Η απόφαση της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, να θέσει σε παύση κάθε ουσιαστική προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό μέχρι τον Ιούλιο, συνιστά μια ασυνήθιστη επιλογή.
Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου της, αλλά κυρίως λόγω της φιλοσοφίας που τη διαπερνά: ο ΟΗΕ αποσύρεται προσωρινά, αναμένοντας «πρόοδο» από τους ίδιους τους ηγέτες, προτού επανεμπλακεί με την αιτιολογία, πως από την μια η κυπριακή δημοκρατία είναι απασχολημένη με άλλα ζητήματα και από την άλλη ότι οι δυο ηγέτες συμφώνησαν να μιλούν απευθείας χωρις τον ΟΓΕ ως διαμεσολαβητή.
Συγκεκριμένα, η Ολγκίν επικαλείται την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές και τη μεταβατική περίοδο στη βόρεια πλευρά. Πρόκειται, ωστόσο, για επιχειρήματα που περισσότερο θυμίζουν διαχειριστικές δικαιολογίες. Αν οι εκλογές και οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις αποτελούν εμπόδιο για συνομιλίες, τότε πότε ακριβώς θεωρείται η κατάλληλη στιγμή για την κυρία Ολγκίν;
Ακόμη πιο έντονα ερωτήματα προκαλεί η εκτίμηση της απεσταλμένης του ΟΗΕ ότι «δεν διαφαίνεται προοπτική», τη στιγμή που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δηλώνει δημοσίως ότι είναι έτοιμος ακόμη και άμεσα για διευρυμένη διάσκεψη, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου και του διαπραγματευτικού κεκτημένου του Κραν Μοντανά. Ο ίδιος μάλιστα αμφισβήτησε ευθέως τη λογική της, ότι οι εκλογές ή η Προεδρία της ΕΕ καθιστούν αδύνατη την επανέναρξη των συνομιλιών.
Εδώ και πάλι, προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: πού ακριβώς βασίζεται η εκτίμηση της Ολγκίν, περί απουσίας προοπτικής, όταν υπάρχει δημόσια δήλωση ετοιμότητας από τη μία πλευρά και καμία επίσημη άρνηση για συνάντηση; Αν η δημόσια, ξεκάθαρη τοποθέτηση ενός εκ των δύο ηγετών ότι «είμαι έτοιμος και αύριο» δεν αρκεί για να κινητοποιήσει τον ΟΗΕ, τότε ποιο είναι το πραγματικό κριτήριο ενεργοποίησης της διεθνούς μεσολάβησης;
Παράλληλα, η επιλογή της κας Ολγκίν, στο να μεταφέρει συναντήσεις για το Κυπριακό εκτός Κύπρου όπως με τους προέδρους των τεχνικών επιτροπών στο Λονδίνο και να περιορίσει την παρουσία της στο νησί, ενισχύει την αίσθηση μιας ας πούμε αποστασιοποίησης. Η ιδέα ενός «διαφορετικού μοντέλου αλληλεπίδρασης», όπου οι δύο πλευρές θα συνομιλούν χωρίς τον ΟΗΕ ως ενδιάμεσο, μπορεί να ακούγεται ελκυστική θεωρητικά. Στην πράξη όμως, σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής και γεωπολιτικής ανισορροπίας, εγκυμονεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της διεθνούς ευθύνης και κανονικοποίησης του αδιεξόδου.
Την ίδια στιγμή, από τουρκικής πλευράς επανέρχεται αμετακίνητα η θέση περί «κυριαρχικής ισότητας» ως προϋπόθεσης για οποιαδήποτε πρόοδο. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσωρινή απόσυρση του ΟΗΕ δεν λειτουργεί ως καταλύτης, αλλά ως σιωπηρή αποδοχή του στάτους κβο.
Το Κυπριακό δεν έχει ανάγκη από περισσότερο χρόνο αναμονής και χρονοτριβής με την δήθεν προετοιμασία για ώριμες συνθήκες. Έχει ανάγκη από ενεργή, σταθερή και ξεκάθαρη διεθνή εμπλοκή. Η αδράνεια, ακόμη κι όταν παρουσιάζεται ως «προετοιμασία», δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι στάση με πολιτικό βάρος και συνέπειες.
Αν εντέλει οι δηλώσεις των δύο ηγετών δεν αρκούν για να ξεκινήσει μια διαδικασία, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη προοπτικής. Είναι η απουσία βούλησης να δοκιμαστεί. Το θέμα είναι από ποιον ακριβώς διατηρείται η απουσία βούλησης;