Ας το πούμε καθαρά, χωρίς υπεκφυγές.

Η γυναίκα δεν γερνά διαφορετικά από τον άντρα. Απλώς τιμωρείται διαφορετικά. Και αυτή η τιμωρία δεν είναι θορυβώδης. Είναι υπόγεια, κοινωνικά αποδεκτή, σχεδόν κομψή. Φοράει το μανδύα του αυτονόητου. Κι έτσι περνά απαρατήρητη.

Advertisement
Advertisement

Στον εργασιακό χώρο, μια γυναίκα στη μέση ηλικία,  συχνά αντιμετωπίζεται σαν ρίσκο. Όχι ανοιχτά. Ποτέ ανοιχτά. Με μισόλογα, παύσεις, με ευγενικές,  διακριτικές απορίες. “Θα τα καταφέρει;”, “θα προσαρμοστεί;”, “έχει το κουράγιο;”

Ερωτήματα που δεν εκφράζονται αλλά αιωρούνται στην ατμόσφαιρα βαριά. Την ίδια στιγμή, ένας άντρας με την ίδια ηλικία θεωρείται κεφάλαιο. Έχει “βάθος”, “κρίση”, “εμπειρία”. Κανείς δεν αναρωτιέται αν αντέχει. Το σώμα του δεν αμφισβητείται. Το μυαλό του δεν μπαίνει σε επιτήρηση.

Η γυναίκα, όσο μεγαλώνει καλείται να αποδεικνύει. Ο άντρας όσο μεγαλώνει, εισπράττει. Αυτός είναι ο πυρήνας της ανισότητας. Όχι η ηλικία. Το νόημα που της αποδίδουμε.

Και ας μην κρυβόμαστε. Αυτό το αφήγημα δεν το κρατούν μόνο οι άντρες. Το κρατά η κοινωνία. Το κρατάμε εμείς. Το αναπαράγουμε με τις λέξεις μας. Γιατί η γλώσσα δεν είναι αθώα. Είναι καθρέφτης και εργαλείο μαζί.

Στην ελληνική γλώσσα για παράδειγμα, υπάρχει η λέξη “μεγαλοκοπέλα”. Μια λέξη που δεν περιγράφει απλώς ηλικία. Περιγράφει απόκλιση. Μια γυναίκα που δεν είναι πια “κορίτσι”, αλλά δεν της αναγνωρίζεται και κάτι άλλο στη θέση του. Μια λέξη ύπουλη, μειωτική, σχεδόν ειρωνική. Σαν να λέει, άργησες. Σαν να υπονοεί ότι κάτι δεν πήγε σωστά. Ότι έμεινε πίσω, ότι δεν πρόλαβε, ότι κάτι της ξέφυγε.

Το ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό, είναι ότι αντίστοιχη λέξη για τον άντρα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει “μεγαλοπαλικάρι” με την ίδια κοινωνική απαξίωση. Υπάρχει ο “ώριμος άντρας”, “ο κατασταλαγμένος”, “ο έτοιμος”. Η γλώσσα ξέρει. Και αποκαλύπτει ακριβώς πως βλέπουμε τα φύλα μέσα στο χρόνο.

Advertisement

Στις σχέσεις, αυτή η ανισότητα γίνεται σχεδόν γελοία από την επανάληψή της. Ένας άντρας με νεότερη σύντροφο αντιμετωπίζεται σαν επιβεβαίωση. Σαν να νίκησε το χρόνο. Σαν να αποδεικνύει ότι “το έχει ακόμη”. Γίνεται παράδειγμα, συχνά αντικείμενο θαυμασμού. Αντίθετα, μια γυναίκα με νεότερο σύντροφο αντιμετωπίζεται σαν κάτι που ξέφυγε. Σαν να μην κατάλαβε ότι έπρεπε να αποσυρθεί. Σαν να παραβιάζει έναν άγραφο κανόνα. Η επιθυμία σου μέχρι εδώ γίνεται αποδεκτή. Μετά γελιοιοποιείται. Και δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Στα αγγλικά υπάρχει η λέξη “cougar”, θηλυκό λιοντάρι που κυνηγά, για να περιγράψει τη γυναίκα με νεότερο σύντροφο. Για  τον άντρα στην ίδια θέση δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το άβολο σημείο. Δεν μας ενοχλεί η διαφορά ηλικίας.  Μας ενοχλεί η γυναικεία επιθυμία όταν δεν είναι πια “δικαιολογημένη” από τη νεότητα. Μας ενοχλεί η γυναίκα που δεν αποσύρεται σιωπηλά. Που δεν γίνεται διακριτική.

Από μικρές οι γυναίκες μαθαίνουν ότι ο χρόνος είναι εχθρός. Ότι πρέπει να προλάβουν. Να αγαπηθούν, να επιλεγούν, να στεριώσουν, πριν “είναι αργά”. Ο άντρας, αντίθετα, μαθαίνει ότι ο χρόνος  δουλεύει υπέρ του. Ότι αργότερα θα είναι πιο έτοιμος,  πιο επιθυμητός, με status, “πολύφερνος”. Αυτό δεν είναι βιολογία. Είναι κοινωνική εκπαίδευση που ξεκινά από το παιδικό βιβλίο με την πριγκίπισσα που πρέπει να παντρευτεί πριν γεράσει και φτάνει μέχρι την οικογενειακή τραπεζαρία όπου η θεία ρωτά “πότε θα κάνεις παιδί; μην αργήσεις”. Κανείς δεν ρωτά τον αδελφό το ίδιο πράγμα με την ίδια επιτακτικότητα Αυτός έχει χρόνο. Εκείνη όχι.

Advertisement

Η γυναίκα μεγαλώνει με ένα αόρατο ρολόϊ στο κεφάλι. Ρολόϊ γονιμότητας, ρολόϊ ομορφιάς, ρολόϊ ευκαιριών. Μαθαίνει να τρέχει. Ο άντρας μαθαίνει να περπατά. Κι όσο περνάει ο καιρός, αυτή η διαφορά γίνεται χάσμα. Στα σαράντα η γυναίκα αισθάνεται πίεση. Στα πενήντα, η γυναίκα ρωτά “τι μου μένει;”. Ο άντρας απαντά “τι θέλω τώρα”.

Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις. Ότι μετά από κάποια ηλικία, η γυναίκα πρέπει να είναι ευγνώμων. Ότι δεν δικαιούται πολλά. Ότι καλό είναι να μικραίνει τις απαιτήσεις της. Στην εργασία. Στον έρωτα. Στη ζωή. Ότι ο ρόλος της είναι να στηρίζει, όχι να διεκδικεί.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι γερνάμε. Το πρόβλημα είναι ότι μας έμαθαν να ντρεπόμαστε γι’αυτό. Να το καμουφλάρουμε. Να απολογούμαστε. Να λέμε “δεν μου φαίνεται”, λες και αν φαινόταν θα ήταν ήττα. Κι έτσι χάνεται κάτι θεμελιώδες. Η αναγνώριση ότι τα χρόνια φέρνουν κάτι που δεν αγοράζεται. Άποψη. Μέτρο. Εμπειρία. Δύναμη χωρίς επίδειξη.

Advertisement

Γιατί μια γυναίκα με χρόνια ζωής, έχει περάσει από ρόλους που την δυσκόλεψαν, από ματαιώσεις που την βάθυναν. Έχει μάθει πότε να σωπαίνει και πότε όχι. Έχει καταλάβει τι αξίζει τον κόπο και τι όχι. Κι αυτό, αντί να θεωρείται πλεονέκτημα συχνά αντιμετωπίζεται σαν απειλή. Γιατί η ώριμη γυναίκα δεν χειραγωγείται εύκολα.  Δεν συγκινείται με ψίχουλα. Δεν πείθεται από εύκολες υποσχέσεις.

Το αφήγημα δεν αλλάζει με κραυγές.

Αλλάζει όταν η γυναίκα σταματά να βλέπει τον εαυτό της σαν κάτι που “τελειώνει”. Όταν παύει να ζητά άδεια από το χρόνο. Όταν δεν απολογείται για το χώρο που καταλαμβάνει. Όταν δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ακόμη χρήσιμη, αλλά στέκεται ως δεδομένα πολύτιμη.

Advertisement

Και ναι, η κοινωνία κινείται. Οι γυναίκες εμφανίζονται με επιρροή, η εμπειρία τους αναγνωρίζεται, οι νεότερες γενιές έχουν πρότυπα που ξεφεύγουν από τα παλιά στερεότυπα. Αλλά τα βαθιά μοτίβα ανισότητας παραμένουν. Στα λόγια, στις πράξεις, στα υπονοούμενα.

Advertisement

Ίσως τελικά ή πιο αιχμηρή αλήθεια να είναι αυτή: οι γυναίκες δεν γερνάνε διαφορετικά. Απλώς μεγαλώνουν σε ένα κόσμο που δεν έχει συμφιλιωθεί με τη δύναμη μιας γυναίκας που δεν ζητά πλέον έγκριση. Κι αυτό δεν είναι πρόβλημα της γυναίκας. Είναι πρόβλημα του αφηγήγματος. Κι όσο εμείς το συντηρούμε, θα μας κρατάει πίσω. Όταν όμως το αμφισβητήσουμε έστω και σιωπηλά ραγίζει. Από εκεί μπαίνει το φως.