Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών ο Λάκης Χαλκιάς, ένας από τους σημαντικότερους και αυθεντικότερους ερμηνευτές της ελληνικής παραδοσιακής, λαϊκής και έντεχνης μουσικής.
Την απώλειά του ανακοίνωσε η οικογένειά του, γνωστοποιώντας ότι οι λεπτομέρειες για την κηδεία θα ανακοινωθούν προσεχώς. «Η οικογένεια του Λάκη Χαλκιά με οδύνη και θλίψη ανακοινώνει τον θάνατό του», ανέφερε η λιτή ανακοίνωση.
Με τον θάνατό του κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού. Ο Λάκης Χαλκιάς δεν υπήρξε απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής. Ήταν ο κρίκος που συνέδεσε το ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι με το ρεμπέτικο, το λαϊκό, την ποίηση και το κοινωνικό τραγούδι της Μεταπολίτευσης. Μια φωνή καθαρή, στεντόρεια και δωρική, που έμοιαζε να έρχεται από πολύ μακριά και συγχρόνως να μιλά για τα βάσανα του σύγχρονου ανθρώπου.
Από τη μεγαλύτερη μουσική οικογένεια της Ελλάδας
Ο Λάκης Χαλκιάς, κατά κόσμον Μιχάλης Χαλκιόπουλος, γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 30 Αυγούστου 1943. Ήταν γιος του κορυφαίου δεξιοτέχνη του κλαρίνου Τάσου Χαλκιά και ανήκε στην τέταρτη γενιά της περίφημης οικογένειας των Χαλκιάδων, μιας πραγματικής μουσικής δυναστείας που επί περισσότερον από ενάμιση αιώνα υπηρέτησε την ηπειρώτικη και την ελληνική μουσική παράδοση.
Στο σπίτι των Χαλκιάδων η μουσική δεν ήταν επάγγελμα, αλλά τρόπος ζωής. Τα τραγούδια, τα κλαρίνα, τα λαούτα και τα βιολιά περνούσαν από τη μία γενιά στην άλλη, μαζί με τις ιστορίες, τους θρύλους και τα βιώματα της Ηπείρου.
Το 1982, στο Θέατρο του Λυκαβηττού και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ο Λάκης Χαλκιάς παρουσίασε ολόκληρη την οικογένεια των Χαλκιάδων σε μια ιστορική συναυλία για τα 125 χρόνια συνεχούς προσφοράς της στη δημοτική μουσική. Για τους Χαλκιάδες είχε μιλήσει τότε ακόμη και ο Μάνος Κατράκης, αναγνωρίζοντας τη μοναδική θέση τους στον ελληνικό πολιτισμό.
Ο ίδιος ο Λάκης Χαλκιάς έλεγε για τις καταβολές του:
«Το δημοτικό τραγούδι ήταν το πρώτο μου σχολείο, δηλαδή η δημοτική ποίηση. Αυτή άκουγα από τους δικούς μου, αυτή έμαθα από τους δικούς μου».
Αυτή η πρώτη μουσική εικόνα, όπως εξηγούσε, τον ακολούθησε σε ολόκληρη τη διαδρομή του.
Επαγγελματίας μουσικός από τα 16 του χρόνια
Άρχισε να τραγουδά σε ηλικία μόλις επτά ετών. Δεν περιορίστηκε όμως στη φωνή. Έμαθε να παίζει κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι, εξελισσόμενος σε ολοκληρωμένο μουσικό και πολυοργανίστα.
Στα 16 του εργαζόταν ήδη επαγγελματικά και στα 18 του ηχογράφησε τους πρώτους του δίσκους στην Columbia, σε τραγούδια του Θεόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου. Ανάμεσα στις πρώτες δισκογραφικές καταγραφές του ήταν τα «Παραπονιάρικο», «Μ’ έκαψες, μ’ έκαψες» και «Όπου γης και πατρίς».
Από τις αρχές μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 βρέθηκε στο πλευρό των μεγαλύτερων ονομάτων του ελληνικού τραγουδιού. Τραγούδησε δίπλα στη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Γιώργο Ζαμπέτα, ενώ συνεργάστηκε με ιστορικές μορφές του ρεμπέτικου όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Βασίλης Τσιτσάνης.
Τα καλοκαίρια επέστρεφε στο οικογενειακό συγκρότημα των Χαλκιάδων και τραγουδούσε στα πανηγύρια, στους γάμους και στις λαϊκές γιορτές. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μουσική της υπαίθρου, ακόμη και όταν άρχισαν να ανοίγονται μπροστά του οι μεγαλύτερες σκηνές.
Από την Αμερική και τον Άντονι Κουίν στην επιστροφή στην Ελλάδα
Το 1967 έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, όπου παρέμεινε μέχρι το 1971. Εκεί συμμετείχε, μεταξύ άλλων, σε τηλεοπτική παρουσίαση του «Ζορμπά» στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας, συνεργαζόμενος με τον Άντονι Κουίν σε ένα πρόγραμμα βασισμένο στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα το 1971 άνοιξε την πιο καθοριστική περίοδο της καριέρας του. Συνεργάστηκε με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη στα «Μικροαστικά» και, κυρίως, συνάντησε τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Η συνεργασία τους έμελλε να γράψει ιστορία.
Η «Φάμπρικα» που δεν σταμάτησε ποτέ
Ο Λάκης Χαλκιάς έγινε μία από τις βασικές φωνές των μεγάλων έργων του Γιάννη Μαρκόπουλου: «Ο Στράτης Θαλασσινός», σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, «Θητεία» του Μάνου Ελευθερίου, «Μετανάστες» του Γιώργου Σκούρτη, «Θεσσαλικός Κύκλος» του Κώστα Βίρβου, «Οροπέδιο» του Μιχάλη Κατσαρού και «Εργάτες».
Η κορυφαία στιγμή αυτής της συνεργασίας ήταν αναμφίβολα η «Φάμπρικα», το συγκλονιστικό ζεϊμπέκικο των «Μεταναστών», που ηχογραφήθηκε το 1974. Στο τραγούδι αυτό ο Χαλκιάς έδωσε φωνή στον Έλληνα εργάτη της ξενιτιάς, στον άνθρωπο που μέσα στη βιομηχανική μηχανή χάνει ακόμη και το όνομά του και μετατρέπεται σε αριθμό.
Η πρώτη του ερμηνεία στη «Φάμπρικα» θεωρείται αξεπέραστη για τα ιδιαίτερα γυρίσματα, τη δραματικότητα, την άρθρωση και τη δύναμή της. Το τραγούδι ξεπέρασε τα όρια της εποχής του και έγινε σύμβολο της μετανάστευσης, της εργατικής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Σπουδαίες υπήρξαν επίσης οι ερμηνείες του στα «Μαλαματένια Λόγια», «Εδώ στην ξένη χώρα», «Ο Δάσκαλος», «Άπονες εξουσίες», «Πικραμένη μου γενιά» και στα τραγούδια του έργου «Εργάτες». Δεν επρόκειτο απλώς για επιτυχίες της εποχής τους. Ήταν τραγούδια με κοινωνικό και πολιτικό βάρος, που συνέχισαν να ακούγονται επί δεκαετίες.
Δίπλα στον Ξυλούρη στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου
Το 1974 συμμετείχε στη μεγάλη περιοδεία του Γιάννη Μαρκόπουλου στις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη. Τραγούδησαν στο Carnegie Hall και στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης, καθώς και στο Orchestra Hall του Σικάγου, στις πρώτες μεγάλες συναυλίες για την ομογένεια μετά την πτώση της δικτατορίας.
Το 1977 συμμετείχε στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού, μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και την Ειρήνη Παπά. Το 1981 τραγούδησε ακόμη και στην Όπερα του Σίδνεϊ, στο αποκορύφωμα περιοδείας του στην Αυστραλία.
Στη μακρόχρονη πορεία του τραγούδησε από την ποίηση του Σεφέρη, του Σολωμού και του Ρίτσου έως το δημοτικό, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Το 1981 κυκλοφόρησε την «Πικραμένη μου γενιά», σε ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου που μελοποίησε ο Μάριος Τόκας, ενώ η προσωπική του δισκογραφία περιλάμβανε έργα αφιερωμένα στην παράδοση, όπως τα «Τραγούδια της Ελλάδας» και «Τα παραδοσιακά μας τραγούδια».
Μια φωνή που κουβαλούσε αιώνες
Ο Λάκης Χαλκιάς δεν επεδίωξε ποτέ την εύκολη δημοσιότητα ούτε προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της εμπορικής μουσικής βιομηχανίας. Υπηρέτησε με συνέπεια το δημοτικό, το λαϊκό, το έντεχνο και το κοινωνικό τραγούδι, χωρίς να απαρνηθεί τις ρίζες ή τις πεποιθήσεις του.
Η φωνή του είχε πάθος αλλά και μέτρο, λεβεντιά αλλά και βαθύ πόνο. Μπορούσε να τραγουδήσει ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, ένα ρεμπέτικο, έναν κοινωνικό στίχο του Μάνου Ελευθερίου ή την ποίηση του Σεφέρη, διατηρώντας πάντοτε το ίδιο προσωπικό αποτύπωμα.
Ο Λάκης Χαλκιάς έφυγε, αλλά πίσω του μένουν η «Φάμπρικα» που δεν σταματά, τα «Μαλαματένια Λόγια», τα τραγούδια της ξενιτιάς, των εργατών και της Ηπείρου. Μένει κυρίως η φωνή ενός ανθρώπου που παρέλαβε μια παράδοση αιώνων και την παρέδωσε ακέραιη στις επόμενες γενιές.
Μενδώνη: Μας χάρισε με την υπέροχη φωνή του, τις μουσικές του γνώσεις, το ήθος και τον σεβασμό του στην παράδοση, μοναδικές ερμηνείες
Πληροφορούμενη την απώλεια του Λάκη Χαλκιά, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Με ιδιαίτερη θλίψη πληροφορήθηκα την απώλεια του Λάκη Χαλκιά, ενός από τους μεγάλους εκπροσώπους της μουσικής μας παράδοσης. Απόγονος μιας οικογένειας με παράδοση αιώνων στο δημοτικό τραγούδι, υπήρξε ο φυσικός συνεχιστής της, με πλήρη συναίσθηση του βάρους της, συνδυάζοντας τη βαριά κληρονομιά του με το απαράμιλλο, πηγαίο ταλέντο του, για να υπηρετήσει, ακάματα και με συνέπεια, το ελληνικό τραγούδι. Από πολύ νωρίς, μετέχοντας με την οικογενειακή κομπανία σε κάθε λαϊκή εκδήλωση και τελετουργία αλλά και τη συνεργασία του με, σχεδόν, όλους τους σημαντικούς δημιουργούς της εποχής του, ο Λάκης Χαλκιάς μας χάρισε, με την υπέροχη φωνή του, τις μουσικές του γνώσεις, το ήθος και τον σεβασμό του στην παράδοση, μοναδικές ερμηνείες, που εγγράφονται ως απαράγραπτο κληροδότημα στη μουσική μας. Ο Λάκης Χαλκιάς λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ της παράδοσης και της ανανέωσης, έδωσε διακριτή υπόσταση στην ελληνική μουσική, με ερμηνείες σε υψηλού επιπέδου μελοποιημένη ποίηση, όπως και στο αυθεντικό δημοτικό τραγούδι. Αποκορύφωμα, είναι το μεγάλο προσωπικό έργο του με τίτλο «2.500 Χρόνια Ελληνική Μουσική», ένα γιγαντιαίο πανόραμα της αδιάσπαστης ενότητας του ελληνικού μέλους. Άνθρωπος, με αταλάντευτες πολιτικές πεποιθήσεις, τις οποίες υπηρέτησε πιστά και με συνεπή κοινωνική στράτευση, υπήρξε γνήσιος εκφραστής των συλλογικών αγωνιών του λαού, αφήνοντας παρακαταθήκη τη μακρά και γόνιμη πορεία του στην Τέχνη, αλλά και το απαράμιλλο ήθος και την υπερήφανη στάση της ζωής του.
Στην οικογένειά του και τους τόσο πολλούς φίλους του απευθύνω ειλικρινέστατα συλλυπητήρια».