Η Συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που διαμορφώνεται μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διμερή Συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας. Πιθανότατα συνιστά το πρώτο δομικό στοιχείο μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και, ενδεχομένως, την αφετηρία ενός νέου καθεστώτος πυρηνικής διακυβέρνησης στην περιοχή.
Το πραγματικό διακύβευμα της Συμφωνίας δεν είναι η κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων στη Σαουδική Αραβία. Είναι η αναδιαμόρφωση των γεωπολιτικών, στρατηγικών και τεχνολογικών ισορροπιών στη Μέση Ανατολή σε μια περίοδο κατά την οποία το περιφερειακό σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση μετάβασης.
Ίσως, μάλιστα, η Συμφωνία να σηματοδοτεί κάτι ακόμη σημαντικότερο: την αρχή μιας μετατόπισης της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον επιδίωκε να αποτρέψει την ανάπτυξη λανθανουσών πυρηνικών δυνατοτήτων από τις περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής. Σήμερα, φαίνεται να εξετάζει ένα διαφορετικό μοντέλο: όχι την πλήρη απαγόρευσή τους, αλλά την ενσωμάτωσή τους σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο κανόνων, περιορισμών και διεθνών εγγυήσεων.
Η «φυγή προς τα εμπρός» της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή
Η συμφωνία με το Ριάντ δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από τη συνολική στρατηγική της σημερινής αμερικανικής διοίκησης για τη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιχειρεί μια «φυγή προς τα εμπρός», έναν ευρύτερο γεωπολιτικό ανασχεδιασμό της περιοχής, ο οποίος συνδυάζει την αμερικανική στρατηγική παρουσία, την ενίσχυση των σχέσεων με τα αραβικά κράτη του Κόλπου, την εμβάθυνση της αμερικανο-σαουδαραβικής συνεργασίας σε τομείς αιχμής, την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής και την οικοδόμηση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η στρατηγική της εξουδετέρωσης του Ιράν μέσω της στρατιωτικής πίεσης, των κυρώσεων και της πολιτικής αποτροπής δεν αρκεί για τη διαμόρφωση μιας σταθερής περιφερειακής τάξης. Παρά τα σημαντικά πλήγματα που έχει δεχθεί η Τεχεράνη τα τελευταία χρόνια, η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής εξίσωσης της Μέσης Ανατολής. Καμία βιώσιμη αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά στη λογική του αποκλεισμού της.
Αντί, λοιπόν, να επενδύσει αποκλειστικά στη διαχείριση της σύγκρουσης με το Ιράν, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αλλάξει το ίδιο το γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή εξελίσσεται. Με άλλα λόγια, δεν προσπαθεί απλώς να περιορίσει το Ιράν, αλλά να αναδιαμορφώσει τους κανόνες του περιφερειακού παιχνιδιού.
Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία με το Ριάντ λειτουργεί ως εργαλείο μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής.
Η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας
Το ζητούμενο φαίνεται να είναι η συγκρότηση ενός νέου περιφερειακού συστήματος ασφάλειας με βασικούς πυλώνες τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, με τη συμμετοχή ή τη συνεργασία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν και δυνητικά και άλλων αραβικών κρατών. Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα πολλούς στόχους: τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής, τη βαθύτερη ενσωμάτωση του Ισραήλ στην περιφερειακή τάξη πραγμάτων, αλλά και την ανάσχεση της αυξανόμενης κινεζικής και ρωσικής επιρροής στον Κόλπο.
Η κινεζική διάσταση της Συμφωνίας είναι εξίσου σημαντική με την ιρανική. Η Σαουδική Αραβία δεν αποτελεί απλώς έναν στρατηγικό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά έναν από τους κρισιμότερους κόμβους του παγκόσμιου ανταγωνισμού για την τεχνολογική και γεωοικονομική επιρροή. Το Πεκίνο έχει ήδη αναπτύξει στενές οικονομικές και τεχνολογικές σχέσεις με το Ριάντ και φιλοδοξεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση του Κόλπου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το πραγματικό δίλημμα για την Ουάσιγκτον δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία θα αποκτήσει πυρηνική τεχνολογία, αλλά εάν αυτή θα αποκτηθεί υπό αμερικανική στρατηγική ομπρέλα, με αυστηρούς κανόνες και μηχανισμούς ελέγχου, ή μέσω εναλλακτικών συνεργασιών που θα περιορίζουν δραστικά την αμερικανική επιρροή.
Το Παλαιστινιακό ως στρατηγικός κόμβος της νέας τάξης πραγμάτων
Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος προϋποθέτει, βεβαίως, την επίλυση μιας εξαιρετικά σύνθετης εξίσωσης. Η ενδεχόμενη εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ παραμένει κρίσιμος παράγοντας της αμερικανικής στρατηγικής. Το Ριάντ εξακολουθεί να συνδέει μια τέτοια εξέλιξη με την ύπαρξη μιας αξιόπιστης και μη αναστρέψιμης πορείας προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.
Το Παλαιστινιακό, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη μεταβλητή της περιφερειακής κρίσης. Μετατρέπεται σε έναν από τους κεντρικούς κόμβους της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας που επιχειρεί να διαμορφωθεί. Χωρίς κάποιας μορφής πολιτική διευθέτηση του ζητήματος, οι φιλοδοξίες για μια ιστορική επαναχάραξη των περιφερειακών συμμαχιών είναι εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθούν.
Η πυρηνική διάσταση της Συμφωνίας
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση της Συμφωνίας, ίσως ακόμη σημαντικότερη: η πυρηνική.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει ισχυρούς οικονομικούς και ενεργειακούς λόγους για την ανάπτυξη ενός πολιτικού πυρηνικού προγράμματος. Το στρατηγικό σχέδιο της για την οικονομική διαφοροποίηση της χώρας προϋποθέτει τεράστιες ενεργειακές ανάγκες για αφαλάτωση, βιομηχανική παραγωγή, παραγωγή υδρογόνου, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και τη λειτουργία μεγάλων κέντρων δεδομένων. Παράλληλα, κάθε βαρέλι πετρελαίου που δεν καταναλώνεται στο εσωτερικό της χώρας, μπορεί να αξιοποιηθεί οικονομικά αποδοτικότερα στις διεθνείς αγορές ή στη βιομηχανία πετροχημικών προϊόντων.
Το ενεργειακό μοντέλο που επιδιώκει το Ριάντ, δεν είναι η μετάβαση σε μια μετα-πετρελαϊκή εποχή, αλλά η μεγιστοποίηση της οικονομικής και γεωπολιτικής αξίας των υδρογονανθράκων μέσω ενός διαφοροποιημένου ενεργειακού μείγματος, στο οποίο οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το φυσικό αέριο και η πυρηνική ενέργεια λειτουργούν συμπληρωματικά.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία χρειάζεται την πυρηνική ενέργεια. Το πραγματικό ερώτημα είναι, υπό ποιους όρους θα την αποκτήσει και ποιος θα καθορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το τέλος της πυρηνικής εξαίρεσης στη Μέση Ανατολή;
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν εύκολα να απαιτούν δραστικούς περιορισμούς στις δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν και ταυτόχρονα να επιτρέπουν την ανάπτυξη αντίστοιχων δυνατοτήτων από τη Σαουδική Αραβία. Η δημιουργία μιας σαουδαραβικής λανθάνουσας πυρηνικής ικανότητας -δηλαδή της τεχνολογικής και βιομηχανικής δυνατότητας ταχείας μετάβασης προς στρατιωτικές πυρηνικές εφαρμογές, εφόσον ληφθεί η σχετική πολιτική απόφαση- θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με σοβαρές περιφερειακές συνέπειες.
Η Τεχεράνη θα μπορούσε εύλογα να καταγγείλει την εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών, ενώ περιφερειακές δυνάμεις -όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος- θα αποκτούσαν πρόσθετα κίνητρα να επιδιώξουν αντίστοιχες δυνατότητες.
Το ισραηλινό πυρηνικό μονοπώλιο και η νέα περιφερειακή πραγματικότητα
Υπάρχει, ωστόσο, και μία ακόμη παράμετρος, η οποία σπανίως αναδεικνύεται στη σχετική συζήτηση. Η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί μια περιοχή απαλλαγμένη από πυρηνικές δυνατότητες. Αντιθέτως, ξεκινά από μια κατάσταση στρατηγικής ανισορροπίας, καθώς το Ισραήλ παραμένει η μοναδική περιφερειακή δύναμη που διαθέτει πυρηνική αποτρεπτική ισχύ, έστω και υπό το δόγμα της στρατηγικής αμφισημίας.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν η Σαουδική Αραβία θα αποκτήσει λανθάνουσες πυρηνικές δυνατότητες, αλλά και εάν το Ισραήλ είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα, στην οποία και άλλα κράτη θα διαθέτουν αντίστοιχες τεχνολογικές δυνατότητες υπό αυστηρό διεθνή έλεγχο. Η συζήτηση για τη νέα πυρηνική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής δεν μπορεί να αγνοεί αυτή τη θεμελιώδη στρατηγική παράμετρο.
Προς ένα νέο περιφερειακό καθεστώς πυρηνικής διακυβέρνησης;
Υπάρχει, πάντως, μια εναλλακτική ανάγνωση των εξελίξεων, η οποία δεν συζητείται επαρκώς.
Είναι πιθανό η Ουάσιγκτον να αρχίζει να αναθεωρεί, έστω σιωπηρά, μια βασική παραδοχή της μέχρι σήμερα στρατηγικής της: ότι η μακροπρόθεσμη σταθερότητα της περιοχής μπορεί να διασφαλιστεί μόνο εφόσον καμία περιφερειακή δύναμη δεν διαθέτει λανθάνουσα πυρηνική ικανότητα. Η πραγματικότητα ίσως οδηγεί πλέον σε μια διαφορετική λογική: όχι στην πλήρη εξάλειψη των πυρηνικών δυνατοτήτων, αλλά στην ενσωμάτωσή τους σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα κανόνων, περιορισμών και διεθνών εγγυήσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός νέου περιφερειακού καθεστώτος πυρηνικής μη-διάδοσης και ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας. Ένα πλαίσιο που θα περιλαμβάνει κοινούς και επαληθεύσιμους κανόνες για τον εμπλουτισμό, την επανεπεξεργασία πυρηνικών καυσίμων, τους μηχανισμούς επιθεώρησης και τις εγγυήσεις ασφαλείας για όλες τις χώρες της περιοχής.
Υπό προϋποθέσεις, ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε μελλοντικά να προσφερθεί ακόμη και στο Ιράν, όχι ως επιστροφή στο προηγούμενο πλαίσιο της Συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό Πρόγραμμα του, αλλά ως μέρος ενός νέου περιφερειακού καθεστώτος κανόνων και αμοιβαίων περιορισμών.
Το σενάριο της αποτυχίας: μια πολυπολική λανθάνουσα πυρηνική Μέση Ανατολή
Εάν, όμως, η προσπάθεια αυτή αποτύχει, η Συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ακριβώς αντίστροφα: ως το προηγούμενο, που θα επιταχύνει τις πυρηνικές φιλοδοξίες των σημαντικότερων περιφερειακών δυνάμεων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Μέση Ανατολή δεν θα οδηγηθεί απαραίτητα σε μια άμεση πυρηνική κούρσα εξοπλισμών, αλλά σε μια πολυπολική λανθάνουσα πυρηνική τάξη πραγμάτων, στην οποία η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Αίγυπτος και ενδεχομένως άλλες χώρες θα επιδιώκουν να διατηρούν την τεχνολογική δυνατότητα ταχείας μετάβασης προς στρατιωτικές εφαρμογές.
Πυρηνική διακυβέρνηση ή πυρηνικός ανταγωνισμός;
Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο διακύβευμα της Συμφωνίας Ουάσιγκτον – Ριάντ να μην είναι ούτε η εξομάλυνση των σαουδαραβο-ισραηλινών σχέσεων, ούτε η κατασκευή των πρώτων σαουδαραβικών πυρηνικών αντιδραστήρων.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι, εάν η Μέση Ανατολή θα αποκτήσει για πρώτη φορά στην Ιστορία της ένα κοινό σύστημα στρατηγικών κανόνων για την πυρηνική ενέργεια και τη συλλογική ασφάλεια ή εάν εισέρχεται σε μια νέα εποχή ελεγχόμενου πυρηνικού ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων.
Για πρώτη φορά μετά τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, η περιοχή ενδέχεται να βρίσκεται μπροστά όχι απλώς σε μια αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών, αλλά σε μια αναθεώρηση των ίδιων των κανόνων που διέπουν τη στρατηγική ισορροπία της. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, εάν η Σαουδική Αραβία θα αποκτήσει πυρηνικούς αντιδραστήρες. Είναι, εάν η Μέση Ανατολή θα περάσει από μια εποχή άτυπων πυρηνικών ανισορροπιών σε μια εποχή θεσμοθετημένων κανόνων πυρηνικής συνύπαρξης ή, αντιθέτως, σε μια νέα και περισσότερο σύνθετη μορφή περιφερειακού πυρηνικού ανταγωνισμού.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τις διμερείς σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας. Ενδέχεται να καθορίσει τη στρατηγική ταυτότητα της Μέσης Ανατολής για τις επόμενες δεκαετίες.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)