Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στις αναλύσεις για τη Διεθνή Πολιτική ότι βρισκόμαστε στην αυγή ενός νέου – πολυπολικού – διεθνούς συστήματος και ένα βασικό παρεπόμενο της εν λόγω μετάβασης συνίσταται στην αύξηση της γεωπολιτικής σημασίας των Μεσαίων Δυνάμεων, καθώς επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία και να αποκτήσουν νέο – ενισχυμένο – ρόλο.

Όμως, ποιες εννοούμε ως «Μεσαίες Δυνάμεις»;

Advertisement
Advertisement

Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν έχουμε ακούσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν να αποκαλεί τη Βρετανία «μικρό νησί που κανείς δεν του δίνει σημασία εκτός από τον Αμπράμοβιτς» ή τον Μπάρακ Ομπάμα να περιγράφει τη Ρωσία ως «μια περιφερειακή δύναμη που απειλεί ορισμένους από τους γείτονες της όχι λόγω δύναμης αλλά εξαιτίας αδυναμίας», αλλά μια θεωρητική προσέγγιση – χωρίς ρητορικά σχήματα – θα εστίαζε πρώτον στους συντελεστές ισχύος, υπό την έννοια ότι Μεσαίες Δυνάμεις είναι «εκείνες με σχετικά μικρούς πληθυσμούς αλλά εξαιρετικά αναπτυγμένες και βιώσιμες οικονομίες και εκείνες με σχετικά μεγάλους πληθυσμούς αλλά λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες» όπως αναφέρει ο Michael Handel.

Δεύτερον, προκύπτει η διάσταση των εκτιμήσεων ή των παρανοήσεων, στις οποίες προβαίνει η εκάστοτε ελίτ ή γραφειοκρατία. Θυμόμαστε, για παράδειγμα, τον Νταβούτογλου να περιγράφει την Τουρκία ως «παλαιστή βαρέων βαρών»! Επ’ αυτού, ο Robert Keohane έχει επισημάνει ότι «μία Μεσαία Δύναμη συνίσταται σε ένα κράτος, του οποίου οι ηγεσίες εκτιμούν ότι δεν μπορεί να δράσει μόνο του αποτελεσματικά, αλλά μπορεί να ασκεί συστημική επίδραση επί μίας μικρής ομάδας ή μέσω ενός διεθνούς οργανισμού».

Με άλλα λόγια, η αποτελεσματική εκτίμηση συνίσταται σε μια σειρά προϋποθέσεων, όπως στρατηγική κουλτούρα, δομή συστήματος λήψης αποφάσεων, αλλά και συνεκτίμηση της θέσης στην περιφερειακή και πλανητική κατανομή ισχύος. Γνωρίζουμε όλοι ότι η θέση ενός κράτους στην κλίμακα ισχύος καθορίζεται με σχετικούς όρους και συνεπώς, η υποτίμηση ή η αγνόηση ύπαρξης πραγματικών ή δυνητικών εξισορροπητικών μηχανισμών αποτελεί δείγμα ανεπάρκειας. Συνεπώς, μια πραγματικά Μεσαία Δύναμη οφείλει να είναι σε θέση να αναλύει αποστειρωμένα το διακρατικό σύστημα.

Τρίτον, αν αποδεχθούμε τη ρήση του Καναδού διπλωμάτη Walter Riddell ότι «οι Μεσαίες Δυνάμεις είναι πιο ευάλωτες εν σχέσει με τους μικρότερους γείτονές τους και λιγότερο ικανές να προστατεύσουν τους εαυτούς τους από τους ισχυρότερους», τούτο σημαίνει ότι κατά τη φάση της ισχυροποίησής τους εμφανίζονται ιδιαιτέρως τρωτές. Δημιουργώντας συνθήκες άνισης ανάπτυξης, ωθούν τους γείτονές τους να λάβουν μέτρα εξισορρόπησής τους και παράλληλα τίθενται στο στόχαστρο των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες δεν επιθυμούν την ανάδυση πλήρως αυτονομημένων δρώντων ιδίως στις γεωπολιτικά κρίσιμες περιοχές του πλανήτη. Συνεπώς, μία διάσταση που αφορά τις Μεσαίες Δυνάμεις, είναι  η δυνατότητά τους να πραγματοποιούν με επιτυχία ασκήσεις ισορροπίας έως ότου φθάσουν σε ένα σημείο σταθεροποίησής τους σε ένα ανώτερο επίπεδο της κατανομής ισχύος.

Τέταρτον, προς επίρρωση των προαναφερθέντων, υπογραμμίζεται η δυνατότητα συστημικής αλληλεπίδρασης των όντως Μεσαίων Δυνάμεων. Οι ως άνω ασκήσεις ισορροπίας απαιτούν συστημικές προϋποθέσεις, δηλαδή ένα διεθνές σύστημα σε μετάβαση και Διεθνείς Πόλους Ισχύος που βρίσκονται σε καθεστώς ανάγκης να προσεταιριστούν, να συμμαχήσουν, να ευθυγραμμιστούν και να διατηρήσουν συνεκτικές τις υπάρχουσες συμμαχίες τους, προκειμένου να λάβουν την καλύτερη δυνατή θέση στο πλαίσιο των νέων συσχετισμών.

Όπως έχει περιγράψει ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Στην περίπτωση μικρών ή μεσαίων δυνάμεων το γεωπολιτικό τους δυναμικό, με τη δεύτερη αυτή έννοια, έχει ουσιώδη σημασία ως προς τον προσδιορισμό των σχέσεών τους με πλανητικές Δυνάμεις, οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Έμμεσα, έτσι, η μικρή ή μεσαία Δύναμη γίνεται παράγοντας της πλανητικής πολιτικής και, ανεξάρτητα από την πρωτογενή της ενέργεια, το γεωπολιτικό της δυναμικό αυξομειώνεται ανάλογα με την πλανητική σπουδαιότητα του ευρύτερου χώρου όπου εκδιπλώνει την ενέργεια αυτή».

Advertisement

Βρισκόμαστε, συνεπώς, σε ένα τέτοιο σημείο έξαρσης των συστημικών προϋποθέσεων για τη διεύρυνση του γεωπολιτικού ρόλου των Μεσαίων Δυνάμεων;

Αρχικά, οφείλεται να διευκρινιστεί ότι τα διπολικά συστήματα τεκμαίρονται ως τα πλέον σταθερά και η ψυχροπολεμική τάξη των δύο υπερδυνάμεων θεωρείται ως κατ’ εξοχήν προβλέψιμη ως προς τα δυνητικά σημεία ανάφλεξης. Σύμφωνα με τον Kenneth Waltz: «Δύο παίκτες είναι αρκετοί για το παιχνίδι της ισορροπίας της ισχύος […] Όταν δύο δυνάμεις ανταγωνίζονται, οι ανισορροπίες μπορούν να διορθωθούν μόνο μέσω των εσωτερικών προσπαθειών τους». Μετά το 1991, ακολούθησε η περίφημη «μονοπολική στιγμή» λόγω της βραχύτητάς της, υπό την έννοια ότι «οι αποφάσεις των Η.Π.Α. συνέστησαν ένα κεντρικό σημείο αναφοράς βάσει του οποίου οι υπόλοιποι λάμβαναν τις δικές τους αποφάσεις». Η Ουάσιγκτον παρουσιαζόταν ως ηγεμονικός σταθεροποιητής ιδίως εξαιτίας της παντοδυναμίας της επί του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, αλλά και σε στρατηγικό επίπεδο διέθετε μακράν τις ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις με δυνατότητα προβολής στα περισσότερα εκ των σημαντικών γεωπολιτικών σημείων του πλανήτη. Ωστόσο, δεν αποτέλεσε ποτέ πλανητικό ηγεμόνα, δεν έφθασε ποτέ στο σημείο «να κυριαρχεί επί του συνόλου των υπολοίπων κρατών του συστήματος», όπως θα επισήμαινε ο John Mearsheimer.

Και ερχόμαστε στην τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία. Στο παρόν διεθνές σύστημα συλλειτουργούν και ανταγωνίζονται πολλαπλά κέντρα ισχύος, με τις Η.Π.Α. να διατηρούν θέση στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά να αντιμετωπίζουν παράλληλα σειρά προκλήσεων όπως μαρτυρείται επί περιπτώσεων στις οποίες αδυνατούν να επιβάλλουν απρόσκοπτα τη βούλησή τους. Η απροθυμία επιχειρησιακής εμπλοκής σε έναν πόλεμο κατά τον οποίο η Ουάσιγκτον επέλεξε ξεκάθαρα πλευρά από την πρώτη στιγμή (Ουκρανία) ή η διολίσθηση σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν χωρίς την απόλυτη εκπλήρωση των αρχικά τιθέμενων στρατηγικών στόχων δε δείχνουν βέβαια ότι η αμερικανική ισχύς βρίσκεται σε περιστολή, αλλά τίθενται αξιοσημείωτα ερωτηματικά σχετικά με τη δυνατότητα των Η.Π.Α. να αναλαμβάνουν στρατηγικό κόστος σε θέατρα πολέμου, όπου διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντά τους.

Advertisement

Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, το διεθνές σύστημα κατατείνει προς τον πολυπολισμό, με ό,τι αυτό σημαίνει για τον πολλαπλασιασμό των πραγματικών και δυνητικών σημείων ανάφλεξης, την αύξηση των δυνατοτήτων συμμαχίας ή στρατηγικής ευθυγράμμισης εναντίον τρίτων και εν τέλει την αστάθεια, εφόσον «τα πολυπολικά συστήματα που περιέχουν ιδιαίτερα ισχυρά κράτη – δυνητικούς ηγεμόνες – είναι τα πιο επικίνδυνα συστήματα απ’ όλα [και] είναι περισσότερο επιρρεπή σε πόλεμο απ’ ό,τι τα διπολικά», σύμφωνα με τον John Mearsheimer.

Είναι χαρακτηριστικές οι οικονομικές, εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες της Κίνας με κράτη της Αφρικής ή της Κεντρικής Ασίας, στο πλαίσιο των οποίων χρησιμοποιείται αποκλειστικά το γουάν και παρακάμπτεται το δολάριο, πρακτική η οποία προ δύο δεκαετιών θα συνιστούσε casus belli για τις Η.Π.Α. στο πλαίσιο οποιασδήποτε διακρατικής σχέσης. Όμως, ακριβώς επειδή ισχύει η ως άνω τάση ανακατανομής ρόλων, τεκμαίρεται ταυτόχρονα και ως πολυκεντρικό, καθότι πέραν της Κίνας, ακόμη και Μεσαίες Δυνάμεις μπορούν να επιβάλλουν δυσβάστακτο στρατηγικό κόστος στις Η.Π.Α. και συχνά είναι σε θέση να ηγούνται ακόμη και περιφερειακών στρατηγικών συνεργασιών δίχως απαραίτητα τη διαμεσολάβηση ή την παροχή «στρατηγικής ομπρέλας» από κάποια Μεγάλη Δύναμη.

Ο πολλαπλασιασμός των δυνητικών σημείων ανάφλεξης καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες τις Μεγάλες Δυνάμεις ως προς την ανάληψη στρατηγικού κόστους και ως εκ τούτου, η χαλάρωση της επιχειρησιακής δέσμευσής τους σε κρίσιμα γεωπολιτικά σημεία συνδέεται με την ανάκυψη παραθύρων ευκαιρίας για τις Μεσαίες Δυνάμεις, οι οποίες εκτιμούν ότι ευνοούνται από την κατανομή ισχύος. Υπό ορθολογικούς όρους, οι εξαρτησιακού χαρακτήρα στρατηγικές σχέσεις του μονοπολικού ή του διπολικού διεθνούς συστήματος τείνουν σε πελατειακές, καθόσον η Μεγάλη Δύναμη καλείται να καταβάλλει περισσότερα για τη λήψη διευκολύνσεων, αυξάνεται η αμοιβαιότητα και η Μεσαία Δύναμη αποκτά μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.

Advertisement

Η ρεαλιστική εκτίμηση για την έκταση της διεύρυνσης της διαπραγματευτικής ισχύος συνιστά ζητούμενο για την ανέλιξη της Μεσαίας Δύναμης, με την Τουρκία να αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα. Η Άγκυρα παρουσιάζει σημαντική άνοδο στους βασικούς συντελεστές ισχύος της κατά τα τελευταία 20 χρόνια, σε σύγκριση με τους πραγματικούς και δυνητικούς περιφερειακούς ανταγωνιστές της, ενώ ταυτόχρονα καλύπτεται και από τις αναγκαίες συστημικές και γεωπολιτικές προϋποθέσεις ώστε να αναζητήσει μια νέα θέση στην κλίμακα ισχύος. Οι Η.Π.Α. μετακυλούν το επιχειρησιακό βάρος τους στην Αυστραλασία και στον Ειρηνικό προς εξισορρόπηση της Κίνας, γεγονός που έχει καλλιεργήσει μια αντίληψη εντός της αμερικανικής γραφειοκρατίας για μεταφορά βαρών σε κομβικούς συμμάχους.

Ταυτόχρονα, όπως αναλύεται διεξοδικά στο βιβλίο των Εκδόσεων Ποιότητα με τίτλο «Το διεθνές σύστημα σε ιστορική μετάβαση», η τήξη των πάγων στην Αρκτική θέτει προκλήσεις για την Κλασική Γεωπολιτική του Nicholas Spykman και ως εκ τούτου, προκύπτει πρόσφορο έδαφος για την Τουρκία ώστε να αναδιαμορφώσει τη γεωστρατηγική της υπό τον ορίζοντα μιας νέας «αξίας» έναντι των Διεθνών Πόλων Ισχύος. Με άλλα λόγια, ο τουρκικός αναθεωρητισμός και το εγχείρημα ανάληψης ρόλου Μεσαίας Δύναμης συνδέονται με τη συνολική μεταλλαγή των απειλών προς όφελος της Άγκυρας. Η Τουρκία απειλείται λιγότερο και δεδομένης της αμερικανικής προτεραιότητας για αποφυγή πιθανής υπερεπέκτασης, τείνει προς στρατηγική αυτονόμηση και μεγιστοποίηση των αξιώσεών της.

Συμπερασματικά, η στρατηγική αυτονόμηση και η ενίσχυση της αυτοβοήθειας προκύπτουν ως δυνατότητες, αλλά και ως ανάγκες προς διαχείριση της αβεβαιότητας στο διεθνές σύστημα. Δεδομένου, συνεπώς, του αέναου χαρακτήρα της αβεβαιότητας και του κατακερματισμού στο διεθνές σύστημα, ένα σημαντικό στρατηγικό διακύβευμα συνίσταται στη βούληση ορισμένων Μεσαίων Δυνάμεων να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, ούτως ώστε να παγιώσουν τα κεκτημένα της ανόδου τους.

Advertisement

Όπως έχει ήδη επισημανθεί, στο μεταμονοπολικό διεθνές σύστημα οι Η.Π.Α. εξακολουθούν να διαθέτουν στρατηγική πρωτοκαθεδρία, αλλά η ανάδυση δυνάμεων διαφορετικών ταχυτήτων προκαλεί τάσεις γενικευμένης αστάθειας, ενώ ακόμη και σε περιπτώσεις υψηλής στρατηγικής δέσμευσης, όπως οι Ευρωατλαντικές Σχέσεις, παρατηρούνται ετερόκλητες προτεραιοποιήσεις. Με άλλα λόγια, το πολυπολικό και πολυκεντρικό διεθνές σύστημα θέτει προκλήσεις ακόμη και για «θέσφατα» στρατηγικών σχέσεων, καθότι η εκτίμηση περί απειλών, ευκαιριών και συμφερόντων γίνεται πολυπαραγοντική και σύνθετη.

Advertisement