Τις τελευταίες ημέρες, η κοινή γνώμη έχει στραφεί έντονα στις δώδεκα φωτογραφίες που εμφανίστηκαν στο eBay το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου και απεικονίζουν τις τελευταίες στιγμές των 200 πατριωτών πριν από την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944. Οι φωτογραφίες ανήκουν σε συλλέκτη που ειδικεύεται σε αναμνηστικά του Γερμανικού Στρατού και γενικότερα σε τεκμήρια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος τις έθεσε προς πώληση.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το απόγευμα της Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου, το υπουργείο Πολιτισμού, επισημαίνει ότι «είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για αυθεντικές φωτογραφίες». Παράλληλα, ανακοινώθηκε πως τις επόμενες ημέρες εκπρόσωποι του Υπουργείου θα επισκεφθούν τον συλλέκτη στην έδρα του, στη Γάνδη του Βελγίου, ώστε να εξετάσουν την αυθεντικότητα και τη νομιμότητα της προέλευσης, καθώς και τη σημασία και την αξία της συλλογής.

Advertisement
Advertisement

Αυτό που σήμερα φτάνει στα χέρια μας ως αυθεντικό ιστορικό ντοκουμέντο είχε επιχειρήσει να αποδώσει με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο, σχεδόν μία δεκαετία νωρίτερα, ο σπουδαίος σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης με την ταινία του, «Το τελευταίο σημείωμα». Βαθιά επηρεασμένος από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής, ο Βούλγαρης τοποθέτησε την κάμερά του στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, φέρνοντας στο επίκεντρο την ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, διερμηνέα των Γερμανών, και αφήνοντας ως παρακαταθήκη μία από τις πιο σημαντικές ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.

Οι 200 της Καισαριανής λίγο πριν την απελευθέρωση

Λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση της χώρας, η εκτέλεση των 200 δεν αποτέλεσε τυχαίο γεγονός, αλλά ενέργεια αντιποίνων από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής για τις αντιστασιακές δράσεις. Συγκεκριμένα, στις 27 Απριλίου 1944, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα στον υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και στη συνοδεία του. Από την επίθεση σκοτώθηκαν ο Κρεχ και μέλη της συνοδείας του, ενώ τραυματίστηκαν και άλλοι Γερμανοί στρατιώτες.

Η δολοφονία του Κρεχ ενεργοποίησε άμεσα τον μηχανισμό αντιποίνων. Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο, ότι ο αριθμός των 200 ήταν πρωτοφανής ακόμα και για τους ίδιους τους Ναζί, καθώς μέχρι τότε, συνήθιζαν να πηγαινούν από πέντε έως και σαράντα άτομα στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, εκείνο το τελευταίο βράδυ στο Χαϊδάρι στήθηκε γιορτή. Οι μελλοθάνατοι μοίρασαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους στους συγκρατουμένους τους, φόρεσαν τα καλά τους , αντάλλαξαν λόγια και τραγούδησαν, επιδεικνύοντας αξιοπρέπεια μέχρι το τέλος. Όταν τα ξημερώματα διαβάστηκε ο κατάλογος των 200, ακούστηκαν ισάριθμα δυνατά «Παρών!».

Το πρωί της Πρωτομαγιάς, οι 200 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκτελέστηκαν με οπλοπολυβόλα. Στη συνέχεια, οι σοροί τους μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών και ενταφιάστηκαν σε ατομικούς τάφους.

Ο διερμηνέας των Γερμανών που αποδέχθηκε την μοίρα του

Το «Τελευταίο σημείωμα» σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη, κυκλοφόρησε το 2017, φέρνοντας το ελληνικό κοινό αντιμέτωπο με μία βαθιά συλλογική μνήμη. Η ταινία ταξίδεψε σε εγχώρια αλλά και εκτός συνόρων φεστιβάλ και απέσπασε σημαντικά βραβεία, μεταξύ των οποίων, και του Α’ Ανδρικού για την ερμηνεία του Ανδρέα Κωνσταντίνου ως Ναπολέοντα Σουκατζίδη στα βραβεία Ίρις.

Advertisement

Σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη της ταινίας, η ιστορία εκτυλίσσεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, λίγο πριν από την Πρωτομαγιά του 1944. Ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης υπηρετεί ως διερμηνέας του Γερμανού διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Ο ίδιος είναι ένας από τους 200 κρατουμένους που έχουν επιλεγεί για εκτέλεση την 1η Μαΐου στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τον θάνατο τεσσάρων Γερμανών από τη δράση της ελληνικής αντίστασης.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, Κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές ήδη από το 1936. Μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, συνελήφθη και εξορίστηκε στον Άη Στράτη. Από τον Άη Στράτη μεταφέρθηκε τον Απρίλιο του 1937 στις φυλακές της Ακροναυπλίας, όπου παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1941, οπότε παραδόθηκε από την κατοχική κυβέρνηση στους Γερμανούς κατακτητές. Κατά την κράτησή του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και λόγω της γνώσης της γερμανικής γλώσσας, αναγκάζεται να εκτελεί χρέη διερμηνέα του διοικητή Καρλ Φίσερ.

Μπροστά του εκτυλίσσεται όλο το δράμα της ναζιστικής βαρβαρότητας στα χρόνια της Κατοχής, καθώς γίνεται διαρκής μάρτυρας βασανιστηρίων, τραγικών περιστατικών και της βαριάς ατμόσφαιρας που επικρατεί στους θαλάμους με τους συγκρατουμένους του. Πολλές ζωές και πολλές μικρές ιστορίες φόβου, φιλίας, συντροφικότητας, ελπίδας και ονείρων συνυπάρχουν σε αυτό το περιβάλλον.

Advertisement

Την ημέρα της εκτέλεσης, ο Σουκατζίδης έρχεται αντιμέτωπος με το καθοριστικό δίλημμα, όταν ο Φίσερ -ο οποίος μέσα στα χρόνια έχει αναπτύξει έναν βαθμό σεβασμού προς τον Έλληνα διερμηνέα-, του δίνει τη δυνατότητα να σωθεί, εφόσον δεχτεί να πάρει τη θέση του, ως διακοσιοστός, κάποιος άλλος κρατούμενος. Εκείνος αποδεχόμενος την μοιρά του, μεταφέρθηκε στο σκοπευτήριο της Καισιαριανής και εκτελέστηκε πλάι με τους συγκατούμενους του.

«Αύριο πιάνω τσάπα στα αμπέλια του παραδείσου»

Στο αποχαιρετηστήριο γλέντι των 200, ένα βράδυ πριν την εκτέλεση τους, ο Βούλγαρης παραδίδει μία συγκλονιστική σεκάνς όπου παρακολουθούμε τους μελλοθάνατους, να χορεύουν και να τραγουδούν σκοπούς από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, καθώς φορούν τα καλά τους για να «φύγουμε όμορφοι», όπως ακούγεται ένας εξ αυτών να λέει.

Όταν κλείνουν τα φώτα του στρατοπέδου, η κάμερα μεταφέρεται στον Καρλ Φίσερ και τους Γερμανούς αξιωματούχους οι οποίοι δειπνούν υπό τον ήχο του βιολιού και της ποντιακής λύρας. Ο Φίσερ σε μία ανέλπιδη προσπάθεια, αποπειράται να πείσει τον διοικητή του να μειωθεί ο αριθμός όσων θα κατευθυθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Advertisement

«Άραγε τα πολυβόλα σημαδέυουν στήθη ή κεφάλια;», διερωτάται ένας εξ αυτών. Με ευχές για ένα καλό κατευόδιο και μια όμορφη ζωή για όσους μένουν πίσω, η ημέρα ξημερώνει και τα ονόματα των 200 διαβάζονται δυνατά στο προαύλιο χώρο του στρατοπέδου.

Σήμερα, τα νέα αυτά ευρήματα δεν λειτουργούν μόνο ως ιστορικά τεκμήρια, αλλά και ως υπενθύμιση μιας μνήμης που παραμένει ζωντανή και επίκαιρη. Είτε μέσα από αυθεντικές φωτογραφίες είτε μέσα από την κινηματογραφική ματιά του Παντελή Βούλγαρη, το νήμα της ιστορίας παραμένει αδιάσπαστο, καλώντας μας να θυμόμαστε όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τους ανθρώπους πίσω από αυτό.

Advertisement