Λίγοι ρόλοι στην ιστορία του σινεμά και της τηλεόρασης είναι τόσο «βαρείς» όσο ο Ιησούς και η Παναγία. Δεν είναι μόνο η θρησκευτική φόρτιση ή η σύγκριση με τη συλλογική εικόνα εκατομμυρίων θεατών. Είναι και το παράδοξο που ακολουθεί αυτούς τους ηθοποιούς: ενώ πολλοί έγραψαν ιστορία με μία μόνο ερμηνεία, ελάχιστοι κατάφεραν να βρουν μετά έναν ρόλο εξίσου μεγάλο. Κι αν υπάρχει ένα έργο που πήγε τη σωματική οδύνη της σταύρωσης στα άκρα, αυτό ήταν σχεδόν ομόφωνα το «The Passion of the Christ».

Ο πιο εμβληματικός «Ιησούς» για το ελληνικό κοινό παραμένει ο Ρόμπερτ Πάουελ στο «Jesus of Nazareth» του Φράνκο Τζεφιρέλι. Η μίνι σειρά του 1977, που γυρίστηκε σε Μαρόκο και Τυνησία, κόστισε περίπου 18 εκατ. δολάρια — τεράστιο ποσό για την εποχή — όμως η αμοιβή του ίδιου του Πάουελ ήταν δυσανάλογα μικρή, με τον παραγωγό Λου Γκρέιντ να του έχει ουσιαστικά πει ότι η «αιώνια καθιέρωση» θα ήταν η πραγματική του ανταμοιβή. Το άρθρο δεν δίνει ακριβές νούμερο, αλλά η εικόνα είναι σαφής: ο ρόλος τον έκανε αθάνατο, όχι πλούσιο.

Advertisement
Advertisement

Και πράγματι, ο Πάουελ δεν ξέφυγε ποτέ πλήρως από αυτή τη μορφή. Η ερμηνεία του ως Χριστός έγινε σημείο αναφοράς, όμως αμέσως μετά βρήκε έναν ακόμη δυνατό τηλεοπτικό ρόλο ως Ρίτσαρντ Χάνεϊ στο «The Thirty Nine Steps» και στη σειρά «Hannay», ενώ αργότερα συνέχισε σε τηλεόραση, θέατρο, ντοκιμαντέρ και αφηγήσεις. Δεν βρήκε ίσως κάτι πιο «ιερό» ή πιο βαρύ από τον Ιησού, αλλά είχε διάρκεια — κάτι καθόλου αυτονόητο για έναν ηθοποιό που είχε ήδη ταυτιστεί απόλυτα με ένα πρόσωπο-σύμβολο.

Στον ίδιο «Ιησού από τη Ναζαρέτ», την Παναγία υποδύθηκε η Ολίβια Χάσεϊ, η οποία είχε ήδη γράψει ιστορία ως Ιουλιέτα στο «Romeo and Juliet» του Τζεφιρέλι. Για εκείνη, λοιπόν, η Παναγία δεν ήταν το πρώτο μεγάλο αποτύπωμα αλλά το δεύτερο. Παρέμεινε μια εμβληματική μορφή του σινεμά των δεκαετιών του ’60 και του ’70, έπαιξε σε τίτλους όπως το «Black Christmas» και το «Death on the Nile», όμως δεν βρήκε ποτέ έναν ρόλο που να ξεπεράσει το βάρος της Ιουλιέτας ή τη μνήμη της Μαρίας. Η Χάσεϊ πέθανε τον Δεκέμβριο του 2024, σε ηλικία 73 ετών.

Αν ο Πάουελ είναι ο «παραδοσιακός» Ιησούς της τηλεόρασης, ο Τζιμ Καβίζελ είναι ο Ιησούς του σωματικού μαρτυρίου. Στο «The Passion of the Christ» του Μελ Γκίμπσον, η ερμηνεία του δεν ταυτίστηκε απλώς με την οδύνη· σχεδόν τη βίωσε. Ο ίδιος έχει περιγράψει ότι στα γυρίσματα τραυματίστηκε, χτυπήθηκε κατά λάθος στη σκηνή του μαστιγώματος, εξάρθρωσε τον ώμο του και δέχθηκε ακόμη και χτύπημα από κεραυνό κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της σταύρωσης. Η ταινία έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, με εισπράξεις άνω των 600 εκατ. δολαρίων παγκοσμίως, αλλά η ζωή του μετά τον ρόλο σημαδεύτηκε από τη μόνιμη σύνδεσή του με αυτόν.

Το ενδιαφέρον με τον Καβίζελ είναι ότι, σε αντίθεση με τον Πάουελ, βρήκε αργότερα έναν δεύτερο πολύ ισχυρό, λαοφιλή ρόλο: τον Τζον Ρις στη σειρά «Person of Interest». Δεν ήταν «εξίσου ιερός», ήταν όμως εξίσου σημαντικός για τη μαζική αναγνωρισιμότητά του και του έδωσε μια νέα τηλεοπτική ταυτότητα. Για την αμοιβή του στο «The Passion of the Christ» κυκλοφορούν επί χρόνια διάφοροι αριθμοί στο διαδίκτυο, αλλά δεν εντοπίζεται αξιόπιστα επιβεβαιωμένη δημόσια πηγή που να τεκμηριώνει οριστικό ποσό· αυτό που τεκμηριώνεται καθαρά είναι το εμπορικό μέγεθος της ταινίας και το σωματικό κόστος των γυρισμάτων για τον ίδιο.

Την Παναγία στην ίδια ταινία έπαιξε η Ρουμάνα Μάια Μόργκενστερν, η οποία έγινε διεθνώς γνωστή ακριβώς μέσα από αυτόν τον ρόλο, αν και στη Ρουμανία είχε ήδη σοβαρή πορεία στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Μετά το «The Passion», η διεθνής της αναγνωρισιμότητα εκτοξεύθηκε, αλλά όχι με τρόπο που να τη μετατρέψει σε σταρ του Χόλιγουντ. Παρέμεινε κυρίως μια σεβαστή, βαριά ευρωπαϊκή ηθοποιός, με ισχυρό έρεισμα στο ρουμανικό θέατρο.

Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι που άφησαν στίγμα ως «Ιησούς». Ο Γουίλεμ Νταφόε στο «The Last Temptation of Christ» του Μάρτιν Σκορσέζε έδωσε ίσως την πιο ανθρώπινη, πιο αντισυμβατική και πιο αμφιλεγόμενη εκδοχή του Χριστού. Η ταινία προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις, αλλά για τον ίδιο δεν λειτούργησε ως παγίδα: αντιθέτως, ήταν ένας ακόμη σταθμός μέσα σε μια τεράστια καριέρα που αργότερα περιέλαβε από τον «Platoon» μέχρι το «Poor Things». Αν κάποιος απέδειξε ότι μπορείς να παίξεις τον Ιησού και να μη «χαθείς» μέσα του, ήταν μάλλον εκείνος.

Advertisement

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Τεντ Νίλι, ο «Ιησούς» του «Jesus Christ Superstar». Εκεί ο ρόλος δεν ήταν μόνο υποκριτικός αλλά και φωνητικός, σχεδόν ροκ-μεσσιανικός. Ο Νίλι δεν ξέφυγε ποτέ πλήρως από αυτή την ταύτιση, όμως κατάφερε να τη μετατρέψει σε καριέρα από μόνη της: ξαναέπαιξε τον Ιησού ξανά και ξανά στη σκηνή, γύρισε σε περιοδείες και έγινε σχεδόν συνώνυμος του ίδιου του μιούζικαλ. Δεν βρήκε «κάτι μεγαλύτερο», αλλά βρήκε κάτι σπάνιο: έναν ρόλο που τον κράτησε ζωντανό επί δεκαετίες.

Στην κατηγορία της Παναγίας, ξεχωρίζει και η Ρόμα Ντάουνι από το «The Bible» και το «Son of God». Σε αυτή την περίπτωση, όμως, έχουμε ένα διαφορετικό μοντέλο: δεν ήταν απλώς η ηθοποιός που ενσάρκωσε τη Μαρία, αλλά και βασική δημιουργική δύναμη πίσω από το εγχείρημα, μαζί με τον Μαρκ Μπερνέτ. Είχε ήδη γίνει διάσημη από το «Touched by an Angel» και μετά συνέχισε ως παραγωγός και πρωταγωνίστρια πίστης και οικογενειακού περιεχομένου. Δηλαδή, ο ρόλος της Παναγίας δεν τη σκίασε· εντάχθηκε οργανικά σε μια ήδη ισχυρή, διαμορφωμένη δημόσια εικόνα.

Και ποια παραγωγή είχε τις πιο σκληρές σκηνές της σταύρωσης; Αν μιλάμε για ωμή, σωματική, εξαντλητική απεικόνιση, η απάντηση είναι ξεκάθαρα το «The Passion of the Christ». Ο Ρότζερ Ίμπερτ την είχε χαρακτηρίσει «την πιο βίαιη ταινία» που είχε δει, ενώ κριτικές της εποχής μιλούσαν για μια ακραία αλυσίδα βασανιστηρίων που κορυφώνεται σε μια σχεδόν αφόρητα γραφική σταύρωση. Ακόμη και σήμερα, οι περιγραφές της ταινίας στις οδηγίες καταλληλότητας μιλούν για «εξαιρετικά γραφική και έντονη βία», με μαστίγωση και σταύρωση που δύσκολα αντέχονται. Με απλά λόγια: αν ο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» καθαγίασε την εικόνα του Χριστού στη μικρή οθόνη, το «The Passion» την αιματοκύλισε στη μεγάλη.

Advertisement

Το συμπέρασμα είναι σχεδόν πάντα το ίδιο. Ο ρόλος του Ιησού ή της Παναγίας δεν είναι απλώς ένας ρόλος. Είναι μια σφραγίδα. Για κάποιους, όπως ο Ρόμπερτ Πάουελ και η Μάια Μόργκενστερν, έγινε η εικόνα με την οποία θα τους θυμάται για πάντα το κοινό. Για άλλους, όπως ο Τζιμ Καβίζελ ή η Ρόμα Ντάουνι, λειτούργησε ως κεφάλαιο μιας μεγαλύτερης πορείας. Και για λίγους, όπως ο Γουίλεμ Νταφόε, ήταν απλώς μια τολμηρή στάση μέσα σε μια ήδη τεράστια καριέρα. Όμως σε όλες τις περιπτώσεις, το τίμημα ήταν το ίδιο: μετά τον Ιησού ή την Παναγία, κανείς δεν επιστρέφει πραγματικά «ουδέτερος» στην οθόνη.