Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Επτά χρόνια σήμερα χωρίς τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.

Κι όμως, είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που δυσκολεύεσαι να χρησιμοποιήσεις τη λέξη «χωρίς». Γιατί ο Λαυρέντης είναι παντού. Στο ραδιόφωνο. Στις παρέες. Στις κιθάρες. Στους έρωτες που ήρθαν και έφυγαν. Στις νύχτες που κάποιος θα αρχίσει να τραγουδάει και οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν.

Advertisement
Advertisement

Και, βέβαια, σε εκείνο το αξεπέραστο:

«Πόσο σε θέλω».

Το δικό μου αγαπημένο. Γραμμένο από τον Γιάννη Σπυρόπουλο,Μπαχ με τον οποίο συνεργάστηκα πριν δυό δεκαετίες στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ.

Ένας άνθρωπος με ψυχή παιδιού. Ένας καλλιτέχνης που είχε σαφή πολιτική ταυτότητα και δεν την έκρυβε, άνθρωπος της Αριστεράς, κοντά στο ΚΚΕ, αλλά που είχε καταφέρει κάτι που σήμερα μοιάζει ολοένα δυσκολότερο: να είναι αγαπητός σε ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς πολιτικούς κόσμους.

Γιατί δεν έκανε τα τραγούδια του κομματική ντουντούκα.

Τραγουδούσε τον έρωτα, την αγάπη, τη μοναξιά, την παρέα, τα μικρά και μεγάλα της καθημερινής ζωής. Και όταν ήθελε να μιλήσει πολιτικά, μιλούσε ως πολίτης. Όχι κρυμμένος πίσω από μια μελωδία.

Advertisement

Από τους PLJ Band στους Τερμίτες

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1956 στη Νέα Ιωνία του Βόλου.

Πριν γίνει ο Μαχαιρίτσας που γνωρίσαμε, είχε περάσει ακόμη και από την αποθήκη της Minos-EMI/Columbia στον Περισσό. Μια δουλειά που δεν του ταίριαζε καθόλου, με ένα όμως μεγάλο πλεονέκτημα για εκείνον: έπιανε πρώτος στα χέρια του τις νέες ξένες κυκλοφορίες.

Advertisement

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δημιουργούνται οι PLJ Band. Το συγκρότημα δοκιμάζει ακόμη και την τύχη του στο Παρίσι, παίζοντας για περίπου ενάμιση χρόνο σε γαλλικά κλαμπ. Το 1982 κυκλοφορεί το «Armageddon» και λίγο αργότερα οι PLJ γίνονται οι Τερμίτες. (iShow.gr)

Και εκεί αρχίζει να γράφεται ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του ελληνικού ροκ.

«Σκόνη», «Πάρε με από δω», «Πόσο σε θέλω».

Advertisement

Το τελευταίο βρίσκεται στο «Περιμένοντας τη βροχή» του 1988 και εξελίσσεται στο τραγούδι που θα περάσει από γενιά σε γενιά. Ο ίδιος ο Λαυρέντης το θεωρούσε συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τέλος των Τερμιτών και στην αρχή της προσωπικής του διαδρομής. (Paspartou)

Η μεγάλη προσωπική διαδρομή

Από το 1989 αρχίζει η προσωπική του καριέρα.

Advertisement

Και έρχονται τραγούδια που δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις.

Advertisement

«Διδυμότειχο Blues», «Ρίξε κόκκινο στη νύχτα», «Και τι ζητάω», «Έλα ψυχούλα μου», «Μικρός Τιτανικός», «Τερατάκια τσέπης», «Εκεί στο Νότο».

Συνεργάστηκε με ένα τεράστιο κομμάτι της ελληνικής μουσικής: Γιώργο Νταλάρα, Χαρούλα Αλεξίου, Μαρία Φαραντούρη, Δήμητρα Γαλάνη, Δημήτρη Μητροπάνο, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Διονύση Σαββόπουλο, Διονύση Τσακνή, αδελφούς Κατσιμίχα, Νίκο Πορτοκάλογλου, Γιάννη Κότσιρα, Μίλτο Πασχαλίδη, Φίλιππο Πλιάτσικα και τόσους άλλους. (Reader.gr)

Και βέβαια υπήρξε ο Νταλάρας στο «Διδυμότειχο Blues», ένα τραγούδι που ο ίδιος ο Μαχαιρίτσας έλεγε αργότερα ότι αποδείχθηκε πραγματικά διαχρονικό.

Advertisement

Όταν ο Λαυρέντης έφερε τη Μεσόγειο στην Αθήνα

Υπήρξε όμως και μια άλλη πλευρά του που ίσως αξίζει να θυμόμαστε περισσότερο: η διεθνής του ματιά.

Το 2012 έκανε πραγματικότητα ένα παλιό του όνειρο με το διπλό άλμπουμ «Οι Άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο».

Έφερε δίπλα του σπουδαία ονόματα της ευρωπαϊκής μουσικής: τον Salvatore Adamo, τον Angelo Branduardi, τον Christophe, τον Bernard Lavilliers, τον Tonino Carotone, τους Nomadi, την Anne-Catherine Gillet και άλλους.

Με τον Adamo τραγούδησε το «Στο καφέ του χαμένου χρόνου», με τον Christophe το «Παρ’ όλο που», με τον Lavilliers τον «Ναυτικό Αρτίστα», με τον Tonino Carotone το «Σαν Αμερικάνος», με τους Nomadi το «Έξοδο βρες» και με τον Angelo Branduardi το «Στη γιορτή της αυγής». (Studio 52)

Και στις 9 Ιουλίου 2012 όλοι αυτοί οι μουσικοί κόσμοι συναντήθηκαν στο Καλλιμάρμαρο.

Ήταν ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι ο Μαχαιρίτσας δεν έβλεπε την ελληνική μουσική κλεισμένη μέσα στα σύνορά της. Την έβλεπε ως κομμάτι μιας μεγάλης μεσογειακής παρέας. (YouTube)

Η μέρα που ήρθε στην «Πρωινή Γραμμή» του ΑΝΤ1

Έχω όμως και τις προσωπικές μου εικόνες από τον Λαυρέντη.

Μια μέρα είχε έρθει στο ραδιόφωνο του ΑΝΤ1, στην «Πρωινή Γραμμή» που έκανα τότε, για να παρουσιάσουμε και να συζητήσουμε τον καινούργιο του δίσκο.

Κάποια στιγμή, όπως κάνουμε οι δημοσιογράφοι, ξέφυγα από τη μουσική και του έκανα ερώτηση για πολιτικά ζητήματα.

Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του.

Με κοίταξε με κάτι ξινισμένα μούτρα, σαν να μου έλεγε χωρίς να χρειάζεται να το ξεστομίσει:

«Μη μου μπλέκεις τώρα την πολιτική με τη μουσική».

Αυτός ήταν ο Λαυρέντης.

Είχε τις απόψεις του. Και μάλιστα πολύ συγκεκριμένες. Αλλά εκείνη την ώρα είχε έρθει να μιλήσει για τραγούδια. Και τραγούδια ήθελε να συζητήσει.

Το μυστικό της καρδιάς του

Λίγο καιρό αργότερα έμαθα εμπιστευτικά ότι αντιμετώπιζε πολύ σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά του και ότι έπρεπε να υποβληθεί σε επέμβαση. Στο Ωνάσειο.

Το κράτησα όπως ακριβώς μου είχε δοθεί: εμπιστευτικά.

Ο άνθρωπος με τον οποίο το συζητούσα τότε ήταν μόνο ο Διονύσης Τσακνής. Από εκείνον μάθαινα σχεδόν καθημερινά πώς πήγαινε ο Λαυρέντης, πώς εξελισσόταν η κατάσταση της υγείας του.

Χρόνια αργότερα μάθαμε περισσότερα. Ο καρδιοχειρουργός του, Σωτήρης Πράπας, αποκάλυψε στον επικήδειό του ότι το σοβαρό επεισόδιο ήταν το 2000. Ο Μαχαιρίτσας ήταν μόλις 44 ετών και είχε σοβαρή στεφανιαία νόσο. Το μεγάλο του άγχος δεν ήταν ο ίδιος. Ήταν η μικρή του κόρη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ολόκληρος ο Λαυρέντης.

Ο «ανυπότακτος ροκάς», όπως τον αποκάλεσε ο γιατρός του, μετατρεπόταν μπροστά στην οικογένειά του σε έναν πατέρα που ήθελε πάνω απ’ όλα να προλάβει να μεγαλώσει το παιδί του.

Η τελευταία δική μου εικόνα

Η τελευταία φορά που τον θυμάμαι ζωντανά μπροστά μου είναι πάνω σε μια σκηνή, σε μια μπουάτ.

Στο διπλανό τραπέζι ήταν ο Γιώργος Σοφίας.

Και τραγουδούσαμε.

Τι άλλο να κάναμε με τον Λαυρέντη πάνω στη σκηνή;

Τις κομματάρες του. Τραγούδια που τα ξέραμε χωρίς να χρειάζεται να κοιτάξουμε στίχους. Τραγούδια που είχαν ήδη γίνει δικά μας.

Και περίμενα φυσικά το δικό μου.

Το «Πόσο σε θέλω».

Ένα τραγούδι των Τερμιτών από το 1988 που επέζησε του συγκροτήματος, της εποχής του, των μουσικών μόδων και τελικά του ίδιου του δημιουργού του.

9 Σεπτεμβρίου 2019 – η καρδιά σταμάτησε

Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου 2019 ο Λαυρέντης βρισκόταν στο σπίτι του στον Πτελεό Μαγνησίας.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 6 Σεπτεμβρίου, είχε εμφανιστεί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου. Θα συνέχιζε. Είχε κι άλλα σχέδια, κι άλλες συναυλίες.

Δεν πρόλαβε.

Η καρδιά που τον είχε προειδοποιήσει σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα τον πρόδωσε στον ύπνο του. Η κόρη του ειδοποίησε το ΕΚΑΒ. Όταν έφτασε η βοήθεια ήταν ήδη αργά.

Ήταν 62 ετών, λίγες εβδομάδες πριν από τα 63α γενέθλιά του.

Επτά χρόνια πέρασαν.

Και σήμερα δεν θέλω να γράψω «έφυγε ο Λαυρέντης».

Γιατί οι πραγματικά μεγάλοι δημιουργοί έχουν αυτό το παράξενο προνόμιο. Κάποια στιγμή φεύγει ο άνθρωπος, αλλά μένει η φωνή του να εμφανίζεται ξαφνικά από ένα ραδιόφωνο, από μια κιθάρα σε μια παρέα, από ένα τραπέζι σε μια μπουάτ.

Και τότε επιστρέφουν όλα.

Το βλέμμα του στο στούντιο του ΑΝΤ1.

Οι κουβέντες με τον Διονύση Τσακνή για την καρδιά του.

Εκείνη η τελευταία βραδιά στην μπουάτ.

Και πάνω απ’ όλα ένα τραγούδι.

Λαυρέντη, επτά χρόνια μετά, «Πόσο σε θέλω».

Και δεν είμαι ο μόνος.