Γιατί η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της επόμενης δεκαετίας δεν αφορά μόνο την ιατρική, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την υγεία.
Κάθε εποχή κληρονομεί θεσμούς που σχεδιάστηκαν για έναν διαφορετικό κόσμο.
Το ίδιο συνέβη και με τα συστήματα υγείας. Η αρχιτεκτονική τους διαμορφώθηκε σε μια περίοδο όπου οι μεγαλύτερες απειλές ήταν τα λοιμώδη νοσήματα, το προσδόκιμο ζωής ήταν σημαντικά χαμηλότερο και οι δυνατότητες της ιατρικής περιορισμένες. Η αποστολή τους ήταν σαφής: να θεραπεύσουν τον ασθενή όταν αυτός έφθανε στο σύστημα.
Το μοντέλο αυτό υπηρέτησε την ανθρωπότητα εξαιρετικά. Η πρόοδος της ιατρικής αύξησε το προσδόκιμο ζωής, περιόρισε τη βρεφική θνησιμότητα, μετέτρεψε κάποτε θανατηφόρες ασθένειες σε αντιμετωπίσιμες καταστάσεις και έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία.
Σήμερα, όμως, ο κόσμος είναι διαφορετικός.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη δεν είναι πλέον οι επιδημίες του προηγούμενου αιώνα. Είναι η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και η ανάγκη να διατηρηθούν οι πολίτες υγιείς για μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ταυτόχρονα, η επιστήμη μάς προσφέρει δυνατότητες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητες. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση δεδομένων, η γονιδιωματική, οι ψηφιακοί φάκελοι υγείας και η τηλεϊατρική δημιουργούν ένα εντελώς νέο περιβάλλον για τη λήψη αποφάσεων.
Κι όμως, ενώ τα εργαλεία αλλάζουν, η βασική φιλοσοφία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ίδια.
Εξακολουθούμε να οργανώνουμε το μεγαλύτερο μέρος του συστήματος γύρω από την αντιμετώπιση της ασθένειας, όταν αυτή έχει ήδη εκδηλωθεί.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν διαθέτουμε καλύτερη τεχνολογία από ποτέ.
Το ερώτημα είναι αν συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε αυτή την τεχνολογία μέσα σε ένα μοντέλο που σχεδιάστηκε για μια άλλη εποχή.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους γιατρούς ή τους ανθρώπους που εργάζονται στον χώρο της υγείας. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την ανθεκτικότητα μιας χώρας.
Συχνά αντιμετωπίζουμε την υγεία ως έναν από τους μεγαλύτερους τομείς δημόσιας δαπάνης. Είναι μια προσέγγιση κατανοητή, αλλά ελλιπής. Γιατί η υγεία δεν είναι μόνο ένα κόστος που πρέπει να διαχειριστεί το κράτος. Είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την παραγωγικότητα, τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων και τελικά την αναπτυξιακή δυναμική μιας οικονομίας.
Με άλλα λόγια, μια κοινωνία που καταφέρνει να διατηρεί τους πολίτες της υγιείς για περισσότερα χρόνια δεν αποκτά μόνο καλύτερους δείκτες υγείας. Αποκτά μεγαλύτερη οικονομική ανθεκτικότητα, περισσότερη καινοτομία και περισσότερες δυνατότητες ανάπτυξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς οργανισμοί αντιμετωπίζουν πλέον την υγεία όχι μόνο ως κοινωνικό αγαθό αλλά και ως βασικό πυλώνα βιώσιμης ανάπτυξης.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα – όπως τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος, ο διαβήτης και τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα- ευθύνονται για περίπου το 74% των θανάτων παγκοσμίως. Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι εκατομμύρια πρόωροι θάνατοι στις χώρες-μέλη του θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί μέσω αποτελεσματικότερων πολιτικών δημόσιας υγείας και έγκαιρης παρέμβασης. Ταυτόχρονα, οι δαπάνες για την πρόληψη εξακολουθούν να αποτελούν μικρό μόνο ποσοστό των συνολικών δαπανών υγείας.
Οι αριθμοί αυτοί δεν περιγράφουν απλώς μια πίεση στους προϋπολογισμούς.
Περιγράφουν ένα μοντέλο που δοκιμάζεται απέναντι στις ανάγκες του 21ου αιώνα.
Και όταν ένα μοντέλο δοκιμάζεται, η λύση δεν είναι απλώς να αυξήσεις τους πόρους του.
Η λύση είναι να αναρωτηθείς αν εξακολουθεί να απαντά στις ανάγκες της εποχής του.
Γιατί οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν ξεκινούν όταν αλλάζουν οι προϋπολογισμοί.
Ξεκινούν όταν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το πρόβλημα.
Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε περισσότερα νοσοκομεία, περισσότερες κλίνες ή μεγαλύτερους προϋπολογισμούς. Όλα αυτά παραμένουν απαραίτητα. Κανένα σύστημα υγείας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ισχυρές δομές περίθαλψης. Ωστόσο, η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν είναι ποσοτική. Είναι ποιοτική.
Χρειάζεται να μετακινηθεί σταδιακά το κέντρο βάρους από την αποκλειστική διαχείριση της ασθένειας προς τη διαχείριση της υγείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία χάνει τη σημασία της. Σημαίνει ότι η θεραπεία δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό σημείο αναφοράς ενός σύγχρονου συστήματος.
Σήμερα διαθέτουμε δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλύει μεγάλους όγκους δεδομένων και να υποστηρίζει την έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων. Οι ψηφιακοί φάκελοι υγείας επιτρέπουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για κάθε πολίτη. Η τηλεϊατρική μπορεί να μειώσει τις γεωγραφικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες. Οι φορητές συσκευές παρακολούθησης υγείας προσφέρουν συνεχή δεδομένα που πριν από λίγα χρόνια ήταν διαθέσιμα μόνο μέσα σε ένα νοσοκομείο.
Η πραγματική αξία αυτών των εργαλείων, όμως, δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνολογία.
Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξουμε να την αξιοποιήσουμε.
Αν χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη απλώς για να κάνουμε ταχύτερα όσα ήδη κάνουμε, τότε θα έχουμε δημιουργήσει ένα πιο αποδοτικό σύστημα, όχι όμως ένα διαφορετικό σύστημα.
Αντίθετα, αν αξιοποιήσουμε την τεχνολογία για να εντοπίζουμε νωρίτερα τους ανθρώπους που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, να υποστηρίζουμε καλύτερα την πρωτοβάθμια φροντίδα, να εξατομικεύουμε τις παρεμβάσεις και να σχεδιάζουμε πολιτικές βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα, τότε η τεχνολογία παύει να είναι ένα ακόμη εργαλείο. Γίνεται καταλύτης μιας νέας φιλοσοφίας.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα από χώρες που επένδυσαν συστηματικά στη δημόσια υγεία.
Η εμπειρία της Βόρειας Καρελίας στη Φινλανδία δεν βασίστηκε σε μία νέα θεραπεία ή σε ένα νέο φάρμακο. Βασίστηκε στη συνεργασία επιστημόνων, τοπικών κοινωνιών, εκπαιδευτικών φορέων και πολιτείας με στόχο να αλλάξουν οι συνθήκες που οδηγούσαν σε αυξημένη νοσηρότητα. Η μείωση των καρδιαγγειακών θανάτων που ακολούθησε δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης παρέμβασης. Ήταν αποτέλεσμα μιας διαφορετικής φιλοσοφίας για το τι σημαίνει πολιτική υγείας.
Η Ελλάδα έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό της υγείας. Η άυλη συνταγογράφηση, ο ηλεκτρονικός φάκελος υγείας που αναπτύσσεται σταδιακά και τα οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου δείχνουν ότι υπάρχει διάθεση για αλλαγή.
Η πραγματική πρόκληση βρίσκεται πλέον μπροστά μας.
Δεν είναι να προσθέσουμε μεμονωμένες καινοτομίες σε ένα σύστημα που λειτουργεί όπως πριν.
Είναι να επαναπροσδιορίσουμε τον σκοπό του ίδιου του συστήματος.
Να πάψουμε να αξιολογούμε την επιτυχία αποκλειστικά από τον αριθμό των επεμβάσεων, των εξετάσεων ή των νοσηλειών και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε κάτι διαφορετικό:
Πόσα περισσότερα χρόνια ζωής με καλή υγεία προσφέραμε στους πολίτες;
Αυτός είναι ίσως ο πιο ουσιαστικός δείκτης μιας σύγχρονης πολιτικής υγείας.
Γιατί η επιτυχία ενός συστήματος δεν αποτυπώνεται μόνο σε όσα κατάφερε να θεραπεύσει.
Αποτυπώνεται και σε όσα κατάφερε να αποτρέψει, να καθυστερήσει ή να διαχειριστεί έγκαιρα.
Η δημόσια υγεία του μέλλοντος δεν θα οικοδομηθεί αποκλειστικά μέσα στα νοσοκομεία. Θα διαμορφωθεί στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, στις πόλεις που σχεδιάζουμε, στις ψηφιακές υποδομές που αναπτύσσουμε και στις πολιτικές που επηρεάζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων πριν εμφανιστεί η ανάγκη για νοσηλεία.
Η υγεία, τελικά, δεν είναι απλώς ένας ακόμη τομέας πολιτικής.
Είναι ο κοινός παρονομαστής πάνω στον οποίο στηρίζονται η οικονομία, η κοινωνική συνοχή, η παραγωγικότητα και η ποιότητα ζωής.
Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη μεταρρύθμιση των επόμενων ετών να μην αφορά ένα νέο νοσοκομείο, μια νέα θεραπεία ή μια νέα τεχνολογία.
Ίσως αφορά κάτι βαθύτερο: μια διαφορετική αντίληψη για τον σκοπό του ίδιου του συστήματος υγείας.
Την απόφαση να σχεδιάσουμε ένα σύστημα που δεν θα περιμένει απλώς να αντιμετωπίσει την ασθένεια, αλλά θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε περισσότεροι άνθρωποι να παραμένουν υγιείς για μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.
Αν ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας της θεραπείας, ο 21ος θα κριθεί από την ικανότητά μας να αξιοποιήσουμε τη γνώση, την τεχνολογία και τα δεδομένα ώστε να προσθέτουμε όχι μόνο χρόνια στη ζωή, αλλά και ζωή στα χρόνια.