει τη διοικητική αποκέντρωση και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης με την εμπλοκή των πολιτών στη διαχείριση των προβλημάτων στο πλαίσιο της συμμετοχικής δημοκρατίας (πολιτική της εγγύτητας, διεταιρικότητα, συνδιαχείρηση, κοινοτική πρόληψη).
III. Η ενεργός συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στην πρόληψη του εγκλήματος, είναι ικανή να περιορίσει τις κατασταλτικές και τιμωρητικές πρακτικές που χαράσσονται σε εθνικό επίπεδο από την κεντρική διοίκηση και να αυξήσει την πίεση για λήψη μέτρων και υιοθέτηση δομικών λύσεων απέναντι στο έγκλημα. Η συμβολή των τοπικών σχεδίων κρίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη από την στιγμή που η συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική υλοποιείται σε κοινοτικό επίπεδο, δηλαδή σε επίπεδο πόλης ή επίπεδο γειτονιάς, στο πλαίσιο δηλαδή όπου εμφανίζονται και αναπτύσσονται προβληματικές κοινωνικές καταστάσεις που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την εγκληματικότητα (Καραγιαννίδης, 2011).
Η σημασία της παραμέτρου της ενεργού συμμετοχής της τοπικής κοινωνίας κατά την χάραξη και υλοποίηση της αντεγκληματικής πολιτικής στην επιτυχία της πρόληψης του εγκλήματος είναι δεδομένη, αν ληφθεί υπόψη ότι τα μέλη της τοπικής κοινωνίας έχουν την δυνατότητα να συμβάλλουν στην πρόληψη της εγκληματικότητας από τη στιγμή που βρίσκονται (κατοικούν ή εργάζονται) στην συγκεκριμένη περιοχή, αλλά και το συμφέρον να το πράξουν, δεδομένου ότι αυτά είναι κατά κύριο λόγο τα θύματα των εγκλημάτων ή τα εν δυνάμει θύματα. Περαιτέρω, η ίδια η ζωή, η μορφή και ο ρυθμός της κοινωνικής συμβίωσης στα πλαίσια της τοπικής κοινωνίας καθορίζονται και διαμορφώνονται από τη δράση των μελών της τοπικής κοινωνίας, τα οποία γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητές της και τις τοπικές προτεραιότητες και είναι σε θέση να προτείνουν βιώσιμες λύσεις για την αναδιοργάνωση του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση των εγκληματογόνων συνθηκών.
Με τα τοπικά σχέδια εγκληματοπροληπτικής πολιτικής οι δημόσιοι χώροι ανακτούν τον προορισμό τους ως τόποι ένταξης και κοινωνικής συνοχής αποπνέοντας μια αίσθηση ταύτισης και κοινωνικής ευθύνης. Επιπρόσθετα, ο αντεγκληματικός σχεδιασμός αποκτά κύρος και αξιοπιστία και αποδέχεται την ισότητα των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, ενώ η συνολική οργανωτική και διοικητική αποτελεσματικότητα του αντεγκληματικού σχεδιασμού ενισχύεται με την εκχώρηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων σε θεσμικές δομές εγγύτερες προς τον πολίτη, όπως είναι για παράδειγμα τα Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης της Παραβατικότητας (ΤοΣΠΠα), οι στεγαστικές και κοινωνικές υπηρεσίες, οι φορείς προστασίας ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, τα συμβουλευτικά κέντρα, οι υπηρεσίες του συστήματος δημόσιας υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης κ.ά. (Καραγιαννίδης, 2022).
IV. Τα τοπικά σχέδια εγκληματοπροληπτικής πολιτικής, όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, αποτελούν μια αποτελεσματικότερη, λιγότερο δαπανηρή, περισσότερο αποκεντρωμένη και δημοκρατικότερη μορφή πρακτικής πρόληψης του εγκλήματος σε σχέση με την ποινική κατασταλτική λειτουργία του κράτους. Η αντεγκληματική πολιτική στο πλαίσιο του συμμετοχικού αντεγκληματικού σχεδιασμού διακατέχεται από την αναγκαιότητα κάλυψης των πραγματικών αναγκών του πληθυσμού, την παρέμβαση στα αίτια των ατομικών και συλλογικών κρίσιμων ζητημάτων και την δημιουργία συνθηκών κοινωνικής συμμετοχής και ενεργητικής παρέμβασης της τοπικής κοινωνίας (Πανούσης, 1993).
Λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική πραγματικότητα διαπιστώνουμε όμως ότι η έννοια της αποκέντρωσης στα πλαίσια της διοικητικής διάθρωσης της χώρας σε τοπικό επίπεδο εννοείται αποκλειστικά με τεχνικούς και όχι πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, δηλαδή δημιουργίας πολιτικών συνθηκών κοινωνικής συμμετοχής, διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου, αναπαράγοντας έτσι παθογένειες του κεντρικού πολιτικού συστήματος, όπως τον συγκεντρωτισμό και την αδιαφάνεια σε τοπικό επίπεδο με όλες τις αρνητικές εμπειρίες και ανασταλτικές επιπτώσεις στη δημοκρατική λειτουργία, τη διαφάνεια και την τοπική κοινωνική ανάπτυξη.
Συνεπώς, για την ανάπτυξη των αποκεντρωτικών αντεγκληματικών πολιτικών, θεσμών και δράσεων σε τοπικό επίπεδο, θα πρέπει η έννοια της αποκέντρωσης να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, με έμφαση στην διασφάλιση συνθηκών και θεσμών αποσυγκέντρωσης της εξουσίας, των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, των δράσεων, ενισχύοντας την δημοκρατικοποίηση, την κοινωνική συμμετοχή και τον κοινωνικό έλεγχο στην διεργασία κοινωνικής ανάπτυξης.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Zarafonitou, Ch. (2003). “New tendencies in prevention policy in Greece: Local Crime Prevention Councils and the partnership model”. Στο: Α. Μαγγανάς (Επιμ). Τιμητικός Τόμος για την Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, Τόμος Β’, Αθήνα, Bruxelles: Νομική Βιβλιοθήκη, Bruyland, σελ. 1563-1573.
Ζαραφωνίτου, Χ. (2003). Πρόληψη της Εγκληματικότητας σε Τοπικό Επίπεδο. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Ζαραφωνίτου, Χ., Καραγιαννίδης, Χ., Κοντοπούλου, Ε. (2022). «Τοπικές πολιτικές πρόληψης του εγκλήματος και ποιότητα ζωής». Διάλογοι στη Δημόσια Διοίκηση, ηλεκτρονικό περιοδικό του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, τ. 3, Δεκέμβριος 2022, σελ. 58-74.
Καραγιαννίδης, Χ. (2011). Προς μια συμμετοχική αντεγκληματική πολιτική. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Καραγιαννίδης, Χ. (2022). Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης Εγκληματικότητας – Τάσεις, Προκλήσεις και Προοπτικές από την εφαρμογή του θεσμού σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση. Σειρά Ποινικά, Τόμος Νο. 98. Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Πανούσης, Γ. (1993). Έγκλημα και Τοπική Κοινωνία, Εγκληματο-Λογικά 1, Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.