Ο διάλογος είναι η πεμπτουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος και δεν αφορά μόνο τους πολίτες και τους θεσμούς των κρατών, αλλά και τις ίδιες τις κυβερνήσεις που οι λαοί εκλέγουν για τη διακυβέρνηση τους και τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων τους.
Σε αυτό το πλαίσιο της συλλογιστικής, λοιπόν, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η σημερινή συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο ομόλογό του, είναι και αναγκαία αλλά και επιβεβλημένη ένεκα των πολλών, χρόνιων και φλεγόντων θεμάτων που η Ελλάδα αντιμετωπίζει με την εξ ανατολών γείτονα.
Ωστόσο, η εν λόγω συνάντηση δεν παύει να περιβάλλεται από μία σειρά κρίσιμων ερωτημάτων ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διεξάγεται, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες μονομερείς προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και της εθνικής ασφάλειας.
Εν προκειμένω και παρά τις συνεχείς τουρκικές προκλήσεις, η Ελλάδα συνεχίζει να επιδεικνύει μια συνεχή συγκαταβατική στάση, επιζητώντας σχέσεις καλής γειτονίας και αποφεύγοντας εντάσεις στο Αιγαίο που θα μπορούσαν να επιφέρουν θερμά επεισόδια με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το 2023 η Ελλάδα πρωτοστατεί και υπογράφει σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία, παρά το γεγονός ότι υπήρχε – και συνεχίζει να υπάρχει – από το 1995 απειλή πολέμου (casus belli) εναντίον της Ελλάδας και μάλιστα με ψήφισμα της τουρκικής εθνοσυνέλευσης.
Και το πρώτο μείζον και κρίσιμο ερώτημα που προβάλλει στην προκειμένη περίπτωση είναι πώς μία Χώρα υπογράφει σύμφωνο φιλίας με μία άλλη Χώρα, η οποία απειλεί με πόλεμο εάν η Ελλάδα ασκήσει το απόλυτο και αδιαμφισβήτητο κυριαρχικό της δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα σε δώδεκα ναυτικά μίλια;
Με άλλα λόγια, δεν θα έπρεπε πριν την υπογραφή της περιβόητης διακήρυξης ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας του 2023, η Ελλάδα να είχε ζητήσει από την Τουρκία την άρση του casus belli;
Και ποια είναι η στάση της Τουρκίας έκτοτε; Δεν έπαψε ποτέ τις προκλητικές ενέργειες σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αρχής γενομένης από την Κάσο, τις χιλιάδες παραβάσεις των θαλάσσιων ελληνικών χωρικών υδάτων, μέχρι και της πρόσφατης navtex με την οποία προσπαθεί να ιδιοποιηθεί το μισό Αιγαίο απαγορεύοντας στην Ελλάδα οποιαδήποτε ενέργεια ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και αμφισβητώντας την κυριαρχία των ελληνικών νησιών και των συναφών δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Βεβαίως, το παράδοξο από ελληνικής πλευράς έγκειται στο γεγονός ότι στην ελληνική ατζέντα βρίσκεται μόνο ένα ζήτημα για συζήτηση με την Τουρκία που αφορά τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ!
Πώς είναι δυνατόν όμως να βρίσκεται μόνο αυτό το θέμα στην ελληνική ατζέντα όταν η τουρκική πλευρά θέτει στη δική της ατζέντα αναρίθμητα ζητήματα, τα οποία απλά και μόνο ως θέματα της ατζέντας αποτελούν πρόκληση για την Ελλάδα διότι αμφισβητούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα;
Εν ολίγοις, η κοινή γνώμη διερωτάται έλλογα και εύλογα γιατί η Ελλάδα προσέρχεται σε διάλογο με τη γείτονα έχοντας μόνο ένα ζήτημα στην ατζέντα της, στην οποία θα έπρεπε να υπάρχουν και πολλά άλλα ζητήματα, πρωτίστως δε το Κυπριακό!
Πώς είναι δυνατόν τόσο η παρούσα κυβέρνηση όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις να έχουν απεμπολήσει την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος ενός νησιού, το οποίο αποτελεί την κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού και σήμερα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Μήπως διότι η Ελλάδα δεν είχε ποτέ και συνεχίζει να μην έχει μία ενιαία εθνική στρατηγική, την οποία θα δεσμεύονται και θα υπηρετούν όλοι οι πολιτικοί θεσμοί ανεξαρτήτως κομματικής ιδεολογίας;
*Ο κ. Ευάγγελος Στεργιούλης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Υποστράτηγος ε.α. της Ελληνικής Αστυνομίας και απόφοιτος των Σχολών Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας.