Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου των δικηγόρων Ζωής Κωνσταντοπούλου και Νίκου Κωνσταντόπουλου, ο τελευταίος προανάγγειλε ότι θα ζητήσει την πειθαρχική δίωξη του Προέδρου της ΕΝΔΕ, Εφέτη κ. Χαράλαμπου Σεβαστίδη, για ανάρμοστη συμπεριφορά και την ποινική του δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση και προσβολή της προσωπικότητας.
Με αφορμή τη συνέντευξη αυτή, με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ, η ΕΝΔΕ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία τονίζει: «Η ανοχή μας τελείωσε, η υπομονή μας εξαντλήθηκε. Κανένας δικαστικός λειτουργός δεν θα μείνει μόνος του» και δημοσιοποίησε τις προς τούτο κινήσεις της: α) Θα δώσουν λόγο στη Δικαιοσύνη για όσα αδικήματα διέπραξαν σε όλη τη χώρα, β) θα στραφούν για αστικές αποζημιώσεις εναντίον τους στα πολιτικά δικαστήρια, γ) θα στείλει το υλικό που έχει στη διάθεσή της στους δικηγορικούς συλλόγους για πειθαρχικό έλεγχο, δ) τον ερχόμενο μήνα θα δοθεί διεθνής διάσταση στο ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών.
Για την πληρέστερη κατανόηση του θέματος παραθέτω το ιστορικό της συγκεκριμένης σύγκρουσης με νομικές παρατηρήσεις και προτάσεις, με την επισήμανση ότι η δικηγόρος Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι βουλευτής και αρχηγός πολιτικού κόμματος και απολαμβάνει βουλευτικής ασυλίας.
Παράλληλα με την κύρια δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών άρχισε πριν από αρκετούς μήνες, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, η δίκη για τη διαχείριση του βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενα διοικητικά πρόσωπα του ΟΣΕ. Σε 19 συνεδριάσεις της δίκης, που ξεκίνησε πριν από 6 μήνες, λόγω της συνεχούς έντασης που επικράτησε μεταξύ της δικαστού και της δικηγόρου της υποστήριξης της κατηγορίας, εξετάστηκαν μόνο 3 μάρτυρες. Κατά την τελευταία συνεδρίαση, η δικηγόρος των θυμάτων Ζωή Κωνσταντοπούλου, που παρίστατο για την υποστήριξη της κατηγορίας, επιτέθηκε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς κατά της δικαστού, σε σημείο που η δικαστής αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση αποχής, την οποία έκανε δεκτή το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί όλη η διαδικασία και η υπόθεση να προσδιοριστεί εκ νέου σε μελλοντική ημερομηνία και να δικαστεί από άλλο δικαστή.
Δεν γνωρίζω ούτε το περιεχόμενο της δήλωσης αποχής ούτε της απόφασης που την έκανε δεκτή και, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να τις σχολιάσω. Βασίζομαι μόνο σε δημοσιογραφικές πληροφορίες. Φαίνεται, όμως, ότι η δήλωση αποχής ήταν το ultimum refugium προστασίας της αξιοπρέπειας της συγκεκριμένης δικαστού.
Άλλωστε, και με την πλέον ευρεία ερμηνεία του άρθρου 332 ΚΠΔ για τη «συμπεριφορά δικαστικών λειτουργών», οι δικαστές δεν αποτελούν νόμιμο στόχο για να τους πετούν «βελάκια» οι δικηγόροι και άλλοι παράγοντες της δίκης, και μάλιστα ατιμωρητί, όπως προκύπτει από τη μέχρι τώρα πρακτική του ΔΣΑ για αντιδεοντολογικές συμπεριφορές δικηγόρων, όχι μόνο των εμπλεκομένων στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπου επικράτησε η συναδελφική αλληλεγγύη, πρακτική που προκάλεσε κόντρα με την ΕΝΔΕ.
Δεν γνωρίζω σε ποιο στάδιο βρίσκεται η προκαταρκτική εξέταση που διατάχθηκε από τον Πρόεδρο ΔΣΑ σε βάρος της δικηγόρου Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία, κατά τη διάρκεια της δίκης, από το έδρανο, έδωσε εντολή στην Αστυνομία να συλλάβει τους δικαστές του Εφετείου Λαμίας. Η προκαταρκτική εξέταση, της οποίας η διάρκεια υπερέβη κάθε νόμιμο όριο, είναι περιττή, γιατί η πράξη αποδεικνύεται από τα πρακτικά της δίκης. Τα πρακτικά αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη. Σε κάθε περίπτωση, από την έκβασή της εξαρτάται η συνέχιση ή όχι του ακήρυχτου πολέμου δικηγόρων–δικαστών.
Δεν αρκεί, όμως, για τη λήξη της έντασης η δήλωση του Προέδρου ΔΣΑ ότι τα πειθαρχικά όργανα θα κάνουν τη δουλειά τους. Απαιτείται η άμεση έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας. Τα αποτελέσματα εναπόκεινται στην κρίση των πειθαρχικών οργάνων, που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, και οι κρίνοντες κρίνονται.
Εξάλλου, στη μακρά, σχεδόν 70χρονη, ενασχόλησή μου με την εφαρμογή του δικαίου, δεν θυμάμαι να έχει υποβληθεί από δικαστή, κατά τη διάρκεια της δίκης, δήλωση αποχής για παρόμοιους λόγους. Σαφώς, αφού η δήλωση αποχής έγινε δεκτή με απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, κατά της οποίας δεν χωρεί ένδικο μέσο, οι λόγοι αποχής που επικαλέστηκε η δικαστής κρίθηκαν βάσιμοι και, επομένως, νόμιμα επήλθε η ματαίωση της δίκης.
Από το άρθρο 23 παρ. 1 ΚΠοινΔ προβλέπεται η δήλωση αποχής δικαστικού προσώπου από συγκεκριμένη υπόθεση, όταν συντρέχουν οι από τα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ λόγοι εξαιρέσεως, μεταξύ των οποίων και όταν αμφισβητείται η αμεροληψία του, ακόμη και χωρίς να έχει υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεώς του, της οποίας η βασιμότητα αποφασίζεται από το δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο χωρίς την παρουσία διαδίκων (άρθρ. 23 παρ. 3 ΚΠΔ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, διάδικοι επιθυμούσαν τη συνέχιση της δίκης και άλλοι, για δικούς τους λόγους, την αναβολή της, που με τη ματαίωσή της ικανοποιήθηκαν. Φοβάμαι ότι έτσι εισάγεται εκ πλαγίου νέος τρόπος αναβολής δίκης που άρχισε και που θα λειτουργεί σαν προβοκάτσια, όταν, με επιθετική συμπεριφορά δικηγόρου και με προσωπικές επιθέσεις, ο δικαστής αναγκάζεται να υποβάλει δήλωση αποχής, γιατί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η προστασία του είναι ελλιπής, με ευθύνη της Πολιτείας, που, από τον φόβο του πολιτικού κόστους, αποφεύγει τη θέσπιση αποτελεσματικών μέτρων προστασίας. Έτσι, όμως, επανέρχεται στο προσκήνιο προς επίλυση το μείζον θέμα της προστασίας του δικαστή.
Είναι γεγονός ότι κατά των δικαστών και εισαγγελέων υποβάλλονται αλλεπάλληλες μηνύσεις, ιδιαίτερα όσων χειρίζονται την υπόθεση του δυστυχήματος των Τεμπών, για πράξεις που ενεργούν στα πλαίσια των δικαστικών τους καθηκόντων. Μια ψευδής καταμήνυση, ακόμη και η απειλή μηνύσεως που δημοσιοποιείται σε βάρος δικαστικού λειτουργού (αυτονόητα κάθε πολίτη), τον στιγματίζει άμεσα στην κοινή γνώμη. Τον εμφανίζει ως λειτουργό που λειτουργεί αντίθετα από τους δικαστικούς κανόνες, που δέχεται «άνωθεν» εντολές, που παραβαίνει σκόπιμα το δικαστικό καθήκον υπέρ άλλων κ.λπ. Η με τον τρόπο αυτό προσβολή της τιμής του πλήττει ευθέως τον πυρήνα της προσωπικότητάς του, το δε στίγμα δεν εξαλείφεται για κάποιους ακόμη και με την αθώωσή του ή την αρχειοθέτηση της μήνυσης, που δεν γίνεται πιστευτή με το σκεπτικό «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει».
Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι πώς θα προστατευθεί ο δικαστής από τις εναντίον του ψευδείς καταμηνύσεις ή συκοφαντικές δυσφημήσεις με δημοσιεύματα στα ΜΜΕ ή το διαδίκτυο. Χωρίς να αναγκάζεται να υποβάλλει κάθε φορά μηνύσεις κατά πάντων και να γίνεται αντίδικος των αρχικών διαδίκων ή των δικηγόρων τους, που υπερβαίνουν τα θεσμικά όρια. Χωρίς, επίσης, να υφίσταται με υπομονή τις προσωπικές επιθέσεις εναντίον του.
Κατά κανόνα, οι δικαστικοί λειτουργοί δεν θέλουν να εμφανίζονται στα δικαστήρια με άλλη ιδιότητα, οπότε, με φθορά της υγείας τους, κυρίως της ψυχικής, υπομένουν τις εναντίον τους προσωπικές επιθέσεις. Έτσι, όμως, με τη βεβαιότητα της ατιμωρησίας, οι προσβολές συνεχίζονται και γενικεύονται.
Πριν το 1994, όχι μόνο οι δικαστές αλλά και όσοι ασκούσαν δημόσια εξουσία προστατεύονταν επαρκώς με το αδίκημα της περιύβρισης αρχής, που, όταν καταργήθηκε, χαιρετίστηκε ως δημοκρατική κατάκτηση. Η επαναφορά του αδικήματος, εκτός του ότι δεν προτείνεται από κανένα, αποτελεί κατεξοχήν θέμα πολιτικό.
Διατυπώθηκαν προτάσεις που ίσως αποτελούν και τη μόνη προστασία που, υπό την παρούσα πολιτική κατάσταση, μπορεί να χορηγηθεί νομοθετικά στους δικαστές: να ασκείται αυτεπάγγελτα, κατά δέσμια αρμοδιότητα, ποινική δίωξη σε βάρος όποιου και με οποιονδήποτε τρόπο καταμηνύει ψευδώς δικαστικό λειτουργό. Αυτό σημαίνει ότι, με την αρχειοθέτηση της εναντίον δικαστικού λειτουργού ψευδούς μήνυσης ή την έκδοση επί αυτής απαλλακτικής απόφασης, να κινείται αυτεπάγγελτα και όχι μόνο όταν υποβάλλεται μήνυση, όπως γίνεται συνήθως, από τις εισαγγελικές αρχές ποινική δίωξη κατά του δράστη για ψευδή καταμήνυση. Φυσικά, για την άσκηση ποινικής δίωξης για ψευδή καταμήνυση πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 229 ΠΚ, που προκύπτουν από την εισαγγελική διάταξη που θέτει την υπόθεση στο αρχείο, ιδίως όταν επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον μηνυτή.
Σε κάθε περίπτωση, η Πολιτεία πρέπει να κινηθεί τάχιστα για τη θέσπιση μέτρων για την προστασία των δικαστών πριν δημιουργηθούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις.
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.