Του Δρ. Κωνσταντίνου Λασκαρίδη Διευθυντή Ορυκτών Πόρων και Μεταλλευτικής της Ε.Α.Γ.Μ.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στρατηγική προτεραιότητα την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού της σε κρίσιμες και στρατηγικές ορυκτές πρώτες ύλες, όπως το λίθιο, ο χαλκός, το νικέλιο, το κοβάλτιο και οι σπάνιες γαίες. Οι πρώτες αυτές ύλες αποτελούν τη βάση της ενεργειακής μετάβασης, της ηλεκτροκίνησης, της αποθήκευσης ενέργειας και των ψηφιακών τεχνολογιών που θα καθορίσουν την οικονομική ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών.
Παρά τις σημαντικές πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη διασφάλιση του εφοδιασμού σε κρίσιμες πρώτες ύλες, αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με νομοθετικές παρεμβάσεις, επενδύσεις ή επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων: η κοινωνική αποδοχή των έργων που απαιτούνται για την παραγωγή και επεξεργασία αυτών των υλικών.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια εμφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγόμενες πρώτες ύλες και να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή. Από την άλλη, συχνά παρατηρούνται έντονες αντιδράσεις απέναντι στην ανάπτυξη νέων μεταλλείων και εγκαταστάσεων επεξεργασίας. Το αποτέλεσμα είναι να υποστηρίζονται οι στόχοι της πράσινης μετάβασης, αλλά ταυτόχρονα να αμφισβητούνται τα έργα που είναι απαραίτητα για την επίτευξή τους.
Η έννοια της κοινωνικής άδειας λειτουργίας (Social Licence to Operate – SLO)
Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η έννοια της κοινωνικής άδειας λειτουργίας. Πρόκειται για τη διαρκή αποδοχή ενός έργου από τις τοπικές κοινωνίες και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεν είναι μια διοικητική ή νομική άδεια, αλλά ένα επίπεδο εμπιστοσύνης που επιτρέπει σε ένα έργο να αναπτυχθεί, να λειτουργήσει και να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.
Η κοινωνική άδεια βασίζεται σε τέσσερις θεμελιώδεις πυλώνες:
- Εμπιστοσύνη
- Διαφάνεια
- Συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών
- Περιβαλλοντική και κοινωνική υπευθυνότητα
Χωρίς αυτούς τους πυλώνες, ακόμη και έργα στρατηγικής σημασίας δυσκολεύονται να προχωρήσουν, ανεξάρτητα από τη θεσμική ή οικονομική υποστήριξη που διαθέτουν.
Πώς οικοδομείται η εμπιστοσύνη
Η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί δεδομένο ούτε μπορεί να επιβληθεί νομοθετικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων, δημόσιων αρχών και κοινωνίας. Η κοινωνική άδεια λειτουργίας οικοδομείται μέσα από αξιοπιστία, ουσιαστική διαβούλευση και αποδεδειγμένη περιβαλλοντική επίδοση.
Η διαφάνεια αποτελεί βασική προϋπόθεση. Οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστα στοιχεία για τα οφέλη, τους κινδύνους και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ενός έργου. Εξίσου σημαντική είναι η ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού, ώστε να αισθάνονται ότι οι απόψεις τους λαμβάνονται υπόψη.
Παράλληλα, οι δεσμεύσεις για περιβαλλοντική προστασία οφείλουν να συνοδεύονται από μετρήσιμα αποτελέσματα, ανεξάρτητους ελέγχους και δημόσια λογοδοσία. Τέλος, η δίκαιη κατανομή των ωφελειών συμβάλλει καθοριστικά στην αποδοχή ενός έργου, ιδιαίτερα όταν οι τοπικές κοινωνίες βλέπουν απτά οφέλη μέσω της απασχόλησης, των υποδομών και της τοπικής ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο σεβασμός στην πολιτιστική κληρονομιά και στις τοπικές αξίες. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η κοινωνική εμπιστοσύνη μπορεί να χαθεί πολύ πιο γρήγορα από όσο αποκτάται.
Διεθνή παραδείγματα
Η κοινωνική άδεια λειτουργίας δεν αποτελεί θεωρητική έννοια αλλά πρακτική προϋπόθεση ανάπτυξης.
Στη Φινλανδία, έργα όπως το Keliber αναδεικνύουν τη σημασία που μπορούν να έχουν η μεταλλευτική παράδοση, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και οι διαδικασίες διαβούλευσης στην κοινωνική αποδοχή των μεταλλευτικών έργων.
Στον Καναδά, οι συμφωνίες επιπτώσεων και οφελών (Impact and Benefit Agreements – IBAs) μεταξύ μεταλλευτικών εταιρειών και αυτόχθονων κοινοτήτων αποτελούν ένα σημαντικό παράδειγμα σύνδεσης της μεταλλευτικής ανάπτυξης με οικονομικά οφέλη, περιβαλλοντική διαχείριση και συμμετοχή των κοινοτήτων.
Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η κοινωνική αποδοχή δεν προϋποθέτει την υποβάθμιση των κινδύνων της εξόρυξης, αλλά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την πεποίθηση ότι οι επιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με υπευθυνότητα και διαφάνεια.
Η ελληνική περίπτωση: τα Μεταλλεία Κασσάνδρας
Στην Ελλάδα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Μεταλλείων Κασσάνδρας στη ΒΑ Χαλκιδική και ειδικότερα το έργο χαλκού-χρυσού των Σκουριών, το οποίο βρίσκεται στο τελικό στάδιο ανάπτυξης και θέσης σε λειτουργία. Σύμφωνα με τον υφιστάμενο προγραμματισμό, η πρώτη παραγωγή συμπυκνώματος χαλκού-χρυσού αναμένεται εντός του 2026, με την εμπορική παραγωγή να ακολουθεί.
Η περίπτωση των Σκουριών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας που συνοδεύει την ανάπτυξη μεγάλων εξορυκτικών έργων στην Ευρώπη. Η μακρά δημόσια συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από το έργο αναδεικνύει τη σημασία της κοινωνικής αποδοχής ως παράγοντα εξίσου σημαντικού με την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα.
Η εξέλιξη του έργου τα επόμενα χρόνια θα αποτελέσει ένα ενδιαφέρον πεδίο αξιολόγησης για τη σχέση μεταξύ μεταλλευτικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής διαχείρισης και κοινωνικής συναίνεσης.
Ο ρόλος της ΕΑΓΜΕ
Στην οικοδόμηση κοινωνικής εμπιστοσύνης καθοριστική είναι και η συμβολή των δημόσιων επιστημονικών φορέων. Στην Ελλάδα, η Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ) διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία στην αξιολόγηση ορυκτών πόρων, στη γεωλογική χαρτογράφηση, στη γεωπεριβαλλοντική παρακολούθηση και στον ποιοτικό έλεγχο ορυκτών πρώτων υλών.
Η ύπαρξη αξιόπιστων επιστημονικών δεδομένων συμβάλλει στη μείωση της παραπληροφόρησης και ενισχύει την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των Γεωλογικών Υπηρεσιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία διεθνώς, καθώς συμβάλλουν στη διασφάλιση της επιστημονικής γνώσης και στην αξιόπιστη, τεκμηριωμένη ενημέρωση των πολιτών.
Μέσα από την παραγωγή και διάχυση επιστημονικής γνώσης, η ΕΑΓΜΕ μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ πολιτείας, κοινωνίας και επενδυτών, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας διαφάνειας και εμπιστοσύνης.
Τα επόμενα βήματα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό γεωλογικό δυναμικό και μακρά μεταλλευτική παράδοση. Η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις κρίσιμες πρώτες ύλες απαιτεί μια νέα προσέγγιση που θα βασίζεται στην κοινωνική συναίνεση και στη βιωσιμότητα.
Τα επόμενα βήματα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:
- Τη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών διαλόγου μεταξύ πολιτείας, τοπικών κοινωνιών, επιστημονικών φορέων και επιχειρήσεων.
- Την αξιοποίηση της τεχνογνωσίας της ΕΑΓΜΕ για την παροχή αξιόπιστης και επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης προς τους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες.
- Τη συστηματική παρακολούθηση και δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών δεδομένων.
- Την ενίσχυση της τοπικής προστιθέμενης αξίας μέσω απασχόλησης, προμηθειών και αναπτυξιακών έργων.
- Την ενσωμάτωση των αρχών ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία και Διακυβέρνηση) και της κυκλικής οικονομίας σε όλο τον κύκλο ζωής των ορυκτών πόρων, με στόχο τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, τη βέλτιστη αξιοποίηση των πρώτων υλών και τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής αξίας που παράγεται για τις τοπικές κοινωνίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς οι αρχές αυτές μπορούν να μεταφραστούν στην πράξη. Πότε πρέπει να ξεκινά ο διάλογος με τις τοπικές κοινωνίες; Ποιοι πρέπει να συμμετέχουν και με ποιον ρόλο; Πώς διασφαλίζεται ότι η ενημέρωση είναι έγκαιρη, αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη και ότι η διαβούλευση αποτελεί ουσιαστικό μέρος του σχεδιασμού και όχι απλώς μια τυπική διαδικασία;
Οι απαντήσεις δεν μπορεί να είναι ίδιες για κάθε περιοχή και κάθε μεταλλευτικό έργο. Εκείνο όμως που μπορεί να αποτελεί κοινή αφετηρία είναι ότι η οικοδόμηση κοινωνικής εμπιστοσύνης πρέπει να αρχίζει έγκαιρα, πριν παγιωθούν θέσεις και αντιπαραθέσεις, και να αποτελεί μια συνεχή διαδικασία σε όλο τον κύκλο ζωής ενός έργου.
Η επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από την ανακάλυψη ή την εκμετάλλευση κοιτασμάτων, αλλά κυρίως από την ικανότητα δημιουργίας μιας σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ κοινωνίας και μεταλλευτικής ανάπτυξης.
Συμπεράσματα
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη δεν είναι μόνο τεχνολογική, οικονομική ή θεσμική. Είναι και κοινωνική. Η ενεργειακή μετάβαση και η στρατηγική αυτονομία προϋποθέτουν ασφαλή και βιώσιμη πρόσβαση σε κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, καθώς και την ανάπτυξη ανθεκτικών αλυσίδων αξίας εντός της Ευρώπης.
Η ανακύκλωση και η κυκλική οικονομία αποτελούν αναγκαία μέρη της λύσης, δεν μπορούν όμως από μόνες τους να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες σε πρώτες ύλες. Η υπεύθυνη πρωτογενής παραγωγή θα εξακολουθήσει, επομένως, να αποτελεί σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής δεν εξαρτάται μόνο από την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου ή την κινητοποίηση επενδύσεων. Εξαρτάται και από την ικανότητα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με τις κοινωνίες που καλούνται να φιλοξενήσουν τα έργα. Η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να νομοθετηθεί. Οικοδομείται με χρόνο, συνέπεια, διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση, ουσιαστικό διάλογο και σεβασμό προς τις τοπικές κοινωνίες.
Το πραγματικό ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι αν η Ευρώπη θα χρειαστεί κρίσιμες πρώτες ύλες, αλλά πού και με ποιους όρους θα παράγονται: με ποιους κανόνες περιβαλλοντικής και κοινωνικής υπευθυνότητας, με ποια συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και με ποιο επίπεδο κοινωνικής συναίνεσης.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η κοινωνική άδεια λειτουργίας δεν αποτελεί πλέον μια συμπληρωματική παράμετρο της μεταλλευτικής δραστηριότητας. Αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ώστε η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων να μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε μια πιο βιώσιμη, ανθεκτική και στρατηγικά αυτόνομη ευρωπαϊκή οικονομία.
Πηγή – περαιτέρω ανάγνωση: Το παρόν άρθρο αξιοποιεί στοιχεία και προβληματισμούς που αναπτύσσονται στο άρθρο του Tobias Rossi, “Europe wants critical minerals, just not the mines”, Mining.com, 20 August 2026.