Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μεγάλες προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο: τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική αλλαγή, υποχώρηση στη δημοκρατική διακυβέρνηση, ψηφιακός εθισμός, πόλεμοι, υβριδικές απειλές, δημογραφικό και μετανάστευση.
Στις Βρυξέλλες, παρά τις δυσκολίες που προκαλούν ο κανόνας της ομοφωνίας στη λήψη πολλών αποφάσεων και η θεσμική γραφειοκρατία, η ηγεσία της ΕΕ προσπαθεί να αντιμετωπίσει κάποια από αυτά τα μεγάλα θέματα.
Στην Αθήνα, ασχολούμαστε με μικροπολιτική: αν ο Λαζαρίδης ήταν αρκετά όμορφος ή είχε επαρκές πτυχίο, πόσους χωράει ο εξώστης του Τσίπρα, αν η Λατινοπούλου τρόλαρε επαρκώς την Κωνσταντοπούλου, πότε θα μπουν τα λεφτά του fuel pass για σκάρτο μισό ντεπόζιτο βενζίνη, αν η Νέα Αριστερά του 1% θα διασπαστεί από τα αριστερά ή τα δεξιά. Και βέβαια, πέσαμε πάλι από τα σύννεφα με το νέο κύμα ρουσφετιών του ΟΠΕΚΕΠΕ, τους εμπλακέντες βουλευτές, και μας φταίνε η Πόπη Παπανδρέου και η Κοβέσι.
Παρά τις απανωτές σφαλιάρες, μυαλό δεν βάζουμε. Είναι θλιβερό ότι 17 χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής μας κρίσης, η ελληνική κοινωνία παραμένει επίμονα ανεπίδεκτη μαθήσεως. Πάντα της φταίνε οι άλλοι, οι όποιοι άλλοι. Αυτή δεν φταίει ποτέ: για τα ρουσφέτια, για την οικονομική κρίση, για το χαμηλό επίπεδο πολιτικού λόγου, για την κυβέρνηση, για την αντιπολίτευση, για την αντιπαραγωγική ανάπτυξη του νυχάδικου, της τυρόπιτας, της Airbnb και της ταβέρνας.
Αναρωτιέμαι: Γιατί γίνονται ρουσφέτια; Πώς γίνονται ρουσφέτια; Μα κάποιοι τα ζητούν και κάποιοι τα ικανοποιούν. Χρόνια τώρα, έτσι γίνεται η πολιτική στην Ελλάδα. Όπως επίσης στα δυτικά Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, τη Νοτιοανατολική Ασία, την Υποσαχάρια Αφρική και της μπανανίες της Λατινικής Αμερικής.
Τα ρουσφέτια συμβαίνουν σε όλο το φάσμα της κρατικής δραστηριότητας: στις αγροτικές επιδοτήσεις, στις μεταθέσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, στη διαγραφή προστίμων, στην ανάθεση συμβάσεων, στη Δικαιοσύνη, στις Πολεοδομίες, στις Εφορίες, στις ΔΕΚΟ, στο να βρούμε κρεβάτι σε νοσοκομείο, στο να πάρουμε δίπλωμα· παντού, κυριολεκτικά. Δεν υπάρχει στην Ελλάδα κρατική δραστηριότητα και διαδικασία χωρίς ρουσφέτι.
Για τον Έλληνα, η φυσιολογική πρώτη αντίδραση όταν του τύχει κάτι σε σχέση με μια Δημόσια Υπηρεσία δεν είναι «ποια είναι η διαδικασία», αλλά «ποιον έχουμε εκεί». Τόσο απλά.
Είναι απολύτως εξευτελιστικό να προβάλλεται ως λύση για όλα αυτά η ψηφιοποίηση, δηλαδή η απεμπλοκή του ανθρώπου, όπως με τα πρόστιμα του νέου ΚΟΚ. Είναι η θλιβερή παραδοχή ότι μόνο χωρίς Έλληνα μπορεί να μην υπάρχει ρουσφέτι.
Ελάχιστοι Έλληνες μπορούν να καυχηθούν ότι δεν ζήτησαν ποτέ ρουσφέτι στη ζωή τους. Η συντριπτική πλειονότητα έχει ζητήσει ρουσφέτι τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του, και έχει αυτοσυγχωρηθεί για αυτό, ευχαρίστως ανεύθυνα.
Οι άνθρωποι που ζητούν τα ρουσφέτια δεν είναι τέρατα. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας: ο μπαμπάς που θέλει να το παίζει παράγοντας στο καφενείο, η δόλια μάνα που θέλει το παιδί κοντά, ο 35άρης που κουράστηκε να «πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι», ο στρατιωτικός που του αξίζει το εξωτερικό γιατί και ο τάδε πήγε. Όταν χτυπούν την πόρτα του βουλευτή, ακόμα και με μισή καρδιά, δικαιολογούν τη ραγιαδική κάμψη της ηθικής τους με την κακομοιριά τους, τη μιζέρια τους, τα αδιέξοδά τους, και βέβαια «αφού έτσι κάνουν όλοι». Μάλιστα. Δηλαδή, το κάνουν όλοι, γιατί το κάνουν όλοι. Πάλι δεν φταίμε εμείς.
Δεν θέλω να ξεπλύνω την κυβέρνηση, που έχει κουράσει πολύ μετά από 7 χρόνια, χωρίς πάγκο και ανεπαρκέστερη από όσο επικοινωνεί. Η πρωτοφανής αδυναμία της αντιπολίτευσης την κάνει να επιβιώνει ακόμα στοιχειωδώς. Όμως, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση αποτελούν αντανακλάσεις της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας χαμηλών προσδοκιών, χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς και το Κράτος, μιας κοινωνίας που ψηφίζει τον καταφερτζή, τον μπαρμπα-πιάτσα, τον πάροχο εκδούλευσης, τον σύγχρονο Γκρούεζα που μιλάει συνομωτικά στο γιορτινό τραπέζι για το ποιον ξέρει στο ΓΕΣ, ώστε να κανονίσει την αναβολή του «παιδιού» (που σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις, πωρώνεται με τα γεωπολιτικά, αλλά η θητεία τού είναι εμπόδιο στην καριέρα, και στην ουσία θέλει να δει άλλους να πολεμούν για να γράψει τη διπλωματική του).
Όλοι οι σύγχρονοι Γκρούεζες μπορεί να φαίνονται εξαιρετικά αστραφτεροί στις παρελάσεις και στα σόσιαλ, διαχέοντας τις υπαρξιακές τους αγωνίες να νιώθουν ισχυροί μέσα από δράσεις και κονσομασιόν. Αντί να πάνε να κοιταχτούν σε κανέναν ψυχίατρο για τη ναρκισσιστική διαταραχή που τους δέρνει, σκαλίζουν παλιούς συμμαθητές να βρουν τον προϊστάμενο στην Περιφέρεια για να πουλήσουν επιρροή στο σόι.
Δεν μπορεί να φταίνε ακόμα οι 4-5 αιώνες της Τουρκοκρατίας, οι Βαυαροί, ο εμφύλιος, το Παλάτι, η Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ. Δεν δικαιολογούμαστε πια. Είμαστε 200 χρόνια ανεξάρτητο κράτος, 45 χρόνια μέλος της ΕΟΚ/ΕΕ, περάσαμε κρίσεις, 3 κυβερνητικά κόμματα μεταπολιτευτικά (με τους συμμάχους τους). Και παραμένουμε από τα καλύτερα πελατάκια του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και ουραγοί σε αγοραστική δύναμη στους 27, με όραμα να κάνουμε το εφάπαξ φασαίικο μπεϊγκελάδικο.
Στον κόσμο συντελείται κοσμογονία και εμείς καθηλωμένοι στη διαχείριση παιδικών συναισθημάτων: θυμός, ανωριμότητα, τοξικότητα, λάσπη στον ανεμιστήρα, φταίνε πάντα άλλοι. Το θολό βλέμμα της εθνικής εισαγγελέως Ζωής και το σκουλαρικάκι της δικομανούς Καρυστιανού μάς εκφράζουν απόλυτα. Αποφεύγουμε την αυτοκριτική όπως ο διάολος το λιβάνι.
Η ευθύνη για τα ρουσφέτια είναι αυτονόητα συλλογική και δεν το λέει κανένας – μη, τζιζ!
Φυσικά, δεν αφορούν όλη την ελληνική κοινωνία αυτά.
Αφορούν όμως ακόμα μια πολύ μεγάλη της μερίδα, η οποία, δυστυχώς, δεν νομιμοποιείται ηθικά να παραπονιέται για μια κατάσταση που τροφοδοτεί και εν τέλει δεν δικαιούται δια να ομιλεί (όπως ειπώθηκε κάποτε, για άλλο λόγο).
Πώς να μην υπάρχει λειψανδρία στην πολιτική; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα ασχοληθεί με αυτήν, όταν για να εκλεγείς πρέπει να έχεις τις δεξιότητες του καταφερτζή που ξέρει τους κατάλληλους ανθρώπους στις σωστές Υπηρεσίες και ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι της εκδούλευσης και της υποχρέωσης; 3-4 ακόμα αποκαλύψεις ρουσφετιών ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν θα μπορούν να κλείσουν ψηφοδέλτια για τις επόμενες εκλογές.
Οι πολιτικοί μας δεν εκλέχτηκαν από εξωγήινους ή ξένους. Δεν είναι δυνατό να πέφτει κανείς σήμερα από τα σύννεφα με το τι συμβαίνει στη ΝΔ. Οι πολιτικοί μας εκλέχτηκαν από εμάς, σε μεγάλο ποσοστό στη βάση πελατειακών σχέσεων. Αυτό δεν το θίγει κανένας, γιατί δεν είναι ωραίο να μας λένε ότι φταίμε. Πρέπει να κολακεύεις τον λαό, για να επανεκλεγείς. Δεν πρέπει να του λες ποτέ ότι φταίει: είσαι κακός, του κουνάς το δάχτυλο, και ποιος είσαι εσύ;
Αν, όμως, δεν κοιταχτούμε στον καθρέφτη, δεν κάνουμε γενναία αυτοκριτική και δεν αξιώσουμε από τους εαυτούς μας πρώτα απ’ όλα αξιοπρέπεια, τότε και οι πολιτικοί μας ως αντανάκλασή μας, θα είναι πάλι χαμηλού επιπέδου, απολιτίκ πάροχοι εξυπηρετήσεων και Γκρούεζες, απλώς τώρα και στο TikTok.