Γιατί δεν υπάρχει αντιπολίτευση στην Ελλάδα; Μέχρι τα τώρα η συζήτηση έχει περιοριστεί στις αναλύσεις για τις αδυναμίες ορισμένων παικτών του κομματικού συστήματος. Πτώση και πολυδιάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ –σαν απόρροια της ηθικοπολιτικής κατάρρευσης της Αριστεράς· κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, και αδυναμία ανασύνταξης του ΠΑΣΟΚ. Ακόμα, η ανυπαρξία ηγεμονικής και αξιόπιστης ηγεσίας στην πέραν της ΝΔ δεξιά, που θα μπορούσε να υλοποιήσει στην Ελλάδα ένα εγχείρημα «τύπου Ορμπάν». Αν και αξίζει να πούμε ότι ενδεχομένως η πτώση του τελευταίου από την εξουσία στην Ουγγαρία, καθώς και οι δυστοκίες που αντιμετώπισε το Εθνικό Μέτωπο στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές στην Γαλλία, ίσως να δείχνει ότι σιγά σιγά την κρίση και του δεξιόστροφου λαϊκισμού.

Ωστόσο ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται εκεί.

Advertisement
Advertisement

Ας ξεκινήσουμε από μια διαπίστωση. Με αφορμή, κιόλας, τις καταγγελίες περί πολιτικής ανθρωποφαγίας, οι οποίες κυριάρχησαν την προηγούμενη εβδομάδα εξαιτίας της κατάρρευσης του Γ. Μυλωνάκη εντός του Μεγάρου Μαξίμου.

Η ένταση και ο εκτροχιασμός του αντιπολιτευτικού λόγου αυτοαναφλέγονται. Όταν επί μήνες ανακυκλώνεται ένα κλίμα όπου κάθε μέρα η μοναδική επωδός είναι το «η κυβέρνηση πρέπει να φύγει χθες», και όταν αυτομάτως επέρχεται η αδυναμία της ανατροπής της, η αίσθηση της ασφυξίας γίνεται εντονότερη. μαζί με τον εκτροχιασμό του καταγγελτικού λόγου, στην υστερία και σε ιερεμιάδες.

Ήταν χαρακτηριστική η περίπτωση του Νίκου Ανδρουλάκη κατά την πρόσφατη συνεδρίαση της Βουλής. Τον άκουγες να απογειώνεται καθώς εναλλασσόταν σε χαρακτηρισμούς περί Ορμπάν και Νίξον των Βαλκανίων για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Από την αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ μέχρι την Ζωή Κωνσταντοπούλου και την Νίκη, ένα αφήγημα κυριαρχεί στην αντιπολίτευση, αυτό της «χούντας Κούλη».

Όλα αυτά συμβαίνουν για να καλύψουν ένα κενό, ιδεολογίας και βαθιάς πολιτικής το οποίο είναι απίστευτο, και θεμελιακό. Ενώ όλος αυτός ο πολιτικός κόσμος και τα κόμματά του ασχολούνται νυχθημερόν με τον «Μητσοτάκη», η εποχή μας έχει εισάγει μέσα στην περίοδο 2019-2026 τεράστιες ανατροπές και στην ελληνική κοινωνία, και στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Και το ζήτημα είναι ότι δεν έχουν τίποτε να πουν επί όλων αυτών. Άρα δεν μπορούν να κάνουν κριτική επί της ουσίας στα νομοσχέδια που κατατίθενται, και άρα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κυβέρνηση στο πεδίο των πραγματικών επιλογών και της πολιτικής της. Ακόμα και στα Τέμπη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ή στις υποκλοπές.  Έτσι απομένει μόνον το μάννα εξ ουρανού σε περιστατικά τύπου Μακάριου Λαζαρίδη, ώστε να βρει στόχο. Και φυσικά, η τερατολογία.

Αυτό είναι ευρύτερα το πρόβλημα της πολιτικής στην Ελλάδα. Και η υπέρτατη απόδειξη ότι όλη αυτή η κριτική που μας αυτοσυστήνεται ως «αντισυστημική» στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι επίσης εντελώς κούφια, και εξ αρχής κατευθυνόμενη έξωθεν για αλλότριους σκοπούς.

Advertisement

Ζούμε κανονικά σε καιρούς όπου θα έπρεπε να συμβαίνει μια ιδεολογική κοσμογονία, γύρω από τουλάχιστον τέσσερα, θεμελιώδη για την εποχή μας ζητήματα.

Πρώτον, είναι η τεχνητή νοημοσύνη και ο ψηφιακός κόσμος· η υπερεπιδραστικότητα των υψηλών τεχνολογιών στον ανθρώπινο βίο, και ιδίως σε ό,τι αφορά στις γνωστικές λειτουργίες, την διαμόρφωση της προσωπικότητας και της κοινωνικότητας, σε ό,τι αφορά στην εργασία, και ακόμη, στο πως επηρεάζουν την πολιτική και την κοινή γνώμη. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σε αυτές τις παραμέτρους συμπυκνώνεται το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας, ή τουλάχιστον αγγίζουν πάρα πολύ σημαντικές πλευρές του.

Δεύτερον, ο συνδυασμός γεωπολιτικού αναβρασμού και αμφισβήτησης της Δημοκρατίας. Διότι υπάρχει υποχώρηση της αμερικανικής μονοπολικότητας, ανάδυσης ενός πολυπολικού ανταγωνισμού στο κενό της, και ταυτόχρονα, υποχώρηση του κύρους και της επιρροής των δημοκρατιών με μια τάση σε παγκόσμια κλίμακα υπέρ πιο απολυταρχικών καθεστώτων.

Advertisement

Σε αυτήν την γεωπολιτική/πολιτική διάσταση θα πρέπει να προσθέσουμε και κάτι ακόμα· κοινωνικο-πολιτισμικές εξελίξεις μακράς διάρκειας που έχουν πλέον αναδυθεί στην επιφάνεια και ανατρέπουν επί μακρόν παγιωμένες ισορροπίες σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή. Με τρόπο μάλιστα μη αντιστρέψιμο. Βλέπουμε τι γίνεται στη Συρία και τον Λίβανο, όπου πλέον το modus vivendi που βρέθηκε μεταξύ της αποικιοκρατικής Βρετανίας, και Γαλλίας στις αρχές του 20ου αιώνα, και το οποίο μας συνοδεύει έκτοτε σαν θεμέλιο της τάξης πραγμάτων στην περιοχή, είναι εντελώς αναχρονιστικό. Και απειλεί άμεσα την ύπαρξη των αλλόδοξων Χριστιανών, Κούρδων, και Δρούζων στις χώρες αυτές. Ή στο Ιράν, όπου καταφανώς πλέον η κοινωνία σε κάθε ευκαιρία αποζητάει να αποτινάξει την ισλαμική θεοκρατία. Και την Αίγυπτο ακόμα, όπου ταυτοχρόνως, και ο νασερισμός και οι αδελφοί Μουσουλμάνοι έχουν περιέλθει σε ουσιαστική ιδεολογική και πολιτική εξάντληση, με το αδιέξοδο προς το παρόν να ανακυκλώνεται. 

Τρίτον, την κλιματική αλλαγή, και το πως οι ανατροπές στο κλίμα και τους φυσικούς πόρους έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν, και θα επηρεάσουν τον βίο των ανθρώπων και τον τρόπο που είναι οργανωμένες οι κοινωνίες. Η ευαλωτότητα των πόλεων στα ακραία καιρικά φαινόμενα και ιδίως στους καύσωνες, τα πλήγματα που δέχεται η αγροτική παραγωγή λόγω της αλλαγής του κλίματος, το νερό, οι πυρκαγιές συνιστούν εκδοχές αυτού του νέου οικολογικού ρίσκου το οποίο πιέζει ποικιλοτρόπως την παγκόσμια οικονομία και μεταφράζεται σε περιορισμό της αναπτυξιακής της δυναμικής, και διάψευση του αφηγήματος της προσβάσιμης σε όλους αφθονίας. 

Τέταρτον, την πλανητική δημογραφική μετάβαση από την πληθυσμιακή επέκταση, στην σταθεροποίηση, και έπειτα, στην μείωση του πληθυσμού. Κάτι που θα συντελεστεί οπωσδήποτε μέσα σε αυτόν τον αιώνα, και θα είχε αρχίσει να επιταχύνεται εάν δεν υπήρχε η αδράνεια της Υποσαχάριας Αφρικής στον υπερπληθυσμό. Διότι ο υπόλοιπος πλανήτης έχει ήδη μειώσει την γεννητικότητά του στα επίπεδα της απλής αναπαραγωγής του πληθυσμού (2 παιδιά), ενώ σε αρκετές περιοχές, και οπωσδήποτε όχι μόνον στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, έχει πλέον πέσει και κάτω από το όριο αυτό. Η συγκεκριμένη εξέλιξη, θέτει τις κοινωνίες την πρόκληση να διαχειριστούν την γήρανσή της, και να συγκρατήσουν την συρρίκνωσή τους, ώσπου να βρουν έναν δρόμο προς την ανάκαμψη τους σε καθεστώς δημογραφικής σταθερότητας.

Advertisement

Η αναμέτρηση με αυτά τα τέσσερα ζητήματα, και ενδεχομένως μαζί με άλλα της ίδιας κλίμακας, θα έπρεπε να είναι το σημείο αφετηρίας του πολιτικού προβληματισμού της εποχής μας. Κι αυτό διότι δίχως να απαντάει κανείς στις μεγάλες προκλήσεις, δεν μπορεί να καταστρώσει μια πολιτική πυξίδα ώστε να πορευτεί μέσα στο παρόν.

Το πρόβλημα είναι ότι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης δείχνουν να μην έχουν πάρει χαμπάρι τίποτε από όλα αυτά. Περισσότερο και από την κυβέρνηση, μάλιστα. Η οποία προβαίνει σε τοποθετήσεις που είναι στην ουσία σπαράγματα απαντήσεων. Όπως το μέτρο που απαγορεύει την πρόσβαση σε ηλικίες κάτω των 15 στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, μέτρο σωστό, που δεν συνδυάζεται όμως με μια προσέγγιση στην εκπαίδευση που υπερβαίνει την τάση να αντιμετωπίζονται οι νέες τεχνολογίες ως πανάκεια διδασκαλίας. Προφανώς και αυτό δεν αρκεί, ούτε εδώ ισχύει η λογική του ‘μη χείρον βέλτιστον’. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να μείνουμε στην stricto sensu κοινοβουλευτική πολιτική, αλλά να καταδειχθεί η ανάγκη ανασυγκρότησης της κριτικής σκέψης εν γένει μέσα στην κοινωνία. Που είναι ένα ευρύτερα πνευματικό εγχείρημα.

Στο οποίο αν δεν βοηθάει κάτι, είναι η μικροπολιτική, η οποία για να βρει τροφή μέσα σε ένα τοπίο κατά τα άλλα άγονο πολιτικά και ιδεολογικά, χρειάζεται να κατακρημνιστεί στα τάρταρα του πολιτικού πολιτισμού, και να φλερτάρει με την εξαχρείωση.

Advertisement
Advertisement