H ζωή του ελληνικού Τύπου είναι συνυφασμένη με την ιστορία του Σπύρου Τσαγγάρη. Μία ζωή που υπήρξε πραγματικά μυθιστορηματική σαν τα δακρύβρεχτα σενάρια ασπρόμαυρων ταινιών του 1960 που τα θεωρούσαμε αποκύημα οργιάζουσας φαντασίας. Κι όμως…
Μέσα του 19ου αιώνα, περίπου το 1860. Ένα μικρό παιδί, περίπου επτά ετών, ο Σπύρος Τσαγγάρης, γεννημένος το 1852 στην πανέμορφη αλλά ορεινή και άγονη Ζάτουνα Γορτυνίας, έφτασε πάμπτωχο, ρακένδυτο και ανυπόδητο στην Αθήνα για να δουλέψει ως εφημεριδοπώλης κοντά στον μεγαλύτερο αδελφό του, Γεώργιο, που ήταν ήδη εφημεριδοπώλης.
Πολλά παιδιά απ την Αρκαδία, κυρίως από χωριά της Γορτυνίας και της Μεγαλόπολης, λόγω ανέχειας ερχόντουσαν στην Αθήνα και απασχολούντο τα περισσότερα ως υποδηματοκαθαριστές, γνωστότεροι ως λούστροι, που καθάριζαν παπούτσια με τα κασελάκια τους στους δρόμους και τις πλατείες της πρωτεύουσας ζώντας κάτω από πανάθλιες συνθήκες. Οι περισσότεροι λούστροι μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα εργάστηκαν παράλληλα ως ταχυδρόμοι και εφημεριδοπώλες για να αυγατίσουν το πενιχρό εισόδημά τους.
Πώς γινόταν η διακίνηση των εφημερίδων
Το 19ο αιώνα, οι εφημερίδες ήταν ελάχιστες και η κυκλοφορία τους ήταν εβδομαδιαία ή δισεβδομαδιαία. Οι εκδότες της εποχής ήταν δημοσιογράφοι αλλά και λόγιοι. Ο Τιμολέων Φιλήμων που εξέδιδε τον Αιώνα, ο Ιωάννης .Δ. Βιθυνός, τα Ημερήσια Νέα, ο Γεώργιος Σιβιτανίδης, τον Τηλέγραφο, ο Γεώργιος Γονίδης την Εθνεγερσία, ο Αριστείδης Βαμπάς την Στοά, ο Δημήτριος Κορομηλάς, την Εφημερίδα και άλλοι λίγοι ακόμα που έβγαλαν κάποιες βραχύβιες εφημερίδες. Επόμενο ήταν η πώληση τους να μη γίνεται οργανωμένα γιατί οι εκδότες-δημοσιογράφοι δεν γνώριζαν πώς να προωθήσουν τις εφημερίδες τους. Τα Αθηναϊκά φύλλα δεν κυκλοφορούσαν πέραν της πρωτεύουσας και κυρίως στηρίζονταν στις συνδρομές. Στην επαρχία, επίσης, τα ελάμβαναν μόνο ελάχιστοι συνδρομητές μέσω ταχυδρομείου. Έτσι οι εκδότες στρατολογούσαν τα μικρά λουστράκια για να πουλήσουν ή να διανείμουν στις πόρτες των συνδρομητών τις εφημερίδες.
Ο Γεράσιμος Τζανέτος, εκδότης της βραχύβιας πολιτικής, σατυρικής εφημερίδας, Τις πταίει,έγραφε στο φύλλο της 29ης Ιουνίου 1875: «Ενταύθα υπάρχουσι νέοι τινες καλούμενοι μάγκαι, πωλούντες εν ταις οδοίς τας εφημερίδας και κύριον επάγγελμά προς το βιοπορίζεσθαι τούτο έχοντες».
Αυτοί οι μικροί γαβριάδες, ξημερώματα παρελάμβαναν από τα τυπογραφεία τις εφημερίδες και αφού τις φορτωνόντουσαν, διέσχιζαν οδούς με θαυμαστή ταχύτητα, διαλαλώντας με στεντόρεια φωνή τα φύλλα και τα σπουδαία νέα της ημέρας. Το μεσημέρι αργά επέστρεφαν τα φύλλα που δεν πούλησαν και έπαιρναν τον όβολό τους απ’ τις πωλήσεις. Η ενασχόληση αυτή τους είχε φέρει κοντά με τον δημοσιογραφικό κόσμο που πραγματικά τους στήριξε και βοήθησε να ακουστούν τα βάσανα και τα παράπονά τους μέσα απ τα χρονογραφήματα των εφημερίδων τους.
Το πρώτο πρακτορείο εφημερίδων – Το «τσαρδί» του Τσαγγάρη
Ο μικρός Σπύρος Τσαγγάρης ξεκίνησε να πουλά εφημερίδες δίπλα στον αδελφό του και με την σβελτάδα, την προθυμία και την καλή συμπεριφορά του πολύ γρήγορα έγινε απ’ τους καλύτερους πωλητές και αγαπητός στους δημοσιογράφους.
Περίπου το 1875, το ανήσυχο και-όπως αποδείχτηκε- δημιουργικό μυαλό του, άρχισε να απασχολείται με το πώς θα μπορούσε να γίνει καλύτερα και πιο συντονισμένα η πώληση και διάδοση των εφημερίδων ώστε να φθάνει η γνώση και η πληροφορία παντού και συγχρόνως να αποφέρει πνευματικό και οικονομικό κέρδος. Έτσι συνέλαβε την πρώτη ιδέα συστηματοποίησης της δουλειάς.
Μάζεψε περίπου πενήντα παιδιά. Ο ίδιος έπαιρνε για λογαριασμό του τα φύλλα απ’ τα τυπογραφεία των εφημερίδων και τους τα μοίραζε. Πουλούσε κι αυτός κι εκείνα. Ο ίδιος έπαιρνε απ’ τις εφημερίδες ένα ποσοστό από την πώληση και στα παιδιά, ως αντάλλαγμα, έδινε στέγη, τροφή και ένδυση. Είχε πιάσει ένα δωμάτιο δίπλα στη Βαρβάκειο Αγορά, γνωστό με το όνομα «τσαρδί», που χρησιμοποιείτο την ημέρα ως υποτυπώδες «πρακτορείο» και το βράδυ λειτουργούσε ως κοιτώνας για τα παιδιά -εφημεριδοπώλες. Φρόντιζε, επίσης, τα παιδιά αυτά να μάθουν γράμματα στη νυχτερινή “Σχολή Απόρων Παίδων“ του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», εκεί που και ο ίδιος έμαθε τα πρώτα γράμματα. Μη λησμονώντας ποτέ τα οφέλη που αποκόμισε απ΄ το σχολείο εκείνο, από ευγνωμοσύνη έγινε «Μέγας Ευεργέτης» της Σχολής και τακτικό μέλος (1921).
Σύντομα θα προσεταιριστεί άλλους Γορτύνιους που είχαν μικρότερα και ανοργάνωτα «τσαρδιά», τους: Χρήστο Παντούλη (ή Παντούλια), Δράκο Παπαδημητρίου, Παρασκευά Παρασκευόπουλο, Κ. Δημητρακούλια και Πάνο Χ. Πανουριά, με τους οποίους θα συστήσει το 1882 το παντοδύναμο «Κεντρικό Πρακτορείο Εφημερίδων ‘’Σπύρος Τσαγγάρης’’» στην οδό Πραξιτέλους. Αρχικά ανέλαβαν την πώληση του εβδομαδιαίου σατυρικού περιοδικού Παληάνθρωπος του Ιωάννη Βερβέρη και αργότερα το Μη χάνεσαι του Βλάση Γαβριηλίδη που το 1883 θα εξελιχθεί στην καθημερινή και επαγγελματικά οργανωμένη πλέον εφημερίδα Ακρόπολις. Η ύπαρξη του Πρακτορείου θα συντελέσει εν πολλοίς σε εκδοτική έκρηξη των ημερησίων εφημερίδων, όπως: Εφημερίς, Σκριπ, Εμπρός, Εστία, Καιροί κ.α. οι οποίες πλέον θα τεθούν υπό το πρακτορείο του και θα κυκλοφορούν μέσω αυτού.
Δεν θα αρκεστεί στην πώληση και διάδοση των εφημερίδων στην Αθήνα. Θα ανοίξει πρακτορεία σε όλες τις επαρχίες της ελληνικής Επικράτειας και θα διαδώσει τις εφημερίδες στα πιο απομακρυσμένα χωριά. Η εφημερίδα Χρόνος θα γράψει το 1910: «Πριν από 15 χρόνια δεν κυκλοφορούσαν ούτε 5.000 φύλλα. Σήμερα η ημερήσια κυκλοφορία των εφημερίδων υπερβαίνει τις 70.000 (…)».
Το πρακτορείο θα οργανωθεί υποδειγματικά πλέον, με λογιστήριο, υπαλλήλους, μόνιμους πωλητές και αποκλειστικούς υποπράκτορες στην Επαρχία και το Εξωτερικό. Ο δε εφημεριδοπώλης εξελίχθηκε σε επαγγελματία που ασκούσε ένα δύσκολο και απαιτητικό επάγγελμα.
Η παντοδυναμία του στον ελληνικό Τύπο-Οι αιχμές του Δημήτρη Ταγκόπουλου (Νουμάς)
Η παντοδυναμία θα φέρει και δυσαρέσκειες, ενστάσεις και διχόνοιες.
Ο Δημήτριος Ταγκόπουλος θα γράψει στο Νουμά το 1903 για την παντοδυναμία του Σπύρου Τσαγγάρη, του «σουλτάνου» όπως τον αποκαλούσε:
«- Τόπε ο Γέρος! – Τόπε ο κυρ Σπύρος! Αν δεν το πει ο κυρ Σπύρος οι κ.κ. λούστροι δεν φωνάζουν το φύλλο σου και οι κ.κ. Έλληνες ούτε το παίρνουν χαμπάρι πώς βγάζεις εφημερίδα. Αν πάλι το πει ο κυρ Σπύρος, η χειρότερη πατσαβούρα γίνεται η πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα (…). Μετά λέμε πως έχουμε ανεξαρτησία Τύπου». Δεν θα αρνηθεί όμως τα πατριωτικά του κίνητρα στους στόχους και το έργο του.
Μία επίσης από τις πιο σημαντικές μαρτυρίες για τον τρόπο που λειτουργούσε ο ελληνικός Τύπος στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και για την συμβολή και επιρροή του Σπύρου Τσαγγάρη στη λειτουργία του, βρίσκεται στο έργο του δημοσιογράφου και συγγραφέα, Αθανασίου (Νάσου) Ζερβόπουλου (Κρουπ), «Δέκα χρόνια κοντά στον Βλάση Γαβριηλίδη» που δημοσίευσε το 1933 σε συνέχειες το περιοδικό Μπουκέτο. Στο στ΄ μέρος, ο Ζερβόπουλος αναφέρεται εκτεταμένα στον Σπύρο Τσαγγάρη αποκαλώντας τον: «Αυτοδημιούργητο μεγαθήριο του Τύπου που δημιουργούσε και εξόντωνε, αν ήθελε, τις αθηναϊκές εφημερίδες, διότι ανέβαζε και κατρακυλούσε την κυκλοφορία τους κατ΄ αρεσκείαν».
Ο Σπύρος Τσαγγάρης είχε ψύχωση με τον Βλάση Γαβριηλίδη
Η Ακρόπολις δεν θα υπήρχε και οι μεγάλες δημοσιογραφικές επιτυχίες του Γαβριηλίδη δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς την επιμονή και στήριξη του Τσαγγάρη.
Ο Τσαγγάρης έτρεφε μεγάλο θαυμασμό και εκτίμηση για τον Γαβριηλίδη. Είναι γνωστό ότι με την επιμονή και την αποκλειστική χορηγία του Τσαγγάρη πείστηκε ο Βλάσης Γαβριηλίδης να εκδώσει την σατυρική εφημερίδα Μη χάνεσαι που είναι ο πρόδρομος της Ακροπόλεως. Η έκδοση μιας εφημερίδας κόστιζε 500 έως 1000 δρχ. εκείνες τις εποχές. Ο Τσαγγάρης έβαλε ενέχυρο ένα χρυσό ρολόι με χρυσή καδένα που μόλις είχε αγοράσει και με τις 500 δρχ που έλαβε, δάνεισε τον Γαβριηλίδη. Μάλιστα είχε γίνει γνωστό ότι ο Τσαγγάρης που εκείνη την εποχή ήταν τρελά ερωτευμένος και αρραβωνιασμένος με την «Παρασκευούλα», την μετέπειτα γυναίκα του, είχε κάνει θυσίες να πάρει αυτό το χρυσό ρολόι, ώστε «να την εντυπωσιάσει» (όπως τον πείραζε ο Γαβριηλίδης).
Επίσης, στην εκτίμηση που έτρεφε ο Τσαγγάρης στο πρόσωπο του Γαβριηλίδη οφείλεται και η απόκτηση, το 1888, του πρώτου κυλινδρικού πιεστηρίου στην Ελλάδα, που ονομάστηκε «μαμούθ», το οποίο έφερε πρώτη η Ακροπόλις αλλάζοντας τα δεδομένα της έντυπης δημοσιογραφίας. Ο Τσαγγάρης εγγυήθηκε οικονομικά για την απόκτησή του, προκαταβάλλοντας στον Γαβριηλίδη τα έσοδα από τις μελλοντικές πωλήσεις των φύλλων της Ακροπόλεως στους δρόμους.
Κάποτε, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, πάντοτε πρωτοπόρος στις ιδέες, θέλησε να στείλει Έλληνες δημοσιογράφους στην επαρχία και σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, γεγονός πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δημοσιογραφικά χρονικά. Η σκέψη δεν μπορούσε να υλοποιηθεί καθώς το κόστος των οδοιπορικών, διαμονής, τροφής ήταν δυσβάσταχτο. Τότε, πάλι, μεσολάβησε ο Τσαγγάρης με οικονομική ενίσχυση.
Για τον Γαβριηλίδη έλεγε με στόμφο:
-Μεγάλος άνθρωπος! Πολλά γράμματα ήξερε, αλλά θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος αν ήξερε και λίγη αριθμητική»! θέλοντας να δείξει την μεγάλη πνευματική αξία του Γαβριηλίδη. «Αυτό το τελευταίο (περί άγνοιας αριθμητικής) μπορούν να το εξηγήσουν καλά όσοι εγνώρισαν τον Γαβριηλίδη» επιβεβαιώνει ο Φώτος Γιοφύλλης και όχι μόνο.
Η παρασημοφόρηση που του προξένησε θλίψη
Αλλά και ο Γαβριηλίδης μεσολάβησε προς τον Χαρίλαο Τρικούπη ώστε να απονεμηθεί στον Τσαγγάρη ο «Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος» στις 4 Ιουλίου 1901.
Παρά την χαρά για την τιμή που αξιώθηκε από το κράτος, η βράβευση τού προξένησε και θλίψη γιατί ήταν η αιτία να ψυχρανθεί με τους υπόλοιπους Γορτύνιους συνεταίρους του, οι οποίοι δυσανασχέτησαν που βραβεύτηκε μόνο αυτός. Ο Τσαγγάρης ζήτησε από τον εκδότη του Σκριπ, Ευάγγελο Κουσουλάκο, που ήταν φίλος του, να μεσολαβήσει να λυθεί το θέμα. Ο Κουσουλάκος τους πρότεινε να φορούν εκ περιτροπής το παράσημο αλλά αυτό δεν έγινε αποδεκτό και έτσι οι συνεταίροι του αποχώρησαν.
Την παρασημοφόρηση του Τσαγγάρη δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασχολίαστη ο Σουρής, αφού άλλωστε στα τυπογραφεία του Τσαγγάρη εξέδιδε τον Ρωμηό του. Στις 6 Ιουλίου 1901, ο Φασουλής με τον Περικλέτο σχολίασαν με το δικό τους τρόπο το γεγονός:
Ω, Σπύρο μου, Τσαγγάρη μου, με τον Σταυρό στο στήθος,
που τον κοιτάζει με καημό και με ζήλεια το πλήθος!
Ποιος να το ελπίση, μάστορα, πως μες στα τυπογραφεία
θα έμπαινε για χάρη σου η Βασιλική σοφία,
και πως ο Ρωμηός που βγαίνει με χίλια δυο καρδιοχτύπια,
θα είχε για τυπογράφο Ιππότη με Φιλίππια;
Το 1911, οι συμπατριώτες του Αρκάδες θα τον τιμήσουν με την ψήφο τους και θα εκλεγεί βουλευτής στην Αναθεωρητική Βουλή του 1911.
Επίσης η αποκλειστική πώληση του μεγάλου λαχείου των Συντακτών είχε ανατεθεί στο Πρακτορείο του.
H οδός Σπύρου Τσαγγάρη
Το 1934, με την απόφαση αρ. 85, ο Δήμος Αθηναίων θέλοντας να τιμήσει τον άνθρωπο στον οποίο οφείλεται η γιγαντιαία ανάπτυξη του Τύπου στην χώρα, μετονόμασε τμήμα της οδού Μονής Αστερίου (πρώην Ιλισσού) στην Πλάκα, από τη Λεωφ. Αμαλίας έως την οδό Δαιδάλου, σε οδό Σπύρου Τσαγγάρη, εκεί δηλαδή που από το 1900 υπήρχε το επιβλητικό αρχοντικό της οικογένειας Τσαγγάρη. Το 1938, η Υποεπιτροπή του δήμου που είχε καταρτιστεί για να επανεξετάσει τις ονοματοδοσίες των δρόμων της Αθήνας με σκοπό να διορθώσει ή να συμπληρώσει κάποιες, ζήτησε να απαλειφθεί η ονομασία «Τσαγγάρη» με την αιτιολογία ότι ο τιμώμενος υπήρξε ένας «πρώην πράκτωρ» (sic)! Τελικά δεν πραγματοποιήθηκε η μετονομασία του δρόμου λόγω της σφοδρής αντίδρασης του Τύπου που υπερασπίστηκε το σκεπτικό του 1934, ότι ο Τσαγγάρης υπήρξε ένας από τους κυριότερους συντελεστές της προόδου της Ελλάδας.
Και κάποια απ΄ τα ιστορικά ανέκδοτα για τον Τσαγγάρη
Ο Δημήτριος Καλαποθάκης, δημοσιογράφος και εκδότης του Εμπρός, είχε κάποτε στα γραφεία του ένα μικρό λυκόπουλο. Επειδή όμως είχε τραβήξει όλες τις διαφημίσεις των καταστημάτων η εφημερίδα του, ο αντίζηλός του, ο Ευάγγελος Κουσουλάκος, δημοσιογράφος και εκδότης της Σκριπ, επήγε να συμβουλευθεί τον Τσαγγάρη τι να κάνει να σταματήσει την προτίμηση του κοινού προς το Εμπρός.
-Γράψε στο Σκριπ, τον συμβούλεψε ο Τσαγγάρης, ότι πήγαν δύο έμποροι στο Εμπρός να δώσουν ρεκλάμες και δαγκώθηκαν από το λύκο του Καλαποθάκη και μεταφέρθηκαν σε κακή κατάσταση στο νοσοκομείο.
Έτσι και έγινε. Ο Κουσουλάκος την επομένη ξεφούρνισε την «είδηση» και το αποτέλεσμα υπήρξε κεραυνοβόλο. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει τα γραφεία του Εμπρός. Ετσι ο Καλαποθάκης αναγκάστηκε να κρεμάσει τον λύκο απ το μπαλκόνι για να δουν όλοι ότι ψόφησε και να αποκτήσει πάλι την πελατεία του.
Με τις νίκες της Ελλάδας μετά τους Βαλκανικούς πολέμους μουρμούριζε, δήθεν θυμωμένος, ενώ γελούσαν και τα μουστάκια του από χαρά και περηφάνια:
-Κακός μπελάς κι αυτός ο Βενιζέλος! ‘Άλλα πρακτορεία θα φτιάξω πάλι!
Και όταν μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών επισκέφθηκε τον Βενιζέλο, εξέφρασε την ικανοποίησή του με ένα ευφυολόγημα χαριτωμένο:
-Κύριε Πρόεδρε, σιγά σιγά το μεγάλωμα της Ελλάδος, σας παρακαλώ! Δεν προφθαίνω να φτιάχνω πρακτορεία!
Βέβαια, δύο χρόνια αργότερα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα είναι απαρηγόρητος καθώς και τα Μικρασιατικά και τα Θρακικά του πρακτορεία χάνονταν και εκμυστηρευόταν ότι έτρεμε αν θα κρατήσει το Μακεδονικό.
Ήταν τόσος ο θαυμασμός και ο μύθος γύρω απ΄ τ΄ όνομά του, ώστε ο Κωστής Μπαστιάς είχε γράψει ότι πριν τον γνωρίσει, έχοντας ακούσει στα δημοσιογραφικά γραφεία τόσες συζητήσεις για εκείνον, νόμιζε ότι πρόκειται για ένα γίγαντα στη θωριά και όταν, δεκαοχτάχρονος φοιτητής και δόκιμος δημοσιογράφος, τον συνάντησε σε κάποια εφημερίδα, με έκπληξη είδε μπροστά του ένα κοντόσωμο, απλό και ήρεμο άνθρωπο!
Ο Τσαγγάρης γενικά εκτιμούσε πολύ τους δημοσιογράφους και έλεγε συχνά:
-Αυτοί οι άνθρωποι σκοτώνονται μέρα-νύχτα για να ξεστραβώσουν τον κόσμο που τους δίνει εις αμοιβή μια πεντάρα… (αυτή ήταν η τιμή των εφημερίδων τότε).
Για τις εφημερίδες γενικά έλεγε:
-Όλες οι εφημερίδες επιτυγχάνουν όταν τας διευθύνουν δημοσιογράφοι. Και όλες αποτυγχάνουν όταν διευθύνονται από επιχειρηματίας καλούς που δεν είναι οι ίδιοι δημοσιογράφοι.
Ο Σπύρος Τσαγγάρης πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1931 συντετριμμένος ψυχικά, γιατί έζησε τη δολοφονία του μονάκριβου γιού του, Γιάννη, στις 5 Απριλίου 1929 που συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιάννης που είχε αναλάβει τα ηνία του Πρακτορείου, δολοφονήθηκε από κάποιο δυσαρεστημένο πρώην υποπράκτορα από την Δράμα, μετά από λογομαχία που είχαν, λόγω της ανάκλησης δικαιωμάτων πώλησης των εφημερίδων που του είχε εκχωρήσει το Κεντρικό Πρακτορείο. Μετά την τραγική απώλεια του Γιάννη, τη διεύθυνση του Πρακτορείου ανέλαβε ο Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, σύζυγος της κόρης του Σπύρου Τσαγγάρη, Περσεφόνης (Πέρσας).
Ο Σπύρος Τσαγγάρης άφησε ένα μεγάλο, αξιοθαύμαστο έργο που δημιούργησε κυριολεκτικά απ’ το μηδέν και υπό αντίξοες συνθήκες. Η συμβολή του στην πρόοδο του ελληνικού Τύπου είναι τεράστια.
Παρόλο που το έργο των ανθρώπων όταν είναι μεγάλης δράσης και εμβέλειας, επόμενο είναι δημιουργεί αντιπάθειες και έριδες όσο βρίσκονται στη ζωή, παραδόξως, το τεράστιο έργο, οι αρετές, ο πατριωτισμός και η προσφορά του Τσαγγάρη δεν αμφισβητήθηκαν όσο ζούσε, ακόμα και απ’ όσους είχαν παράπονα και αντιρρήσεις για κάποιες αποφάσεις και ενέργειές του.-