Η αποκέντρωση, η αποσυμφόρηση της πρωτεύουσας και η αναγέννηση των περιφερειών της χώρας έχουν αρχίσει δειλά δειλά να τίθενται εκ νέου στην πολιτική ατζέντα. Αυτό συμβαίνει διότι μέσα σε ένα περιβάλλον επάλληλων κρίσεων, γεωπολιτικής αστάθειας, κλιματικής αλλαγής, μετάβασης σε κατάσταση δημογραφικής συρρίκνωσης και γήρανσης, η μονοκεντρική χωρική οργάνωση της χώρας αποδεικνύεται ότι δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα βιωσιμότητας
Ένα σύντομο χρονικό
Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 – αρχές της δεκαετίας του 1990 που ήταν έντονη η συζήτηση, όταν η Αθήνα βίωνε ένα τέλμα, και με την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ κυρίως η Βόρεια Ελλάδα έδειχνε να αποκαθιστά την φυσική της ενδοχώρα στον Βορρά.
Ένας συνδυασμός γεωπολιτικών εξελίξεων, πολιτικών επιλογών και της προσήλωσης των κυρίαρχων κοινωνικών και οικονομικών δρώντων σε μια παρασιτική λογική συνέβαλε ώστε να μην ευοδωθεί αυτή η δυναμική. Πήγαμε έτσι, λοιπόν, σε ένα μοντέλο αθηναϊκής μεγάπολης, το οποίο ενθαρρύνθηκε αποφασιστικά από την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, την ίδια στιγμή που πλην των τουριστικών κέντρων η υπόλοιπη χώρα βίωνε αποβιομηχάνιση, γήρανση, και εγκατάλειψη υποδομών.
Η ελληνική χρεοκοπία κατέδειξε το μη βιώσιμο του συγκεκριμένου μοντέλου. Η μητροπολιτική οικονομία της Αθήνας εμφανίζει ένα βαθύ παραγωγικό έλλειμμα: σύμφωνα με παλαιότερες εκτιμήσεις, για κάθε μονάδα προϊόντος που παράγει καταναλώνει περίπου τρεις, καλύπτοντας τη διαφορά μέσω εισροών από την υπόλοιπη χώρα και το εξωτερικό. Όσο, επομένως, μια τέτοια ελλειμματική οικονομική δομή διατηρεί το σημερινό της βάρος στο σύνολο της χώρας, τόσο το ίδιο πρότυπο αναπαράγεται και σε εθνική κλίμακα. Το αποτέλεσμα είναι η επίταση του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο και η διατήρηση του «αβαθούς» χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας: του χαμηλού βαθμού πολυπλοκότητάς της και του περιορισμένου αποτυπώματος δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Επιπρόσθετα ζητήματα βιωσιμότητας: κλιματική αλλαγή, δημογραφικό, κόστος ζωής
Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων πρόσθεσαν νέες διαστάσεις στην κρίση του υφιστάμενου χωρικού προτύπου οργάνωσης της χώρας.
Μια κατηγορία από μόνη της είναι η κλιματική αλλαγή. Ο οικιστικός κορεσμός του Λεκανοπεδίου το καθιστά εξαιρετικά ευάλωτο σε πλημμύρες, καύσωνες, σφοδρές πυρκαγιές όπως έχουν διαπιστώσει οι κάτοικοί του τα τελευταία χρόνια. Οι υποδομές πιέζονται, το οικολογικό κόστος αυξάνει. Στην εποχή της κλιματικής ανισορροπίας οι δεινόσαυροι ασθμαίνουν, και αναμφίβολα, η Αττική μεγάπολη είναι ένα δεινοσαυρικό σύστημα.
Ας δούμε το φαινόμενο της ‘θερμικής νησίδας’ όπου σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για το Κλίμα και την Υγεία η Αθήνα κατατάσσεται σε εκείνη την ειδική κατηγορία ευρωπαϊκών πόλεων όπου σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού εκτίθεται σε αυτό. Διαφορές θερμοκρασίας μεταξύ των οικιστικών πυκνώσεων, και των πιο αραιοκατοικημένων περιοχών του Λεκανοπεδίου, έχουν καταγραφεί να φτάνουν και τους 10οC. Η δε απώλεια οικονομικού προϊόντος από τη μειωμένη απόδοση των εργαζομένων εξαιτίας της ζέστης ανέρχεται σήμερα σε περίπου 91,4 εκατ.€ ετησίως.
Αξίζει επίσης, να σχολιάσουμε την σχέση μεταξύ υποδομών ύδρευσης και λειψυδρίας. Το σχέδιο για την μακροπρόθεσμη θωράκιση της Αττικής περιλαμβάνει την μερική εκτροπή των ποταμών Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο. Έχουμε, δηλαδή, ήδη φτάσει στα… Άγραφα προκειμένου να υπηρετηθεί ο αττικός υδροκεφαλισμός.
Η ακρίβεια ή το στεγαστικό ζήτημα αποτελούν επιπλέον κρίσιμες παραμέτρους. Η υπερσυσσώρευση πληθυσμού προκαλεί τις περίφημες αντιοικονομίες κλίμακας, και άρα λειτουργεί πολλαπλασιαστικά ως προς τα φαινόμενα αυτά. Ας πάρουμε το στεγαστικό: σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ των Tarak Jardak και Summer Cai (Inside Greece’s Housing Affordability Paradoxes) η διάμεση ζητούμενη τιμή ενοικίασης στην Αττική ανερχόταν στα 785€, έναντι 575€ για το σύνολο της χώρας.
Το δε συνολικότερο κόστος ζωής, επιβαρύνεται περαιτέρω στην Αθήνα καθώς υψηλότερες τιμές και της επαγγελματικής στέγης, η κυκλοφοριακή συμφόρηση και η υπερφόρτωση των αστικών υποδομών μετακυλίονται τελικά στους τελικούς χρήστες.
Το χαρακτηριστικότερο από όλα τα παραπάνω είναι η κυκλοφοριακή συμφόρηση. Μόνο στον Κηφισό, σύμφωνα με εκτίμηση του 2024, χάνονται 6,5 εκατομμύρια ώρες ετησίως, ενώ η οικονομική ζημιά υπολογίζεται στα 80-90 εκατ.€
Τέλος, σημαντική είναι και η διάσταση του δημογραφικού. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η υπογεννητικότητα αυξάνει όσο προσεγγίζουμε τον πυκνοδομημένο μητροπολιτικό πυρήνα. Σύμφωνα με την Eurostat για το 2024, ο δείκτης γονιμότητας στην Αττική υπολειπόταν κατά 0,10 από τον εθνικό μέσο όρο (1,14 στην Αττική, έναντι 1,24 στην Ελλάδα συνολικά). Και επιπροσθέτως υφίσταται και μια διαβάθμιση μεταξύ αθηναϊκού κέντρου και προαστίων, με τις υψηλότερες τιμές εντός Αττικής να εμφανίζονται στις περιαστικές ζώνες Ανατολικά και Δυτικά, περίπου 15–20 χιλιόμετρα από το κέντρο.
Είναι αυτοί οι λόγοι που θίχθηκαν εδώ εν τάχει, και επιπλέον άλλοι που έχουμε παραλείψει, για τους οποίους η αποκέντρωση αρχίζει να αναδύεται πάλι στην πολιτική ατζέντα. Υπάρχουν, φυσικά και τα επιχειρήματα που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση και που στηλιτεύουν την ερήμωση των περισσότερων περιφερειών, και τους κινδύνους που συνεπάγεται από την εξέλιξη αυτήν.
Το ζητούμενο είναι ότι οι πολιτικές για την αποκέντρωση παραμένουν μάλλον κατακερματισμένες. Υπάρχουν διάφορες ενδείξεις για το ότι η βούληση της κεντρικής πολιτείας για περιφερειακές πολιτικές ‘ζεσταίνεται’, όπως για παράδειγμα η έμφαση που δίνεται έπειτα από πάρα πολλά χρόνια για περιφερειακές επενδύσεις και έργα εκτός Αττικής.
Ορισμένα σημεία για την αποκέντρωση
Εκείνο που απουσιάζει είναι η συνολική στρατηγική. Σχέδιο και συστηματικότητα. Ως προς αυτό, ορισμένα στοιχεία που μπορούν να παίξουν κομβικό ρόλο:
- Η ανάπτυξη περιφερειακών και διαπεριφερειακών παραγωγικών συστάδων, μπορεί να διαμορφώσει ένα νέο χωρικό καταμερισμό βασισμένο σε υπαρκτές δυνατότητες και τις μεταξύ τους συνέργειες. Αυτός θα πρέπει να είναι ο κύριος κινητήρας για την αποκέντρωση, με την επιδοματική πολιτική για την μετακόμιση από το Λεκανοπέδιο να τον υποστηρίζει.
Μια τέτοια διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, όμως δεν έχει μετασχηματιστεί σε συνεκτική στρατηγική: η φαρμακοβιομηχανία αναπτύσσεται έντονα προς την Τρίπολη· ο Βόλος, με τα 5 εργοστάσια κατασκευής στρατιωτικών οχημάτων στον Αλμυρό και την γειτνίαση των ειδικών στρατιωτικών μονάδων, μπορεί να συγκροτήσει ένα πλέγμα ως προς την αμυντική βιομηχανία· η Δυτική Μακεδονία προσπαθεί να βρει τον δρόμο της προς την απολιγνιτοποίηση (που ήταν άτακτη, ακριβώς διότι δεν συνδέθηκε με μια διαδικασία όπως αυτή που περιγράφουμε εδώ) μέσα από τις ΑΠΕ, την κατασκευή συσχετιζόμενων με αυτές εξαρτημάτων, την αποθήκευση ενέργειας και την κατασκευή μπαταριών, τα κέντρα δεδομένων κ.ο.κ. Υπάρχει επίσης, ο αυξανόμενος διαμετακομιστικός ρόλος του Έβρου, ελέω Αλεξανδρούπολης και ‘κάθετου διαδρόμου’. Και μια έμφαση της Κεντρικής Μακεδονίας, ούτως ή άλλως υφιστάμενη, στην έρευνα και την καινοτομία, την παραγωγή, καθώς και οι διαμετακομιστικές της δυνατότητες σε σχέση με την Βαλκανική ενδοχώρα.
Ωστόσο ο χάρτης της χώρας έχει και ‘τρύπες’. Ποιον ρόλο θα διαδραματίσει η Ήπειρος, ή η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, και η Στερεά; Δεν είναι τόσο καθαρό κάτι τέτοιο.
- Η επίδραση του τουρισμού ως προς την αποκέντρωση είναι επαμφοτερίζουσα. Στην σημερινή, μαζική και τυποποιημένη μορφή υπερτουρισμού υπονομεύει την δυναμική της, καθώς ομογενοποιεί τις περιοχές σε μια μονοκαλλιέργεια, η οποία συν τοις άλλοις αυξάνει το κόστος ζωής για τους ντόπιους. Εφ’ όσον πραγματοποιήσει μια στροφή από την ποσότητα στην ποιότητα και επενδύσει αποφασιστικά στην πολιτιστική κληρονομιά, στον αγροτουρισμό, τον εκπαιδευτικό τουρισμό κ.ο.κ. είναι σε θέση να λειτουργήσει αναζωογονητικά για τις τοπικές κοινωνίες. Κυρίως ως προς τις νοοτροπίες, πνευματικά και πολιτιστικά.
- Η πολιτιστική καθήλωση των τοπικών κοινωνιών στην περιφέρεια αποτελεί συχνά λόγο για την απροθυμία των ανθρώπων να μετακομίσουν εκεί από τις μεγάλες πόλεις. Εδώ λόγο και ρόλο έχει το Υπουργείο Πολιτισμού, και μια πολιτική του που θα αντιμετωπίζει την ιστορική κληρονομιά όχι ως φολκλόρ αλλά ως πολιτιστικό κεφάλαιο για την αναγέννηση της περιφέρειας. Η δε κρατικιστική λογική ως προς την διαχείριση του κεφαλαίου αυτού, συνέβαλε καθ’ όλες τις προηγούμενες δεκαετίες στην απαξίωσή του. Θα πρέπει να διερευνηθούν άλλες μορφές δημόσιας αξιοποίησης, στην λογική της κοινωνικής/κοινοτικής οικονομίας και του τρίτου τομέα.
- Οι υποδομές για την κινητικότητα και ιδίως ο σιδηρόδρομος μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στην δικτυοκεντρική, πολυκεντρική αναδιοργάνωση της χώρας. Διότι μπορεί να υποστηρίξει τις δορυφορικές πόλεις, έναντι των μεγάλων, και άρα να διευκολύνει την αποσυμφόρησή τους: με ένα σύγχρονο σιδηροδρομικό δίκτυο η Λιβαδειά και η Κόρινθος, το Κιλκίς, και τα Γιαννιτσά μπορούν να γίνουν τόποι κατοικίας για κάποιον που δουλεύει στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη. Εάν σε 45-50 λεπτά μπορούν να βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, γιατί να μην επιλέξουν αυτές τις πόλεις με αισθητά χαμηλότερα ενοίκια, καλύτερη κινητικότητα, περισσότερους ελεύθερους χώρους, καλύτερο κλίμα για παιδιά κ.ο.κ.
Και φυσικά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο σιδηρόδρομος είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης, και ολοκλήρωσης των εθνικών οικονομιών. Μειώνει τα κόστη μεταφορών, διευκολύνει τις παραγωγικές συστάδες, συμβάλει και στην βέλτιστη διάχυση της τουριστικής δραστηριότητας. Γενικότερα, η πολυκεντρική Ελλάδα θα αναπτυχθεί δικτυοκεντρικά. Με τα αστικά κέντρα να αποκτούν την δική τους ενδοχώρα, την διασπορά του πληθυσμού μέσα σε αυτήν, και τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο ως προς την προσβασιμότητα.
- Αναπόφευκτα, λόγω γήρανσης και συρρίκνωσης του πληθυσμού, η αποκέντρωση σχετίζεται και με την μετανάστευση προς την Ελλάδα. Σε αυτό το πεδίο θα πρέπει να επιδιωχθούν οριζόντιες πολιτικές που ικανοποιούν πολλαπλές στοχεύσεις γεωπολιτικές, εθνικής και κοινωνικής συνοχής, αποκέντρωσης. Το ζητούμενο, η ενδυνάμωση της περιφέρειας μέσα από την διευκόλυνση της εποχιακής, αλλά και της μόνιμης μετανάστευσης χριστιανικών πληθυσμών από την Μέση Ανατολή, και την Αφρική. Σημειώνεται εδώ πως το έλλειμμα εργατικών χεριών της ελληνικής οικονομίας, είναι πολύ σημαντικό και δρα ανασχετικά και ως προς την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, και συνακόλουθα, την ίδια την αποκέντρωση. Η πολιτική αυτή οφείλει να λειτουργήσει συμπληρωματικά με τις προσπάθειες για την δημογραφική αποκατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, και όχι αντιθετικά.
- Όπως συμβαίνει με άλλες οριζόντιες πολιτικές, όπως η ενίσχυση της παραγωγής και η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, έτσι και η αποκέντρωση αποτελεί ένα πολυσύνθετο επίδικο, το οποίο προϋποθέτει τη συντονισμένη πολιτική προσπάθεια διαφορετικών υπουργείων, της τοπικής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο περιφερειών και δήμων, καθώς και την κινητοποίηση του κοινωνικού τομέα, των ΜΚΟ και της κοινωνίας των πολιτών. Τίθεται, επομένως, ζήτημα υπέρβασης των γραφειοκρατικών εμποδίων και αποτελεσματικού συντονισμού. Εδώ θα πρέπει να προκριθεί η συγκρότηση «ομάδων συντονισμού και υλοποίησης» (task forces), οι οποίες θα εξασφαλίζουν την οριζόντια επικοινωνία μεταξύ όλων των επιπέδων διακυβέρνησης και θα εισηγούνται τις αναγκαίες νομοθετικές και διοικητικές διευκολύνσεις για την εφαρμογή των πολιτικών.
Η μετάβαση από την υδροκέφαλη σε μια πολυκεντρική και δικτυωμένη Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε μεμονωμένα έργα ή κίνητρα μετεγκατάστασης. Προϋποθέτει έναν νέο χωρικό καταμερισμό της παραγωγής, ισχυρές περιφερειακές υποδομές, λειτουργικά δίκτυα μεταφορών και μεταφορά οικονομικών και διοικητικών δυνατοτήτων έξω από το μητροπολιτικό κέντρο. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που θα άλλαζε τη φυσιογνωμία της χώρας· αποτελεί όμως ολοένα περισσότερο όρο για την βιωσιμότητά της.