Ο Μάρτιος του 2026 αποδείχθηκε ένας μήνας ορόσημο για τη διατλαντική συμμαχία, καθώς ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν δεν προκάλεσε μόνο μια τεράστια ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, αλλά αποκάλυψε και ένα βαθύ, υπαρξιακό ρήγμα στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Η άρνηση πολλών ευρωπαϊκών κρατών να συνδράμουν την αμερικανική πολεμική προσπάθεια πυροδότησε μια κρίση εμπιστοσύνης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ενότητα και το ίδιο το μέλλον του Οργανισμού. Η στάση των συμμάχων και η προοπτική μιας ενδεχόμενης αποχώρησης των ΗΠΑ, συνθέτουν την εικόνα της πιο σοβαρής δοκιμασίας που έχει αντιμετωπίσει το ΝΑΤΟ.

Αρνήσεις και υποστηρικτές

Η αντίδραση της Ευρώπης στην αμερικανική επιχείρηση κατά του Ιράν ήταν ένα πρωτοφανές κύμα άρνησης και επιφυλακτικότητας. Η Ισπανία πρωτοστάτησε, λαμβάνοντας τη δραστική απόφαση στις 30 Μαρτίου 2026 να κλείσει πλήρως τον εναέριο χώρο της για όλα τα αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που σχετίζονταν, άμεσα ή έμμεσα, με τον πόλεμο. Η απόφαση αυτή επέκτεινε την προηγούμενη απαγόρευση χρήσης των στρατηγικής σημασίας βάσεων της Ρότα και του Μορόν, αναγκάζοντας τα αμερικανικά αεροσκάφη σε δαπανηρές παρακάμψεις.

Advertisement
Advertisement

Αυτή η στάση δεν ήταν μεμονωμένη. Η Ιταλία αρνήθηκε την άδεια ανεφοδιασμού σε αμερικανικά βομβαρδιστικά στη βάση Σιγκονέλα, ενώ η Γαλλία περιόρισε τις υπερπτήσεις αεροσκαφών που μετέφεραν οπλισμό. Στην Ανατολική Ευρώπη, η παραδοσιακά φιλοαμερικανική Πολωνία εξέπληξε, αρνούμενη να αποστείλει στρατεύματα, να διαθέσει τις βάσεις της ή να μεταφέρει τα συστήματα Patriot στη Μέση Ανατολή, με τον υπουργό Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι να τονίζει ότι η προτεραιότητα της Συμμαχίας, ήταν η προστασία της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Η Γερμανία, διά του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, δήλωσε κατηγορηματικά ότι «αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος». Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και επέτρεψε περιορισμένη χρήση των βάσεων του στην Κύπρο για υποστηρικτικές ενέργειες, ξεκαθάρισε ότι δεν θα εμπλακεί σε έναν ευρύτερο πόλεμο.

Η υποστήριξη ήταν ελάχιστη και στοχευμένη. Η Ολλανδία ήταν η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ που έστειλε φρεγάτα για την προστασία των αμερικανικών αεροπλανοφόρων. Οι χώρες της Βαλτικής παρείχαν πλήρη διπλωματική κάλυψη, φοβούμενες ότι η αποδυνάμωση των ΗΠΑ θα αποθρασύνει τη Ρωσία. Η Ελλάδα συνέχισε να παρέχει κρίσιμη επιμελητειακή υποστήριξη μέσω της βάσης της Σούδας.

Η πιο περίπλοκη στάση ήταν αυτή της Τουρκίας: ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά τη χρήση του εδάφους και του εναέριου χώρου της για επιθετικές ενέργειες, ταυτόχρονα βασίστηκε απόλυτα στην αμυντική ομπρέλα του ΝΑΤΟ (ραντάρ Kurecik, συστήματα Patriot) για να αναχαιτίσει ιρανικούς πυραύλους που παραβίασαν τον εναέριο χώρο της. Η επίσημη γραμμή του ΝΑΤΟ, εκφρασμένη από τον Γενικό Γραμματέα Μαρκ Ρούτε, ήταν πως η Συμμαχία ως οργανισμός δεν θα παρασυρθεί στη σύγκρουση.

Το μέλλον του ΝΑΤΟ

Το πολιτικό χάσμα που αποκάλυψε η κρίση στο Ιράν γέννησε έντονο προβληματισμό, με τρία κυρίαρχα σενάρια να διαμορφώνονται για το μέλλον της Συμμαχίας. Κάθε σενάριο αντανακλά μια διαφορετική φιλοσοφία για τον ρόλο του ΝΑΤΟ στον 21ο αιώνα και υποστηρίζεται από διαφορετικά στρατόπεδα εντός του διατλαντικού άξονα.

1. Το σενάριο της «Ευρωπαϊκής Χειραφέτησης» (Strategic Autonomy)

Advertisement

Το πρώτο σενάριο, που υποστηρίζεται ένθερμα από τον Γάλλο Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και τη γερμανική κυβέρνηση, βλέπει την κρίση ως την οριστική απόδειξη ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει τη δική της στρατηγική αυτονομία. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η άρνηση της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας να διευκολύνουν τις ΗΠΑ δεν ήταν μια απλή διαφωνία, αλλά μια θεμελιώδης πράξη διεκδίκησης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Οι υποστηρικτές του, προβλέπουν τη δημιουργία ενός «σκληρού πυρήνα» εντός του ΝΑΤΟ (με άξονα Γαλλία-Γερμανία-Ισπανία), ο οποίος θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στην άμυνα της ευρωπαϊκής ηπείρου και θα αρνείται να ακολουθεί τις ΗΠΑ σε επεμβάσεις εκτός της γεωγραφικής περιοχής της Συμμαχίας, ειδικά όταν αυτές δεν έχουν τη σφραγίδα του Διεθνούς Δικαίου.

Η συνέπεια θα ήταν ένας μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ σε έναν οργανισμό με κύριο και σχεδόν αποκλειστικό σκοπό την αποτροπή έναντι της Ρωσίας, ενώ η Ευρώπη θα αναλάμβανε αυτόνομα τη διαχείριση κρίσεων στην περιφέρεια της.

Advertisement

2. Το σενάριο του «Συναλλακτικού ΝΑΤΟ» (Transactional NATO)

Στην αντίπερα όχθη, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, εξοργισμένη από τη στάση των Ευρωπαίων, σκέπτεται ένα διαφορετικό μοντέλο. Εκφραστές αυτής της γραμμής, όπως ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, έχουν δηλώσει ότι η αμερικανική προστασία «δεν είναι λευκή επιταγή». Το σενάριο αυτό προβλέπει τη μετατροπή της Συμμαχίας σε μια συναλλακτική σχέση. Οι ΗΠΑ θα προσφέρουν πλήρη αμυντική κάλυψη, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής ομπρέλας και της εφαρμογής του Άρθρου 5, μόνο σε «πιστούς» συμμάχους που ευθυγραμμίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες, όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Ολλανδία, που στήριξαν, άμεσα ή έμμεσα, την επιχείρηση στο Ιράν.

Αυτό θα οδηγούσε de facto σε μια διάσπαση της Συμμαχίας σε χώρες «πρώτης ταχύτητας» και «δεύτερης ταχύτητας», με τις τελευταίες να αντιμετωπίζουν μια αβέβαιη κατάσταση ασφαλείας. Μια τέτοια εξέλιξη θα ακύρωνε την έννοια της συλλογικής άμυνας και θα μετέτρεπε το ΝΑΤΟ σε ένα δίκτυο διμερών συμφωνιών, υπό την αμερικανική ηγεμονία.

Advertisement

3. Το σενάριο της «Τεχνολογικής Συγχώνευσης» (Functional NATO)

Ένα τρίτο, υποστηρίζεται από πρόσωπα όπως ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, και χώρες με πιο σύνθετη θέση, όπως η Τουρκία. Αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει το πολιτικό χάσμα ως αγεφύρωτο, αλλά εστιάζει στο γεγονός ότι η τεχνολογική και επιχειρησιακή συνεργασία παραμένει αναντικατάστατη. Η επιτυχής αναχαίτιση των ιρανικών πυραύλων πάνω από την Τουρκία, χάρη στο ραντάρ του ΝΑΤΟ στο Kurecik και τις συστοιχίες Patriot, απέδειξε ότι η στρατιωτική υποδομή της Συμμαχίας λειτουργεί κανονικά.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, το ΝΑΤΟ θα επιβιώσει ως ένας καθαρά τεχνολογικός και λειτουργικός οργανισμός που θα εστιάζει στην ανταλλαγή πληροφοριών, στα κοινά συστήματα αεράμυνας και στη διαλειτουργικότητα. Θα έπαυε όμως να λειτουργεί ως ένα ομοιογενές πολιτικό σώμα που λαμβάνει ομόφωνες αποφάσεις για πολέμους.

Advertisement

Αυτό θα διατηρούσε την αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας έναντι εξωτερικών απειλών, αλλά θα την αποστερούσε από μια κοινή εξωτερική πολιτική, αφήνοντας τα κράτη-μέλη ελεύθερα να ακολουθούν διαφορετικές πορείες σε διεθνείς κρίσεις.

Advertisement

Μετά τις ΗΠΑ;

Η πλέον ακραία, αλλά όλο και πιο συζητήσιμη, εξέλιξη μετά την κρίση του Μαρτίου 2026 είναι η πλήρης αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Μια τέτοια κίνηση, που αποτελεί ανοιχτή απειλή της κυβέρνησης Τραμπ προς τους Ευρωπαίους «αχάριστους» συμμάχους, θα σηματοδοτούσε το τέλος της αρχιτεκτονικής ασφαλείας που θεμελιώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα ανάγκαζε την Ευρώπη να αντιμετωπίσει μόνη της το μέλλον. Εξετάζονται ήδη τα πιθανά σενάρια αυτής της «επόμενης ημέρας».

Το πρώτο και πιο άμεσο σενάριο είναι η γέννηση μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης. Χωρίς την αμερικανική ομπρέλα, η Ευρώπη θα αναγκαζόταν να καλύψει μόνη της ένα τεράστιο κενό ασφαλείας. Το πιο κρίσιμο θα ήταν το πυρηνικό κενό.

Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να αποφασίσουν αν θα μπορούσαν και θα ήθελαν να επεκτείνουν τη δική τους πυρηνική αποτροπή για να καλύψουν ολόκληρη την ήπειρο, από την Πορτογαλία μέχρι την Πολωνία, κάτι το οποίο δεν γίνεται με τα σημερινά μέσα που διαθέτουν. Το οικονομικό κόστος θα ήταν αστρονομικό.

Advertisement

Μελέτες εκτιμούν ότι η Ευρώπη θα χρειαζόταν άμεσες επενδύσεις από 600 δις έως 1 τρις ευρώ και ετησίως δαπάνες 100δις, για να αντικαταστήσει τις αμερικανικές δυνατότητες. Οι αμυντικές δαπάνες κάθε χώρας θα έπρεπε να εκτοξευθούν πολύ πάνω από το 3% του ΑΕΠ.

Μια εναλλακτική, που προτείνεται από κύκλους της κυβέρνησης Τραμπ, είναι το σενάριο του «Αδρανούς ΝΑΤΟ» (Dormant NATO). Σε αυτή την περίπτωση, το ΝΑΤΟ δεν διαλύεται επίσημα, αλλά οι ΗΠΑ αποσύρουν το σύνολο των δυνάμεων τους και παύουν τη συμμετοχή τους στις δομές του.

Η Συμμαχία θα έμπαινε «στον πάγο», με την καθημερινή ευθύνη της άμυνας να πέφτει αποκλειστικά στους Ευρωπαίους. Θεωρητικά, θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί ξανά σε περίπτωση μιας υπαρξιακής κρίσης, αλλά στην πράξη, η αξιοπιστία της θα ήταν μηδενική.

Το πιο απαισιόδοξο σενάριο είναι η πλήρης διάλυση και η επιστροφή στις περιφερειακές συμμαχίες. Με την αποχώρηση των ΗΠΑ, ο πανικός θα οδηγούσε στην κατάρρευση της συλλογικής δομής. Χώρες της ανατολικής πτέρυγας, όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές, θα επιδίωκαν πάση θυσία απευθείας διμερείς αμυντικές συμφωνίες με την Ουάσιγκτον, προσφέροντας γη και ύδωρ για να διατηρήσουν την αμερικανική παρουσία στο έδαφος τους. Δυτικά κράτη, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θα προσπαθούσαν να χτίσουν τον δικό τους πόλο. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια κατακερματισμένη Ευρώπη, γεμάτη ανταγωνισμούς, με άγνωστο τον ρόλο της Ρωσίας.

Σε κάθε περίπτωση, χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ «όπως το γνωρίζουμε σήμερα» θα πέθαινε. Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια αδυσώπητη επιλογή: είτε να επωμιστεί ένα δυσθεώρητο οικονομικό και πολιτικό κόστος για να χτίσει από το μηδέν τη δική της αυτόνομη άμυνα, είτε να αποδεχτεί μια νέα, διαιρεμένη πραγματικότητα, με μια ρωσική σφαίρα επιρροής στα ανατολικά της σύνορα.