Η ενεργειακή μετάβαση: ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει;
Η ενεργειακή μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως ένα κατεξοχήν τεχνολογικό εγχείρημα, εστιασμένο στην καινοτομία και στους δείκτες μείωσης των εκπομπών. Στην πράξη, ωστόσο η υλοποίησή της διέρχεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από ένα ολιγοπωλιακό σχήμα της αγοράς ενέργειας στο οποίο κυριαρχούν ιδιωτικά συμφέροντα.
Σήμερα, στη χώρα μας, αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς την κυρίαρχη επιλογή, αλλά διαμορφώνει ενεργά τους όρους της ενεργειακής μετάβασης, υπονομεύοντας ουσιαστικά το δημόσιο συμφέρον.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενεργειακή δημοκρατία δεν αποτελεί ούτε θεωρητική πολυτέλεια ούτε αφηρημένο σύνθημα. Είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής και κοινωνικής διεκδίκησης. Η παραγωγή ενέργειας δεν μπορεί να παραμένει συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων πρέπει να ανακατανεμηθεί ουσιαστικά και έμπρακτα, προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Οι ενεργειακές κοινότητες ως απάντηση
Οι ενεργειακές κοινότητες αποτελούν την πιο χειροπιαστή έκφραση της ενεργειακής δημοκρατίας. Είναι ήδη ένα δοκιμασμένο εργαλείο που επιτρέπει σε νοικοκυριά, δήμους και τοπικούς φορείς να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή, κατανάλωση και διαχείριση της ενέργειας.
Αποτελούν τον πιο άμεσο δρόμο προς ένα αποκεντρωμένο και κοινωνικά δίκαιο ενεργειακό μοντέλο, όπου οι πολίτες δεν είναι παθητικοί καταναλωτές αλλά συνδιαμορφωτές του συστήματος.
Η ενεργειακή κρίση ως πραγματική προειδοποίηση
Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση, όπως και όσες προηγήθηκαν, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Οι μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος δεν ήταν συγκυριακή «ανωμαλία», αλλά έκφραση μιας αγοράς ευάλωτης σε έντονες κερδοσκοπικές πιέσεις και ανισορροπίες.
Για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, η ενέργεια δεν είναι απλά ένα αγαθό. Είναι όρος επιβίωσης και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Και αυτό αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα: όταν η ενέργεια λειτουργεί αποκλειστικά ως εμπόρευμα, η κοινωνική ανισότητα εντείνεται.
Η απουσία από τον ελληνικό σχεδιασμό
Οι ενεργειακές κοινότητες παραμένουν περιθωριοποιημένες στον εθνικό σχεδιασμό.
Απουσίασαν από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται και στο Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, το νέο ευρωπαϊκό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Η απένταξη του προγράμματος «Απόλλων» από το Ταμείο Ανάκαμψης και η απώλεια 100 εκατομμυρίων ευρώ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αποτυχία υλοποίησης. Αποτυπώνει μια συγκεκριμένη επιλογή σχεδιασμού. Αντί το κράτος να κατευθύνει τους πόρους στην ενίσχυση αυτόνομων ενεργειακών κοινοτήτων ώστε χιλιάδες νοικοκυριά να παράγουν την ενέργεια που καταναλώνουν επέλεξε ένα διαφορετικό μοντέλο: τη διαμεσολάβηση μέσω ιδιωτών παραγωγών ενέργειας.
Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι οι δημόσιοι πόροι δεν θα κατευθυνόταν στην κοινωνία, αλλά σε έμμεση ενίσχυση μεγάλων ενεργειακών ομίλων, μέσω εγγυημένων τιμών αγοράς. Η επιλογή αυτή δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο. Η εξάρτηση από τρίτους και ο κακός σχεδιασμός κατέστησαν το χρονοδιάγραμμα ανεξέλεγκτο. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: το έργο δεν ωρίμασε ποτέ εντός των προθεσμιών του Ταμείου Ανάκαμψης και 100 εκατομμύρια ευρώ χάθηκαν.
Το κρίσιμο σημείο είναι σαφές: το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη πόρων. Τα χρήματα υπήρχαν. Αυτό που δεν υπήρξε ήταν πολιτική επιλογή υπέρ των ενεργειακών κοινοτήτων.
Και αυτό δεν οφείλεται σε ευρωπαϊκούς περιορισμούς. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ρητά τις ενεργειακές κοινότητες ως επιλέξιμο εργαλείο πολιτικής.
Ταυτόχρονα, η έλλειψη κατανομής ηλεκτρικού χώρου για τις ενεργειακές κοινότητες πολιτών είναι ένα ακόμη υπαρκτό και οξύ πρόβλημα με αποτέλεσμα οι αυθεντικές κοινότητες να βρίσκονται στην πέμπτη σειρά προτεραιότητας στη διαδικασία αδειοδότησης.
Τι θα μπορούσε να γίνει: ένα ρεαλιστικό παράδειγμα
Τι θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με τα 100 εκατομμύρια ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που δεν αξιοποιήθηκαν;
Με διαφορετικές πολιτικές επιλογές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ενεργειακές κοινότητες εθνικής κλίμακας, με άμεσο και μετρήσιμο κοινωνικό αποτύπωμα.
Μια ενεργειακή κοινότητα 10.000 νοικοκυριών, με ωφελούμενους έως 25.000 πολίτες, μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική εφαρμογή ενεργειακής δημοκρατίας. Με ένα υβριδικό σύστημα 42 MW φωτοβολταϊκής ισχύος και 90 MWh αποθήκευσης, μπορεί να εξασφαλιστεί υψηλή κάλυψη ενεργειακών αναγκών με τους πολίτες να μετατρέπονται από καταναλωτές σε συνιδιοκτήτες της ενέργειας.
Το συνολικό κόστος εκτιμάται στα 55–70 εκατομμύρια ευρώ, με δυνατότητα μείωσης μέσω ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, συλλογικών προμηθειών και οικονομιών κλίμακας. Η δημόσια συμμετοχή μπορεί να περιοριστεί στα 20–25 εκατ. ευρώ, με στόχο τη στήριξη της συμμετοχής, και ειδικά των ευάλωτων νοικοκυριών. Το υπόλοιπο χρηματοδοτικό σχήμα μπορεί να βασιστεί στη συμμετοχή των μελών της κοινότητας, μέσω εργαλείων άτοκης χρηματοδότησης και αποπληρωμής με βάση την εξοικονόμηση κόστους ενέργειας.
Τα αναμενόμενα οφέλη είναι πολλαπλά: μείωση της ενεργειακής δαπάνης για τα νοικοκυριά, ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών. Παράλληλα, θα συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ιδίως όταν συνδυάζεται με στοχευμένα προγράμματα αντικατάστασης ρυπογόνων συστημάτων θέρμανσης.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Περιφερειών, όχι μόνο σε διοικητικό επίπεδο, αλλά ως φορέων ενεργού ενεργειακού σχεδιασμού: στη διεκδίκηση διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου, στον συντονισμό συλλογικών σχημάτων πολιτών και φορέων, καθώς και στη διασύνδεση με ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Τι διακυβεύεται πραγματικά
Το πραγματικό διακύβευμα της ενεργειακής μετάβασης δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Ποιος ελέγχει την ενέργεια και ποιος ωφελείται;
Η ενεργειακή μετάβαση θα κριθεί τελικά εδώ. Είτε θα αποτελέσει μια πραγματικά δίκαιη και δημοκρατική τομή, είτε θα εξελιχθεί σε μια ακόμη αναδιάρθρωση της ίδιας άνισης αγοράς, μιας αγοράς όπου η ισχύς και τα κέρδη συγκεντρώνονται σε λίγους, ενώ η κοινωνική πλειοψηφία καλείται να πληρώσει το κόστος.
Η παρούσα κυβέρνηση έχει δώσει δείγματα γραφής, αφήνοντας την ενεργειακή δημοκρατία στο περιθώριο.
Γι’ αυτό και η ανάγκη για μια προοδευτική διέξοδο είναι επιτακτική: με δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή ενέργειας, διαφάνεια και σαφές κοινωνικό αποτύπωμα.