«Ήταν η κακιά η ώρα. Μαλώσαμε. Χάλασε η φάση». Αυτές είναι οι λέξεις που έμειναν άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γυναικοκτονία της Γαρυφαλλιάς στη Φολέγανδρο, με τη δολοφονία μίας κοπέλας που πήγαινε για πρώτη φορά καλοκαιρινές διακοπές μακριά από τους δικούς της ανθρώπους, αλλά φαινομενικά μαζί με τον πιο δικό της άνθρωπο, τον σύντροφό της.
Ήταν η εκδοχή που επέλεξε να προβάλει ο δράστης, με τους ισχυρισμούς του, όταν εντοπίστηκε από τις αστυνομικές αρχές σε απομακρυσμένο σημείο του νησιού, όπου και είχε καταφύγει αμέσως μετά τη δολοφονία της συντρόφου του, την οποία κατόπιν επιχείρησε να αποσιωπήσει. Μία συγκεκριμένη διατύπωση μέσω της οποίας επιδίωξε να μετατοπίσει το βάρος από την ίδια την πράξη –στην περίσταση, από την δική του ευθύνη– σε μία υποτιθέμενη ένταση της στιγμής.
Η υπόθεση γυναικοκτονίας της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου, όμως, δεν αποτέλεσε απλά ένα ακόμη περιστατικό ακραίας μορφής έμφυλης βίας/γυναικοκτονίας, αλλά ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο διαχείρισης της ευθύνης, αποσιώπησης ή υποβάθμισης του πραγματικού.
Το χρονικό της γυναικοκτονίας
Τον Ιούλιο του 2021, η Γαρυφαλλιά Ψαρράκου δολοφονήθηκε στη Φολέγανδρο κατά τη διάρκεια των διακοπών της με και από τον σύντροφό της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, μετά από διαπληκτισμό μεταξύ τους, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ακινητοποιήθηκε από τον δράστη σε δύσβατο σημείο του νησιού και ακολούθησε η επίθεση εναντίον της. Ο δράστης, μετά τα χτυπήματα που της κατάφερε, την έσπρωξε στη θάλασσα από βραχώδες σημείο, με αποτέλεσμα η Γαρυφαλλιά να τραυματιστεί και να χάσει τη ζωή της από πνιγμό, σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα.
Στη συνέχεια, ο δράστης απομακρύνθηκε από το σημείο και επιχείρησε να κρυφτεί, μέχρι τον εντοπισμό του, λίγες ώρες αργότερα, από τις αστυνομικές δυνάμεις του νησιού. Στη συνέχεια, θέλησε να αποδώσει την πράξη-δολοφονία σε διαπληκτισμό, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Μαλώσαμε και χάλασε η φάση».
Κατά την απολογία του υποστήριξε ότι η Γαρυφαλλιά «τον ενέπαιζε», ότι ο ίδιος βρισκόταν σε έντονη συναισθηματική φόρτιση και ότι δεν είχε πρόθεση να τη σκοτώσει. Οι δικαστικές αρχές, ωστόσο, δεν αποδέχθηκαν την προσπάθεια αποσύνδεσης της πράξης από την ευθύνη του δράστη, αναγνωρίζοντας εν τέλει την τελεσθείσα πράξη ως ανθρωποκτονία από πρόθεση και καταλήγοντας στην καταδίκη του, με ποινή φυλάκισης ισόβια κάθειρξη.
Η γλώσσα ως πεδίο κοινωνικής διαχείρισης της έμφυλης βίας
Η φράση του δράστη σήμανε αμέσως την αποδόμηση της ευθύνης. «Μαλώσαμε και χάλασε η φάση»: η φράση αυτή εισχωρεί στη δημόσια σφαίρα όχι μόνο ως δήλωση του δράστη, αλλά ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας προσπάθειας να παρουσιαστεί ένα έγκλημα ως αποτέλεσμα μίας συγκυριακής σύγκρουσης, της «κακής στιγμής», όπως ο ίδιος δήλωνε, αποκομμένης από το ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας και κυριαρχίας που διατρέχουν την έμφυλη βία.
Αυτό που παρήγαγε κοινωνικά η συγκεκριμένη φράση έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για μία προκλητική δήλωση, αλλά για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής αποδραματοποίησης της ευθύνης: μία προσπάθεια να παρουσιαστεί η γυναικοκτονία ως αποτέλεσμα μιας συγκυρίας και όχι ως πράξη που εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυριαρχίας, ελέγχου και έμφυλης βίας.
Η συγκεκριμένη ρητορική δεν λειτουργεί μεμονωμένα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη «τακτική διαχείρισης» των γυναικοκτονιών, έναν επαναλαμβανόμενο τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και οι θεσμοί προσεγγίζουν κάθε νέα υπόθεση, μετατοπίζοντας συχνά τη συζήτηση από τις δομικές αιτίες στις επιμέρους συνθήκες του εγκλήματος.
Απέναντι σε αυτή την τακτική, η έννοια της γυναικοκτονίας αποκτά ένα ιδιαίτερο γλωσσολογικό φορτίο ευθύνης. Η χρήση του όρου δεν εξαντλείται στην κατονομασία μιας εγκληματικής πράξης, αλλά μετατοπίζει τη συζήτηση από τον κατονομασμό στη λογοδοσία, αναδεικνύοντας έτσι ότι η δολοφονία μιας γυναίκας λόγω του φύλου της δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εκδήλωση βαθύτερων κοινωνικών σχέσεων ανισότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η γυναικεία υποκειμενικότητα αναδεικνύεται σε πεδίο άσκησης εξουσίας, όπου η επιβολή, ο έλεγχος και η κυριαρχία συνθέτουν το υπόβαθρο μέσα στο οποίο η έμφυλη βία μπορεί να οδηγηθεί στην πλέον ακραία μορφή της, τη γυναικοκτονία.
Τι μας αποκαλύπτει, πέντε χρόνια μετά, η υπόθεση της Γαρυφαλλιάς για τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε, να κατονομάζουμε και να διαχειριζόμαστε τις γυναικοκτονίες;
Πέντε χρόνια μετά τη γυναικοκτονία της Γαρυφαλλιάς, το ερώτημα δεν αφορά μόνο τη μνήμη ενός εγκλήματος. Αφορά την ικανότητα μίας κοινωνίας να αναγνωρίζει το έμφυλο αποτύπωμα του εγκλήματος αυτού.
Η γυναικοκτονία αποτελεί μία εννοιολογική αναγνώριση της ιδιαίτερης κοινωνικής συνθήκης μέσα στην οποία μία γυναίκα δολοφονείται επειδή ακριβώς είναι γυναίκα. Από το 2021 έως σήμερα έχουν επιτευχθεί μετατοπίσεις-εξελίξεις, όπως η ορατότητα του φαινομένου στο δημόσιο λόγο και η αναγνώριση της έμφυλης διάστασής του.
Παρατηρείται ακόμη έντονη κοινωνική ευαισθητοποίηση της κοινωνίας πολιτών, μέσω άσκησης πίεσης και διεκδίκησης ουσιαστικών θεσμικών αλλαγών, ενώ πρωτοβουλίες εκπαίδευσης επαγγελματιών πρώτης γραμμής και ενίσχυσης των δομών υποστήριξης θυμάτων δείχνουν να αναπτύσσονται με κέντρο την πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση.
Η σημαντικότερη δε μεταβολή φαίνεται να αφορά την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία νοηματοδοτεί τη βία κατά των γυναικών. Από ένα «μεμονωμένο, δηλαδή, περιστατικό» σε «κοινωνικό φαινόμενο».
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν είναι πως σταμάτησαν οι γυναικοκτονίες — δε σταμάτησαν. Η μεγαλύτερη αλλαγή είναι ότι σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο οι γυναικοκτονίες να παρουσιαστούν ως «εγκλήματα πάθους», «οικογενειακές τραγωδίες» ή «κακές στιγμές», χωρίς να αμφισβητηθεί αυτό το πλανώδες αφήγημα από την ίδια την κοινωνία.
Η υπόθεση της Γαρυφαλλιάς ανέδειξε με οδυνηρή σαφήνεια ότι η ορατότητα ενός εγκλήματος δεν εξαρτάται μόνο από τη δικαστική του αντιμετώπιση. Διαμορφώνεται και από τον τρόπο με τον οποίο αυτό αφηγείται, κατονομάζεται και εγγράφεται στη συλλογική μνήμη.
Η έννοια της γυναικοκτονίας λειτουργεί ως εργαλείο αποκατάστασης του πραγματικού, αναγνωρίζοντας ένα ευρύτερο πλαίσιο ανισότητας, ελέγχου και εξουσίας πάνω στη γυναικεία υποκειμενικότητα, επαναφέροντας στο επίκεντρο τη δομική διάσταση της έμφυλης βίας, ένα έγκλημα που δεν εκλαμβάνεται ως μια μεμονωμένη «κακιά στιγμή».