Υπάρχουν ημερομηνίες που, χωρίς να το έχουν σχεδιάσει, ενώνουν ανθρώπους οι οποίοι στη ζωή τους ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.
Η 7η Σεπτεμβρίου είναι μία τέτοια ημέρα για το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2003 πέθανε ο Αρτέμης Μάτσας, ο άνθρωπος που η μεγάλη οθόνη κατάφερε να ταυτίσει όσο λίγους με τον «κακό», τον προδότη, τον δοσίλογο, τον αντιπαθητικό τύπο που ο θεατής ήθελε να δει στο τέλος να τιμωρείται.
Ακριβώς δώδεκα χρόνια αργότερα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2015, έφυγε η Βούλα Ζουμπουλάκη, μία από τις πιο καλλιεργημένες, κομψές και γλυκές παρουσίες του ελληνικού θεάτρου.
Δύο ηθοποιοί διαφορετικοί μεταξύ τους. Δύο πρόσωπα μιας εποχής κατά την οποία οι ηθοποιοί δεν κατασκευάζονταν από την τηλεοπτική δημοσιότητα, αλλά μέσα από χρόνια πάνω στο σανίδι.
Και οι δύο άφησαν το δικό τους αποτύπωμα.
Αρτέμης Μάτσας: Ο «κακός» που στην πραγματικότητα ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος
Ο Αρτέμης Μάτσας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 και σπούδασε υποκριτική. Πρώτη φορά εμφανίστηκε επαγγελματικά στο θέατρο το 1949, στο Περοκέ, στον «Ερωτικό πυρετό» του Νόελ Κάουαρντ. Έναν χρόνο αργότερα έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση στα «Αρραβωνιάσματα».
Η φυσιογνωμία του και κυρίως η ικανότητά του να κάνει τον θεατή να τον αντιπαθεί τού δημιούργησαν μια εξαιρετικά ιδιαίτερη κινηματογραφική ταυτότητα.
Έγινε ο άνθρωπος των «κακών» ρόλων και κυρίως των χαρακτήρων που στις ταινίες της Κατοχής εμφανίζονταν ως καταδότες και δοσίλογοι. Η ταύτιση υπήρξε τόσο έντονη ώστε για πολλές γενιές Ελλήνων το πρόσωπο του Μάτσα έγινε σχεδόν συνώνυμο του κινηματογραφικού προδότη.
Κι όμως, πίσω από την οθόνη συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο.
Άνθρωποι που τον γνώριζαν τον περιέγραφαν ως εξαιρετικά ευαίσθητο, τρυφερό και στοργικό. Η ανιψιά του έχει περιγράψει αυτήν ακριβώς την εντυπωσιακή αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και στους ρόλους του.
Από το «Ποτέ την Κυριακή» μέχρι τον Βέγγο
Η κινηματογραφική του διαδρομή ήταν πολύ μεγαλύτερη από το στερεότυπο του «κακού».
Έπαιξε, μεταξύ πολλών άλλων, στις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή», «Το νησί των γενναίων», «Αθώα ή ένοχη», «Μπουμπουλίνα», «Εις θάνατον» και «Συντρίμμια μιας ζωής».
Στη φιλμογραφία του συναντά κανείς ακόμη την «Ωραία των Αθηνών», τον «Παπατρέχα» με τον Θανάση Βέγγο, το «Γραφείο συνοικεσίων» και το «Όταν η πόλις πεθαίνει».
Δεν περιορίστηκε όμως στην υποκριτική.
Ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, εργάστηκε ως καλλιτεχνικός συντάκτης και χρονογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά, δίδαξε υποκριτική και έγραψε βιβλία για το θέατρο και τους ανθρώπους του. Δημιούργησε μάλιστα και δικό του θίασο, το «Θέατρο Ονείρων».
Πέθανε στις 7 Σεπτεμβρίου 2003, σε ηλικία 73 ετών.
Και παρέμεινε ένας από τους σπάνιους Έλληνες καρατερίστες που πέτυχαν το μεγαλύτερο παράσημο για έναν ηθοποιό: να τους θυμάσαι αμέσως μόλις δεις το πρόσωπό τους.
Βούλα Ζουμπουλάκη: Η αρχοντιά μιας άλλης εποχής
Δώδεκα χρόνια αργότερα, την ίδια ημερομηνία, στις 7 Σεπτεμβρίου 2015, πέθανε η Βούλα Ζουμπουλάκη.
Γεννημένη στις 24 Σεπτεμβρίου 1924 στο Κάιρο, με ρίζες από την Κρήτη, ξεκίνησε σπουδάζοντας Νομικά, αλλά η τέχνη την κέρδισε. Σπούδασε τραγούδι και στη συνέχεια υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Η πρώτη της εμφάνιση στη Λυρική Σκηνή έγινε το 1950, στον «Χορό μεταμφιεσμένων» του Βέρντι.
Το θέατρο όμως ήταν εκείνο που τελικά την κέρδισε ολοκληρωτικά.
Στη ζωή και στην τέχνη της καθοριστική υπήρξε η σχέση της με τον μεγάλο ηθοποιό Δημήτρη Μυράτ, τον οποίο παντρεύτηκε και με τον οποίο δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά ζευγάρια της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Από το 1957 ήταν πρωταγωνίστρια του θιάσου του στο Θέατρο Αθηνών και το 1968 δημιουργήθηκε πλέον ο «Θίασος Μυράτ – Ζουμπουλάκη».
Η Αννέτα της «Στέλλας» που δεν ξεχάστηκε ποτέ
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε λιγότερο από πολλούς άλλους μεγάλους ηθοποιούς της γενιάς της, αλλά μία και μόνο ταινία θα ήταν αρκετή για να την κρατήσει στη συλλογική μνήμη.
Η «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, το 1955.
Ήταν η Αννέτα και εκεί ακούστηκε με τη φωνή της το περίφημο «Εφτά τραγούδια θα σου πω».
Ακολούθησαν οι ταινίες «Μόνο για μια νύχτα», «Καραγκιόζης, ο αδικημένος της ζωής», «Είμαι αθώος», «Η Αθήνα τη νύχτα», «Ίλιγγος», «Διωγμός», «Όχι, κύριε Τζόνσον», «Σύντομο διάλειμμα» και, το 1990, «Οι Αθηναίοι». Για την τελευταία απέσπασε Κρατικό Βραβείο Ποιότητας Β΄ γυναικείου ρόλου.
Η μεγάλη της περιοχή, όμως, παρέμεινε το θέατρο.
Πιραντέλλο, Ίψεν, Λόρκα, Ρακίνας, Σοφοκλής, Ευριπίδης: η Ζουμπουλάκη δεν υπήρξε απλώς μια δημοφιλής πρωταγωνίστρια. Υπηρέτησε απαιτητικό κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο και μετά τον θάνατο του Μυράτ το 1991 συνέχισε την πορεία της, συνεργαζόμενη μεταξύ άλλων με το Εθνικό Θέατρο.
Δύο πρόσωπα, μία ημερομηνία
Ο Αρτέμης Μάτσας και η Βούλα Ζουμπουλάκη δεν είχαν την ίδια καλλιτεχνική «εικόνα».
Εκείνος έγινε ο «κακός» που αγαπήσαμε να αντιπαθούμε.
Εκείνη παρέμεινε στη μνήμη ως μία αρχοντική, γλυκιά και καλλιεργημένη κυρία του ελληνικού θεάτρου.
Τους ένωσε όμως κάτι πολύ σημαντικότερο: μια εποχή στην οποία ο ηθοποιός έπρεπε πρώτα να περάσει αμέτρητες ώρες στο θέατρο, να μάθει το κείμενο, τη σκηνή, τη φωνή, το σώμα και το κοινό, πριν γίνει αναγνωρίσιμος.
Και τελικά τους ένωσε και το ημερολόγιο.
7 Σεπτεμβρίου 2003, Αρτέμης Μάτσας.
7 Σεπτεμβρίου 2015, Βούλα Ζουμπουλάκη.
Ο «κακός» και η γλυκιά κυρία.
Δύο διαφορετικές εικόνες. Δύο πραγματικοί ηθοποιοί. Δύο κομμάτια της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.