Η πρόσφατη συζήτηση στην Τουρκία περί ενδεχόμενης νομοθετικής κατοχύρωσης του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη επικοινωνιακή πρωτοβουλία της Άγκυρας ούτε ως προϊόν της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική συνέχεια που διαπερνά ολόκληρη τη σύγχρονη ιστορία του τουρκικού κράτους.
Στην ελληνική δημόσια συζήτηση υπάρχει συχνά η τάση να αποδίδονται οι τουρκικές διεκδικήσεις αποκλειστικά στις επιλογές συγκεκριμένων ηγετών. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση της τουρκικής πολιτικής παράδοσης οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα. Οι βασικές γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας εμφανίζουν αξιοσημείωτη σταθερότητα, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά ή ποιο ιδεολογικό ρεύμα επικρατεί.
Οι ρίζες αυτής της στρατηγικής μπορούν να εντοπιστούν ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι θεωρητικές επεξεργασίες του Ζιγιά Γκιοκάλπ ( Αρχές Τουρκισμού) το πολιτικό και ιδεολογικό αποτύπωμα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ( Nutuk), το Mîsâk-ı Millî (Εθνικό Συμβόλαιο/ όρκος) και μεταγενέστερα κείμενα στρατηγικού σχεδιασμού, όπως η έκθεση Νιχάτ Ερίμ για το Κυπριακό και το Στρατηγικό βάθος του Νταβούτογλου, συγκροτούν ένα ενιαίο πλαίσιο σκέψης γύρω από τη θέση της Τουρκίας στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα.
Κεντρική ιδέα αυτού του πλαισίου είναι η αντίληψη ότι η Τουρκία εξήλθε από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με περιορισμένο γεωπολιτικό αποτύπωμα σε σχέση με τις δυνατότητες και τις ιστορικές της διεκδικήσεις. Από αυτή την οπτική γωνία απορρέει η επιδίωξη ενίσχυσης της επιρροής της σε περιοχές που θεωρεί ότι συνδέονται με ζωτικά της συμφέροντα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν συνιστά μια νέα στρατηγική. Αποτελεί τη σύγχρονη θαλάσσια έκφραση μιας διαχρονικής γεωπολιτικής θεώρησης, προσαρμοσμένης στις σημερινές συνθήκες της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή πλέον φαίνεται να εξετάζεται η μεταφορά του δόγματος αυτού από το επίπεδο της στρατηγικής θεωρίας στο επίπεδο της εσωτερικής νομοθεσίας. Εάν η τουρκική Εθνοσυνέλευση προχωρήσει στην ψήφιση σχετικού νόμου, η Άγκυρα θα επιχειρήσει να προσδώσει θεσμική υπόσταση στις θαλάσσιες διεκδικήσεις της, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο πολιτικής και νομικής νομιμοποίησης στο εσωτερικό της χώρας.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την έννοια της «έρπουσας δικαιοδοσίας» (creeping jurisdiction), η οποία είναι γνωστή στη θεωρία του Διεθνούς Δικαίου. Πρόκειται για την πρακτική κατά την οποία ένα κράτος διευρύνει σταδιακά τις αξιώσεις ή τις αρμοδιότητές του πέρα από τα όρια που αναγνωρίζονται από το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσω της επανάληψης και της εμπέδωσης συγκεκριμένων πρακτικών.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η Τουρκία ακολουθεί επί δεκαετίες μια τέτοια προσέγγιση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πιθανή νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα επιπλέον βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Παράλληλα, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις δεν αποτελούν το μοναδικό πεδίο ενδιαφέροντος της τουρκικής στρατηγικής σκέψης. Από τα μέσα του 20ού αιώνα έως σήμερα, αναφορές σε περιοχές όπως η Κύπρος, η Βόρεια Συρία, το Βόρειο Ιράκ, η Ανατολική Μεσόγειος, η Δυτική Θράκη και ο Καύκασος εμφανίζονται με διαφορετικές, αλλά κοινής βάσης μορφές στον δημόσιο και ακαδημαϊκό λόγο της γειτονικής χώρας.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική αντίδραση.
Σε καθαρά νομικό επίπεδο, οι δυνατότητες παρέμβασης είναι περιορισμένες όσο δεν υφίσταται συγκεκριμένη εφαρμοσμένη πράξη που να παράγει έννομα αποτελέσματα ή να παραβιάζει αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η ψήφιση ενός εσωτερικού νόμου από ένα κυρίαρχο κράτος δεν αρκεί από μόνη της για την ενεργοποίηση διεθνών μηχανισμών.
Αντίθετα, σε διπλωματικό επίπεδο η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά περιθώρια δράσης.
Η πρώτη διάσταση αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Αθήνα οφείλει να επισημαίνει συστηματικά ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων αγγίζει ταυτόχρονα τα εξωτερικά σύνορα και τα συμφέροντα της ίδιας της Ένωσης.
Η δεύτερη διάσταση αφορά τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ενημέρωση των αρμόδιων οργάνων του ΟΗΕ παραμένει κρίσιμο εργαλείο για την καταγραφή και διεθνοποίηση κάθε μονομερούς ενέργειας που ενδέχεται να επηρεάζει την περιφερειακή σταθερότητα.
Η τρίτη διάσταση αφορά το ΝΑΤΟ. Παρότι η Συμμαχία αποφεύγει παραδοσιακά να εμπλακεί σε διμερείς διαφορές μεταξύ κρατών-μελών, η ανάδειξη των επιπτώσεων που μπορεί να έχει μια πολιτική μονομερών διεκδικήσεων στη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας παραμένει ένα σημαντικό διπλωματικό πεδίο.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει σχέσεις ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας με την Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, οφείλει να διατηρεί σαφή και σταθερή προσήλωση στις θέσεις της που εδράζονται στο διεθνές δίκαιο και στις διεθνείς συνθήκες.
Η Αθήνα εξακολουθεί να θεωρεί ως μοναδικό αντικείμενο διαφοράς με την Τουρκία την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οποιαδήποτε άλλη αξίωση δεν μεταβάλλει τη νομική πραγματικότητα, ακόμη και αν αποκτήσει τη μορφή πολιτικού δόγματος ή εσωτερικής νομοθετικής ρύθμισης.
Το αν η συζήτηση περί νομοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα καταλήξει τελικά σε συγκεκριμένη πρωτοβουλία μένει να αποδειχθεί. Ωστόσο, η ίδια η συζήτηση επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αναζητά νέους τρόπους θεσμικής ενίσχυσης και πολιτικής νομιμοποίησης των πάγιων στρατηγικών της επιδιώξεων.
Και αυτό είναι ένα δεδομένο που η ελληνική πλευρά οφείλει να αξιολογεί με προσοχή, ψυχραιμία και στρατηγική συνέπεια.