Του Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ, π. Πρύτανη
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η Ελλάδα καίγεται ξανά. Δάση, σπίτια, καλλιέργειες, ζώα, ολόκληρα οικοσυστήματα παραδίδονται στις φλόγες. Στην Αττική και τη Βοιωτία, οι πρώτες δορυφορικές εκτιμήσεις μιλούν ήδη για περισσότερα από 100.000 καμένα στρέμματα, ενώ οι ισχυροί άνεμοι και οι ακραίες συνθήκες δυσχεραίνουν δραματικά την κατάσβεση.
Και μαζί με τα δάση καίγεται, για ακόμη μία φορά, η υπομονή μας.
Δεν ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε μεγάλη πυρκαγιά μπορεί να σβήσει μέσα σε λίγα λεπτά, με ένα αεροπλάνο, δύο πυροσβεστικά και μία υπουργική δήλωση. Οι δασικές πυρκαγιές, όταν συνδυάζονται παρατεταμένη ξηρασία, υψηλές θερμοκρασίες, ισχυροί άνεμοι και δύσβατο ανάγλυφο, μπορούν να πάρουν διαστάσεις σχεδόν ανεξέλεγκτες. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες, με πολλαπλάσια μέσα, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό, έχουν γνωρίσει καταστροφές που δεν μπόρεσαν να περιοριστούν γρήγορα.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, λοιπόν: η κατάσβεση μιας γιγαντιαίας πυρκαγιάς δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει η πρόληψη.
Και στην Ελλάδα η πρόληψη αντιμετωπίζεται σαν τον ανεπιθύμητο συγγενή: όλοι θυμούνται ότι υπάρχει όταν φτάσει η καταστροφή, αλλά κανείς δεν θέλει να πληρώσει, να οργανωθεί και να δουλέψει σοβαρά πριν από αυτήν.
Κάθε χρόνο ακούμε για «πρωτοφανείς συνθήκες». Κάθε χρόνο βλέπουμε υπουργούς μπροστά σε χάρτες, στρατηγούς μπροστά σε οθόνες και κυβερνητικά στελέχη να ανακοινώνουν ότι «ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα». Και κάθε χρόνο τα ίδια δάση ξανακαίγονται, οι ίδιοι οικισμοί απειλούνται, οι ίδιοι κάτοικοι τρέχουν πανικόβλητοι και οι ίδιοι ηρωικοί πυροσβέστες και πιλότοι καλούνται να πολεμήσουν ένα τέρας το οποίο το κράτος άφησε προηγουμένως να τραφεί.
Πού είναι οι αντιπυρικές ζώνες;
Δεν ζητώ να τεμαχιστούν όλα τα δάση από τεράστιους γυμνούς διαδρόμους. Ζητώ το αυτονόητο: καθαρισμένες, σωστά μελετημένες και διαρκώς συντηρούμενες ζώνες προστασίας τουλάχιστον γύρω από οικισμούς, κρίσιμες υποδομές, νοσοκομεία, σχολεία και εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου. Ζητώ δασικούς δρόμους που να είναι πραγματικά προσβάσιμοι και όχι χαραγμένοι μόνο στους υπηρεσιακούς χάρτες. Ζητώ δεξαμενές νερού, πυροφυλάκια και τοπικά σχέδια που να έχουν δοκιμαστεί στην πράξη.
Όλα αυτά περιλαμβάνονται εδώ και χρόνια στις επίσημες κατευθύνσεις πρόληψης. Ακόμη και το πρόγραμμα antiNERO προβλέπει διαχειριστικές και αντιπυρικές παρεμβάσεις, καθαρισμούς, καθώς και ζώνες με πλατύφυλλα δέντρα μέσα σε δάση κωνοφόρων.
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν σχέδια και χρηματοδοτήσεις. Το ερώτημα είναι πού εφαρμόστηκαν, ποιος τα έλεγξε και ποιος λογοδότησε για όσα δεν έγιναν.
Και γιατί, μετά τη φωτιά, επιμένουμε συχνά να επαναφέρουμε την ίδια εύφλεκτη δασική μονοκαλλιέργεια; Γιατί αναδασώσεις χωρίς επαρκή επιστημονικό σχεδιασμό καταλήγουν και πάλι στα πεύκα, αντί να εξετάζεται, ανάλογα με το έδαφος και το τοπικό οικοσύστημα, η δημιουργία περισσότερο ανθεκτικών και μικτών δασών με πλατύφυλλα είδη;
Δεν φταίνε βεβαίως τα πεύκα επειδή είναι πεύκα. Αποτελούν φυσικό τμήμα του μεσογειακού οικοσυστήματος. Αλλά είναι γνωστή η υψηλή ευφλεκτότητα της ρητίνης, των ξερών πευκοβελόνων και της πυκνής χαμηλής βλάστησης. Δεν μπορεί, επομένως, η «αποκατάσταση» να σημαίνει απλώς ότι φυτεύουμε γρήγορα το ίδιο καύσιμο υλικό και περιμένουμε την επόμενη σπίθα.
Η αναδάσωση δεν είναι δημόσια τελετή με φωτογραφίες παιδιών και υπουργών που κρατούν ένα δενδρύλλιο. Είναι σύνθετη επιστημονική εργασία δεκαετιών.
Πού είναι, επίσης, η συνεχής επιτήρηση;
Σε ημέρες κατηγορίας κινδύνου 4 ή 5 δεν αρκεί να περιμένουμε να τηλεφωνήσει ένας πολίτης όταν ο καπνός έχει ήδη καλύψει τον ορίζοντα. Χρειάζονται επίγειες και εναέριες περιπολίες, κάμερες, θερμικοί αισθητήρες, δορυφορικά δεδομένα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αυτοματοποιημένη ανίχνευση καπνού και θερμικών ανωμαλιών.
Σήμερα υπάρχουν ακόμη και δίκτυα αισθητήρων που μπορούν να εντοπίζουν τα αέρια μιας φωτιάς πριν αναπτυχθεί ανοικτή φλόγα. Επομένως, η έγκαιρη ανίχνευση δεν αποτελεί επιστημονική φαντασία. Είναι τεχνολογία διαθέσιμη εδώ και χρόνια.
Πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες είχαμε αναπτύξει το FIREMENTOR, ένα ολοκληρωμένο επιστημονικό σύστημα για την πρόληψη, την πρόβλεψη, την προσομοίωση της εξάπλωσης και την επιχειρησιακή διαχείριση των δασικών πυρκαγιών. Η εργασία αυτή έχει καταγραφεί στη διεθνή βιβλιογραφία ως σύστημα υποστήριξης αποφάσεων για την καταστολή και τη διαχείριση της φωτιάς.
Και όμως, αντί το κράτος να εξετάσει σοβαρά κάθε διαθέσιμη ελληνική τεχνογνωσία, συναντήσαμε τη μικροκομματική νοοτροπία που δηλητηριάζει επί δεκαετίες τη χώρα: όχι «είναι χρήσιμο;», όχι «σώζει δάση και ανθρώπους;», αλλά «ποιος το προτείνει;», «είναι δικός μας;», «ανήκει στο κόμμα μας;».
Έφτασε μάλιστα να διατυπώνεται η αδιανόητη λογική: «Γιατί να μας το δώσει ο Μαρκάτος, αφού δεν ανήκει στο κόμμα μας;».
Αυτή η φράση, είτε εκφέρεται δημοσίως είτε ψιθυρίζεται στους υπουργικούς διαδρόμους, συνοψίζει μία ολόκληρη εθνική παθολογία. Στην Ελλάδα δεν αξιολογούμε μια πρόταση με βάση το αν λειτουργεί. Την αξιολογούμε με βάση το ποιος θα πιστωθεί την επιτυχία της.
Αν δεν είναι «δικός μας», καλύτερα να καεί το δάσος!
Αυτή δεν είναι απλώς μικροψυχία. Είναι πολιτική ανευθυνότητα. Είναι η νοοτροπία του κομματικού κράτους που θεωρεί ακόμη και την επιστήμη ιδιοκτησία της παράταξης. Έτσι, πολύτιμες ιδέες μένουν στα συρτάρια, ερευνητικά αποτελέσματα απαξιώνονται και η χώρα αγοράζει αργότερα ακριβά από το εξωτερικό τεχνολογίες που Έλληνες επιστήμονες είχαν προτείνει χρόνια πριν.
Αλλά θα ήταν βολικό να φορτώσουμε όλη την ευθύνη μόνο στο κράτος.
Ευθύνη έχουμε και εμείς.
Υπάρχουν ακόμη συμπολίτες μας που, μέσα στο κατακαλόκαιρο, με θυελλώδεις ανέμους και τα πάντα ξερά, αποφασίζουν να τροχίσουν μέταλλα, να κάνουν ηλεκτροσυγκολλήσεις, να κάψουν κλαδιά, να χρησιμοποιήσουν εργαλεία που παράγουν σπινθήρες ή να πετάξουν πυροτεχνήματα και βεγγαλικά.
Υπάρχουν άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν να κατοικούν μόνοι τους στον πλανήτη. Μία στιγμή ανοησίας τους μπορεί να κάψει ένα δάσος που χρειάστηκε αιώνες για να δημιουργηθεί, να καταστρέψει εκατοντάδες σπίτια και να σκοτώσει ανθρώπους και ζώα.
Υπάρχουν, ακόμη χειρότερα, και οι εμπρησμοί του κέρδους: άνθρωποι που βλέπουν το δάσος ως μελλοντικό οικόπεδο, την προστατευόμενη περιοχή ως εμπόδιο και την καταστροφή ως επενδυτική ευκαιρία. Εκεί δεν αρκούν οι αυστηρότερες ποινές. Χρειάζονται δασικοί χάρτες χωρίς παραθυράκια, άμεση κήρυξη των εκτάσεων ως αναδασωτέων, πλήρης απαγόρευση αλλαγής χρήσης και πραγματικός έλεγχος της ιδιοκτησιακής και επιχειρηματικής δραστηριότητας μετά τη φωτιά.
Και υπάρχουν, τέλος, οι υποδομές ενέργειας. Ιδιωτικές εταιρείες, εργολάβοι και διαχειριστές δικτύων δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τη συντήρηση ως περιττό κόστος. Καλώδια, μετασχηματιστές, ανεμογεννήτριες, υποσταθμοί και δίκτυα που διέρχονται από δασικές περιοχές οφείλουν να επιθεωρούνται με τους αυστηρότερους κανόνες. Κάθε παράλειψη καθαρισμού της βλάστησης, κάθε φθαρμένος μονωτήρας, κάθε ελαττωματική σύνδεση μπορεί, σε ημέρα ισχυρών ανέμων, να γίνει η σπίθα μιας εθνικής καταστροφής.
Όταν οι κανόνες παραβιάζονται για να μειωθεί το κόστος, δεν έχουμε «ατύχημα». Έχουμε κοινωνικοποίηση της ζημιάς και ιδιωτικοποίηση του κέρδους.
Η κλιματική κρίση είναι πραγματική. Οι ακραίες θερμοκρασίες και οι παρατεταμένες ξηρασίες επιδεινώνουν τον κίνδυνο. Αλλά η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως καθολικό συγχωροχάρτι για την κρατική ανεπάρκεια, την εταιρική ασυδοσία και την ατομική ανοησία.
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί τις εκρηκτικές συνθήκες. Δεν καταργεί όμως την ανάγκη να καθαρίζουμε τα δάση, να συντηρούμε τις υποδομές, να δημιουργούμε αντιπυρικές ζώνες, να οργανώνουμε περιπολίες και να εντοπίζουμε τη φωτιά στα πρώτα λεπτά.
Δεν ζητάμε θαύματα.
Ζητάμε να μη μετρά η κυβέρνηση την επιτυχία της μόνο από τον αριθμό των εκκενώσεων μέσω του 112. Η έγκαιρη εκκένωση σώζει ζωές και είναι απολύτως απαραίτητη. Αλλά ένα κράτος δεν μπορεί να περιορίζει τη φιλοδοξία του στο να απομακρύνει εγκαίρως τους κατοίκους και κατόπιν να παρακολουθεί τα σπίτια και τα δάση τους να καίγονται.
Ζητάμε πρόληψη με επιστημονικό σχέδιο, σταθερή χρηματοδότηση και μετρήσιμα αποτελέσματα. Ζητάμε συνεργασία της Πυροσβεστικής, της Δασικής Υπηρεσίας, των πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων, των δήμων και των τοπικών κοινωνιών. Ζητάμε μόνιμο προσωπικό, εκπαιδευμένους δασολόγους και όχι εποχικές προσλήψεις την τελευταία στιγμή. Ζητάμε να αξιοποιηθεί κάθε σοβαρή τεχνολογία ανεξάρτητα από το ποιος την πρότεινε.
Και κυρίως ζητάμε, μετά από κάθε καταστροφή, να μην ακούμε μόνο τη λέξη «πρωτοφανές».
Πρωτοφανής μπορεί να είναι η ένταση του ανέμου.
Δεν είναι πρωτοφανής η εγκατάλειψη.
Πρωτοφανής μπορεί να είναι η θερμοκρασία.
Δεν είναι πρωτοφανής η έλλειψη συντήρησης.
Πρωτοφανής μπορεί να είναι η ταχύτητα εξάπλωσης της φωτιάς.
Δεν είναι πρωτοφανής η αδράνεια, η ανευθυνότητα και η κομματική ανοησία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες στάχτες, άλλα διαγγέλματα και άλλα «θα». Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο πρόληψης που να εφαρμόζεται τον χειμώνα, όχι μία επικοινωνιακή παράσταση που στήνεται μπροστά στις φλόγες τον Αύγουστο.
Διότι το δάσος που κάηκε σήμερα δεν θα ξαναγίνει δάσος με μία υπουργική εξαγγελία.
Και κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι η φωτιά μπορεί να ξεκινά από μία σπίθα — αλλά η καταστροφή ξεκινά πολύ νωρίτερα, από την αδιαφορία.