Η ιστορία της Ρόζμαρι Κένεντι, μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της οικογένειας Κένεντι, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη «από τη δική της οπτική», με πρωταγωνίστρια τη Σάσα Πίτερσε, γνωστή από τη δημοφιλή εφηβική σειρά «Pretty Little Liars».
Σύμφωνα με το Deadline, η ταινία βασίζεται στο άρθρο με τίτλο «Rosemary Kennedy, JFK’s Sister Who Was Lobotomized And Locked Away» που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2024 στο αμερικανικό site «All That’s Interesting».
«Δεν πρόκειται απλά για μια ιστορική βιογραφική ταινία. Είναι ένα ψυχολογικό ταξίδι μέσα από τα μάτια της Ρόζμαρι, που καλεί το κοινό να αναλογιστεί πώς ορίζουμε την αυτοδιάθεση, την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα», δήλωσαν οι Κόρι Τοντ Χιουζ και Έιντριαν Σπέκερτ που συνυπογράφουν το σενάριο και τη σκηνοθεσία.
Η Ρόζμαρι Κένεντι γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1918 στο εύπορο προάστιο της Βοστώνης, Μπρούκλαϊν στη Μασαχουσέτη. Ήταν το τρίτο παιδί και η πρώτη κόρη του Joseph P. Kennedy Sr. και της Rose Fitzgerald Kennedy, μεγαλύτερη αδελφή του Προέδρου των ΗΠΑ, Τζον Φ. Κένεντι.
Ο Τζόζεφ Κένεντι ήταν ένας ιδιαιτέρως φιλόδοξος επιχειρηματίας και πολιτικός παράγοντας και η Ρόουζ Κένεντι μία βαθιά θρησκευόμενη Καθολική, αφοσιωμένη στη μεγάλη οικογένειά της.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο τοκετός της Ρόουζ ήταν ιδιαίτερα δύσκολος. Καθώς ο γιατρός δεν είχε ακόμη φτάσει, η νοσοκόμα που ήταν μαζί της φέρεται να καθυστέρησε τη γέννηση του βρέφους, ασκώντας πίεση ώστε το παιδί να μην γεννηθεί πριν από την άφιξή του. Ορισμένοι βιογράφοι εκτιμούν ότι η παρατεταμένη αυτή καθυστέρηση ενδέχεται να στέρησε το οξυγόνο από τον εγκέφαλο της Ρόζμαρι, στοιχείο που πιθανώς συνδέεται με τις αναπτυξιακές δυσκολίες που εμφάνισε αργότερα. Ωστόσο, πρόκειται για μία υπόθεση που δεν έχει επιβεβαιωθεί από ιατρικά στοιχεία.
Η Ρόζμαρι άργησε να περπατήσει και να μιλήσει σε σύγκριση με τα αδέλφια της. Αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες, αλλά συμμετείχε στις οικογενειακές δραστηριότητες και αγαπούσε τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
Ο πατριάρχης της οικογένειας δεν ανησυχούσε απλώς για το «τι θα πει ο κόσμος»· ανησυχούσε ότι οποιαδήποτε απόκλιση από το πρότυπο της «τέλειας οικογένειας» θα μπορούσε να υπονομεύσει τις πολιτικές προοπτικές των παιδιών του, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία οι αναπτυξιακές ή νοητικές δυσκολίες ήταν κοινωνικό στίγμα.
Τη δεκαετία του 1930 η οικογένεια προσπάθησε να κρατήσει κρυφές τις δυσκολίες της Ρόζμαρι. Όταν ωστόσο, ο πατέρας της διορίστηκε πρέσβης των ΗΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρόζμαρι παρουσιάστηκε ακόμη και στη βρετανική βασιλική Αυλή μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της.
Η ιστορία μιας γυναίκας που βρέθηκε ακριβώς στο σημείο όπου συναντήθηκαν η ιατρική άγνοια, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι τεράστιες πολιτικές φιλοδοξίες
Advertisement
Μετά την επιστροφή της οικογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940, η συμπεριφορά της άρχισε να προβληματίζει περισσότερο τους γονείς της. Παρουσίαζε εναλλαγές διάθεσης, εκρήξεις θυμού και συχνά παραβίαζε τους αυστηρούς κανόνες που της επέβαλλαν. Ο πατέρας της ανησυχούσε ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί σκάνδαλο που θα έβλαπτε τις πολιτικές φιλοδοξίες της οικογένειας και ιδιαίτερα των γιων του.
Η απόφαση του πατριάρχη Κένεντι για τη λοβοτομή
Το 1941 η λοβοτομή θεωρούνταν από ορισμένους ψυχιάτρους μια πολλά υποσχόμενη, αν και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, θεραπεία για ψυχιατρικές και νευρολογικές διαταραχές. Οι γιατροί Walter Freeman και James Watts έπεισαν τον Τζόζεφ Κένεντι ότι η επέμβαση θα μείωνε τις εξάρσεις της κόρης του.
Τον Νοέμβριο του 1941, σε ηλικία μόλις 23 ετών, η Ρόζμαρι υποβλήθηκε σε προμετωπιαία λοβοτομή. Ο πατέρας της πήρε την απόφαση χωρίς να ενημερώσει εκ των προτέρων τη σύζυγό του.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης η Ρόζμαρι δεν βρισκόταν υπό πλήρη αναισθησία. Οι γιατροί της ζητούσαν να μιλά, να μετρά ή να λέει προσευχές, παρακολουθώντας συνεχώς την ομιλία και τις αντιδράσεις της προκειμένου να καθορίσουν την έκταση της επέμβασης, καθώς αφαιρούσαν ή κατέστρεφαν εγκεφαλικό ιστό. Όταν η ομιλία της έγινε ασυνάρτητη, σταμάτησαν.
Η λοβοτομή ήταν καταστροφική. Η νεαρή γυναίκα που μπήκε στο χειρουργείο δεν ήταν η ίδια που βγήκε από αυτό. Μέχρι τότε, παρά τις δυσκολίες της, η Ρόζμαρι είχε τα ενδιαφέροντά της, τις φιλίες της, την αγάπη της για τον χορό και τις κοινωνικές εκδηλώσεις, όνειρα και επιθυμίες, όπως κάθε νέα γυναίκα της ηλικίας της.
Ουσιαστικά, η ζωή που γνώριζε τελείωσε στα 23 της χρόνια. Η Ρόζμαρι έχασε σχεδόν ολοκληρωτικά την ικανότητα να μιλά και να περπατά. Η διανοητική λειτουργία της υποβαθμίστηκε δραματικά και χρειάστηκε να μάθει ξανά ακόμη και βασικές δεξιότητες.
Η μοίρα ενός κοριτσιού που δεν του δόθηκε ποτέ το δικαίωμα να αποφασίσει για την ίδια του τη ζωή
Η οικογένεια την απομάκρυνε από τη δημόσια ζωή. Αρχικά μεταφέρθηκε σε διάφορα ιδρύματα και τελικά την έβαλαν στο ίδρυμα St. Coletta School for Exceptional Children στο Ουισκόνσιν. Εκεί έζησε για περισσότερα από πενήντα χρόνια.
Επί δεκαετίες η οικογένεια έκρυβε από τον κόσμο -και σε μεγάλο βαθμό ακόμη και από συγγενείς– την πραγματική της κατάσταση. Πολλοί πίστευαν ότι απλά ζούσε κάπου μακριά.
Με την πάροδο των ετών η κατάσταση της βελτιώθηκε ελαφρώς χάρη στη φυσικοθεραπεία και την καθημερινή φροντίδα. Κατάφερε να περπατά με βοήθεια και να επικοινωνεί περιορισμένα.
Ιδιαίτερα στενή σχέση μαζί της διατήρησε η αδελφή της, Γιούνις Κένεντι Σράιβερ. Θεωρείται ότι η εμπειρία της με τη Ρόζμαρι συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία των Special Olympics.
Η Ρόζμαρι έζησε πολύ περισσότερο από αρκετά μέλη της διάσημης οικογένειάς της. Πέθανε από φυσικά αίτια στις 7 Ιανουαρίου 2005, σε ηλικία 86 ετών, στο Ουισκόνσιν. Τις τελευταίες στιγμές της βρίσκονταν κοντά της μέλη της οικογένειάς της.
Η περίπτωση της Ρόζμαρι είναι η ιστορία μιας γυναίκας που βρέθηκε ακριβώς στο σημείο όπου συναντήθηκαν η ιατρική άγνοια, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι τεράστιες πολιτικές φιλοδοξίες. Η μοίρα ενός κοριτσιού που δεν του δόθηκε ποτέ το δικαίωμα να αποφασίσει για την ίδια της τη ζωή.
Με πληροφορίες από Deadline, Britannica, jfklibrary.org, Vanity Fair