Είχα μια συζήτηση τις προάλλες με μια φίλη και σχολιάζαμε τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις. Όχι κάποια συγκεκριμένη κυβερνητική απόφαση, ούτε κάποια δημοσκόπηση. Η κουβέντα περιστρεφόταν γύρω από τα πρόσωπα. Εκείνους τους πολιτικούς που βλέπουμε κάθε λίγα χρόνια να αλλάζουν κόμμα με την ίδια ευκολία που κάποιος αλλάζει πουκάμισο. Εκείνους που μέχρι χθες υπερασπίζονταν με πάθος μια πολιτική παράταξη και σήμερα βρίσκονται στην απέναντι όχθη, διαβεβαιώνοντάς μας ότι το κάνουν για το καλό της κοινωνίας.
Κάποια στιγμή η φίλη μου με ρώτησε:
«Πιστεύεις πραγματικά ότι όλοι αυτοί αλλάζουν πολιτικό χώρο επειδή ξαφνικά ανακάλυψαν μια νέα ιδεολογική αλήθεια;»
Η απάντησή μου ήταν σχεδόν αυτονόητη.
«Όχι. Οι περισσότεροι απλώς ψάχνουν την επόμενη ευκαιρία.»
Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι απλώς πολιτικός καιροσκοπισμός. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι αυτό που θα ονόμαζα «σωβινισμό της προσωπικής αυτοϊκανοποίησης».
Μια νοοτροπία που τοποθετεί το προσωπικό «εγώ» πάνω από κάθε συλλογική ανάγκη. Μια κατάσταση όπου η πολιτική παύει να είναι χώρος προσφοράς και μετατρέπεται σε εργαλείο προσωπικής επιβεβαίωσης. Γιατί αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, θα δει ότι αρκετοί από αυτούς τους διαχρονικούς πολιτικούς περιπλανώμενους δεν αλλάζουν κόμματα επειδή άλλαξαν αξίες. Αλλάζουν κόμματα επειδή άλλαξαν οι πιθανότητες εκλογής τους.
Η ιδεολογία γίνεται διαπραγματεύσιμη. Οι θέσεις γίνονται ευέλικτες. Οι διαφωνίες εξαφανίζονται ως διά μαγείας. Εκεί που κάποτε υπήρχαν «αδιαπραγμάτευτες αρχές», ξαφνικά εμφανίζονται «νέες πολιτικές συνθέσεις». Και πίσω από τις βαρύγδουπες εκφράσεις κρύβεται συνήθως μια πολύ απλή επιδίωξη: η αναζήτηση ενός αξιώματος.
Βουλευτής. Περιφερειάρχης. Δήμαρχος. Σύμβουλος. Γραμματέας. Δεν έχει τόση σημασία ο τίτλος. Σημασία έχει να υπάρχει τίτλος.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο του φαινομένου. Όταν η πολιτική μετατρέπεται από λειτούργημα σε προσωπικό project ανάδειξης, η κοινωνία περνά σε δεύτερη μοίρα. Οι πολίτες γίνονται κοινό. Οι ανάγκες τους γίνονται προεκλογικά συνθήματα. Τα προβλήματά τους μετατρέπονται σε ευκαιρίες δημόσιας προβολής.
Βλέπουμε ανθρώπους να μιλούν για αλλαγή, για μεταρρυθμίσεις, για ένα καλύτερο αύριο. Όμως πολλές φορές η μόνη αλλαγή που τους ενδιαφέρει είναι η δική τους πολιτική διεύθυνση. Η μόνη μεταρρύθμιση που τους αφορά είναι εκείνη που θα τους φέρει πιο κοντά στην εξουσία. Και το μόνο καλύτερο αύριο που φαίνεται να τους απασχολεί είναι το δικό τους.
Το πιο παράδοξο είναι ότι αρκετοί από αυτούς εμφανίζονται ως υπερασπιστές της κοινωνίας. Μιλούν στο όνομα των πολιτών, επικαλούνται τις αγωνίες του κόσμου, παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως αναγκαίο για την πρόοδο του τόπου. Όμως η πραγματική προσφορά δεν αποδεικνύεται από τα λόγια. Αποδεικνύεται από τη συνέπεια.
Διότι η συνέπεια είναι η πιο ακριβή αρετή στην πολιτική. Είναι εύκολο να αλλάζεις στρατόπεδο όταν φυσά διαφορετικός άνεμος. Είναι εύκολο να προσαρμόζεις τις απόψεις σου στις απαιτήσεις της εποχής. Είναι εύκολο να επανασυστήνεις τον εαυτό σου κάθε φορά που βλέπεις μια νέα ευκαιρία μπροστά σου. Το δύσκολο είναι να παραμένεις πιστός σε αρχές, ακόμη κι όταν αυτό έχει προσωπικό κόστος.
Ο μέσος πολίτης εργάζεται καθημερινά χωρίς προβολείς, χωρίς χειροκροτήματα και χωρίς δημόσια αναγνώριση. Παλεύει να χτίσει κάτι ουσιαστικό για την οικογένειά του και την κοινωνία γύρω του. Αντίθετα, ένα κομμάτι του πολιτικού προσωπικού μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε έναν διαρκή αγώνα αυτοεπιβεβαίωσης. Έναν αγώνα όπου η ουσία έχει αντικατασταθεί από την εικόνα και η προσφορά από την προσωπική φιλοδοξία.
Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους που συλλέγουν κομματικές ταυτότητες όπως άλλοι συλλέγουν επαγγελματικές κάρτες. Δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς του «όπου φυσάει ο άνεμος». Έχει ανάγκη από ανθρώπους που να μπορούν να υπηρετήσουν μια ιδέα ακόμη κι όταν αυτή δεν τους εξασφαλίζει εξουσία, προβολή ή πολιτική επιβίωση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία δεν είναι να εκλεγείς. Δεν είναι να αποκτήσεις έναν τίτλο ή ένα γραφείο. Είναι να μπορείς να κοιτάξεις πίσω και να πεις ότι άφησες κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκες.
Και δυστυχώς, πολλές φορές, πίσω από τις μεγαλόστομες αναφορές περί προσφοράς και κοινωνικής ευθύνης δεν κρύβεται κάποιο μεγάλο όραμα. Κρύβεται απλώς μια βαθιά ανάγκη προσωπικής δικαίωσης.
Ένα αχόρταγο «κοιτάξτε με».
Ένα επίμονο «δείτε με».
Ένα διαρκές «αναγνωρίστε με».
Ο σωβινισμός της προσωπικής αυτοϊκανοποίησης δεν χτίζει κοινωνίες. Χτίζει βιογραφικά. Και η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο κάποιοι θέλουν να πιστεύουμε.