Η στήριξη της Ελλάδας στην Ουκρανία πρέπει να είναι απαρέγκλιτη. Και αν είναι να ασκηθεί κριτική στην ελληνική κυβέρνηση είναι διότι κατά το παρελθόν η στήριξη αυτή ήταν κάπως ενδοιαστική και αρκετές φορές έμμεση. Αυτό συμβαίνει και λόγω της κατάστασης (και) στο κυβερνών κόμμα και ευρύτερα στο πολιτικό σύστημα αλλά και στην Ελληνική κοινωνία, όπου η Ρωσία έχει καταφέρει να εξαπλώσει την επιρροή της σε πολύ εκτεταμένο βαθμό.

Πάρτε για παράδειγμα τι συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ), που από την Κυριακή αναζωπυρώνεται και πάλι η προπαγάνδα εναντίον της Ουκρανίας, και του αγώνα της. Μια προπαγάνδα που ξεκινάει από τους ρωσικούς κύκλους, αναμεταδίδεται από τους ιδεολογικά συμπλέοντες με τον ρωσικό ιμπεριαλισμό –είτε γιατί ομνύουν στην ιδεολογία του, είτε διότι το θεωρούν «αντισυστημική πράξη» να ταυτίζονται μαζί του «ενάντια στην (ανύπαρκτη σαν ενιαίο σχέδιο και πολιτική, και κλυδωνιζόμενη λόγω παρακμής) Δύση».

Advertisement
Advertisement

Ωστόσο, ό,τι θα μπορούσε να πει και να κάνει η κυβέρνηση και η κάθε κυβέρνηση, η συμπαράσταση στην Ουκρανία γίνεται από θέση αρχής: είναι ένας αγώνας για την εθνική αυτοδιάθεση ενάντια σε μια αυτοκρατορία, είναι ο αγώνας μιας δύναμης ευρωπαϊκής απέναντι σε μια δύναμη ευρασιατική.

Εκφράζεται «από τα κάτω», την Ουκρανική κοινωνία, που παλεύει στην «μακρά ιστορική διάρκεια» για να απαγκιστρωθεί από τον ρωσικό κόσμο, με ένα πολιτικό πλαίσιο που συνδυάζει την δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την αποτίναξη των ολιγαρχικών διεφθαρμένων ελίτ, την διεκδίκηση ενός ευρωπαϊσμού που δεν ήταν σαν τον δικόν μας της δεκαετίας του 1990, που αρνούνταν το έθνος και πολωνόταν με την πολιτιστική ιδιοπροσωπία, καθώς αντίθετα εκεί αυτά βρίσκονται στην αιχμή του ευρωπαϊκού αιτήματος και όχι απέναντί του.

Και εδώ υπάρχει και ο αστερίσκος που αφορά στο πρόσφατο κρούσμα της διαφθοράς που αφορά στην κυβέρνηση Ζελένσκι· γιατί είναι οι ίδιες οι δυνάμεις που κρατάνε στο μέτωπο, και συντηρούν την πανεθνική προσπάθεια αποτίναξης της ρωσικής εισβολής που την αποκαλύπτουν, την καταγγέλλουν, και πιέζουν την κυβέρνηση για κάθαρση. Και είναι εντελώς αστείο να βλέπει κανείς υποστηρικτές του «ρωσικού κόσμου» να παριστάνουν τους τιμητές, γιατί η Ρωσία είναι η επιτομή τέτοιων πρακτικών, και τις χρησιμοποιεί στις χώρες που θέλει να εξασφαλίσει επιρροή για να εκβιάζει τις ελίτ που διαφθείρονται.

Όμως ας πάμε στα συγκεκριμένα του «κάθετου διαδρόμου»:

Πρώτον: Οι Αμερικάνοι έχουν το ενεργειακό πλεονέκτημα, γιατί ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’00 πρόκριναν την σχιστολιθική εξόρυξη, και έτσι μεταβλήθηκαν σε χώρα-εξαγωγέα ενεργειακών πόρων. Κάτι που πέραν των τεράστιων διαφοροποιήσεών τους, υπηρέτησαν όλες οι αμερικανικές κυβερνήσεις από τον Μπους τον νεώτερο, τον Ομπάμα, τον Τραμπ και τον Μπάιντεν.

Οι Ευρωπαίοι αντίθετα, ακολούθησαν την αυτοχειριαστική πολιτική των Σρέντερ-Μέρκελ, η οποία κατέστησε την ΕΕ ενεργειακά εξαρτώμενη από την Ρωσία, εφοδιαστικά από την Κίνα, ως προς το μεταναστευτικό από την Τουρκία. Αυτή η πολιτική, ήταν μια πολιτική που αμφισβητούσε την αξία των συνόρων, της γεωπολιτικής, της οικονομικής αυτοδυναμίας, και υπηρετούσε όλες τις αυταπάτες της παγκοσμιοποίησης.

Advertisement

Αυτό πληρώνει σήμερα η Ευρώπη, και γυρεύει LNG από τις ΗΠΑ, ενώ υπάρχουν αναξιοποίητα σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ολλανδία, λογουχάρη, ή την Ελλάδα. Και ενώ θα μπορούσε με διαφορετικό ενεργειακό μείγμα, και μια πολιτική για τις ΑΠΕ και την ήπια πυρηνική ενέργεια που θα είχε ως πρώτη προϋπόθεση την αυτοτέλεια της Ευρώπης, να μην είναι τόσο εκτεθειμένη και εξαρτώμενη από τους συμμάχους της.

Δεύτερον: Πέραν όμως του ενεργειακού πλεονεκτήματος με τον «κάθετο διάδρομο» συμβαίνει και κάτι άλλο που η ΕΕ απέτυχε να το συνειδητοποιήσει η ίδια και να το εκλογικεύσει, ενώ οι Αμερικάνοι βρίσκονται και σε αυτό το επίπεδο ένα βήμα πιο μπροστά.

Ο «κάθετος διάδρομος» οργανώνεται πάνω σε έναν άξονα ο οποίος απηχεί σε κοινές πολιτικές πραγματικότητες, και φέρνει κοντά χώρες με σημαντική πολιτιστική συνάφεια: ενώνει χώρες της Ευρώπης ακριτικές, της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες και ο Χριστιανισμός ευρύτερα, και η ορθοδοξία συγκεκριμένα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική τους φυσιογνωμία.

Advertisement

Είναι χώρες στις οποίες η Ελλάδα μπορούσε από την δεκαετία του 1990 κι έπειτα, να αξιοποιήσει την «κληρονομιά του Βυζαντίου» και να κινηθεί εκμεταλλευόμενη την επανένταξή τους στο διεθνές σύστημα αρχικά, και στην ΕΕ στη συνέχεια. Να αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις, και να αποκτήσει και η ίδια σημαντικό γεω-στρατηγικό και γεω-οικονομικό βάθος. Δεν το έκανε, γιατί (τουλάχιστον) βλακωδώς οι ελίτ εκείνη την εποχή στην Ελλάδα απεκδυόταν αυτήν την κληρονομιά ως οπισθοδρόμηση, αντί να την συνθέσουν με τον ευρωπαϊσμό. Και είναι αυτό απόδειξη της τύφλωσης και του μέγιστου επαρχιωτισμού τους.

Μια άλλη απόδειξη των ίδιων συνδρόμων είναι ότι (εξ ίσου βλακωδώς) μέχρι πολύ πρότινος θεωρούσαμε ότι στην Ανατολική Ευρώπη θα πάμε μέσω Μόσχας –παρ’ όλο που μπορούσαμε να σταθούμε μόνοι μας, πολιτιστικά, Εκκλησιαστικά, οικονομικά κ.ο.κ.

Με τούτα και με εκείνα, δεν θα πρέπει να απορούμε γιατί στο κενό της Ελλάδας, βρήκε περιθώριο η Τουρκία και πλασάρει εαυτόν ως «επιτήδειο ουδέτερο» στις σχέσεις με τις χώρες της περιοχής.

Advertisement

Και που σήμερα καλλιεργεί σημαντικές οικονομικές, αμυντικές, και πολιτικές σχέσεις.

Όλα όμως, συνέβησαν. Σημασία έχει από εδώ και στο εξής να συνειδητοποιήσουμε τον ρόλο μας και την δυναμική που μπορεί να αποκτήσουμε από τις εξελίξεις. Αυτό θα συμβεί μόνον εάν εγκαταλείψουμε την μεταπρατική αδράνεια που έχει το ελληνικό πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο: δεν αρκεί που είμαστε μεσάζοντες. Ο κάθετος διάδρομος και οι συμφωνίες για το LNG πρέπει να λειτουργήσουν ως αφετηρία έτσι ώστε να συνειδητοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνεται για να αναπτύξουμε την δική μας στρατηγική μέσα στην Ανατολική Ευρώπη. Την οποία θα πρέπει στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουμε και για να μεταβάλουμε προς όφελός μας τους συσχετισμούς και στην ΕΕ.

Κομμάτι αυτής της προσπάθειας, θα πρέπει να είναι να διευρυνθεί ο κάθετος διάδρομος, και να αφορά στην ανάπτυξη συνεργασιών πέραν της διανομής του εισαγόμενου αερίου. Σε ζητήματα που λειτουργούν για όλες τις εμπλεκόμενες χώρες ως πολλαπλασιαστής της ενδογενούς οικονομικής τους δυναμική, σε ό,τι αφορά στην άμυνα, στην βιομηχανία, τον πολιτισμό, ακόμα και την μετανάστευση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

Advertisement

Πέραν όμως από την realpolitik, αξίζει να δούμε τον κάθετο διάδρομο οραματικά. Να μας υπενθυμίσει αυτή η εξέλιξη ότι πρέπει να αποκαταστήσουμε την βαλκανική, και ανατολικοευρωπαϊκή γεωγραφία στην συνείδησή μας. Και να ανοιχτούμε εκ νέου σε αυτούς τους κόσμους –όπως κάναμε στο Βυζάντιο, αλλά και μετέπειτα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως «πιονέροι βαλκάνιοι ορθόδοξοι έμποροι» που έλεγε και ο ιστορικός Τράιαν Στογιάνοβιτς.

Advertisement