Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Polytechnique Hauts-de-France δημοσίευσαν την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα μελέτη, στην οποία εξετάζεται κατά πόσο οι ειδικοί μπορούν να αναγνωρίσουν τις πινελιές ενός καλλιτέχνη με τρόπο αντίστοιχο των δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Αναλύοντας την επιφάνεια οκτώ πινάκων του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, η τεχνική της επιφανειακής μετρολογίας κατάφερε να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα ενός έργου που για χρόνια αποτελούσε αντικείμενο αμφισβήτησης αλλά τελικά αναγνωρίστηκε ως γνήσιο, ενώ ταυτόχρονα εντόπισε σωστά ένα άλλο έργο το οποίο πλέον θεωρείται πλαστό.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Surface Topography: Metrology and Properties. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μέθοδοι πιστοποίησης έργων τέχνης χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: την κλασική αξιολόγηση από ειδικούς, τις φυσικοχημικές αναλύσεις και τις τεχνικές ψηφιακής απεικόνισης, ενώ η επιφανειακή μετρολογία ανήκει στην τελευταία κατηγορία.
Παρότι η ιδέα ανάλυσης της υφής ενός έργου τέχνης για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας, φαίνεται σχετικά προφανής, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πεδίο το οποίο έχει μελετηθεί ελάχιστα. Όπως εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας, François Berkmans, «η επιφανειακή μετρολογία αναπτύχθηκε ιστορικά κυρίως για βιομηχανικές εφαρμογές και τη μηχανολογία, όπου η γεωμετρία μιας επιφάνειας συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία κατασκευής, την τριβή, τη φθορά και τη λειτουργική απόδοση».
Η μεθοδολογία της έρευνας
Στο πρώτο στάδιο της μελέτης, η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε υψηλής ανάλυσης εικόνες από οκτώ έργα του Βαν Γκογκ, οι οποίες μετατράπηκαν σε δύο τοπογραφικούς χάρτες για κάθε έργο: ο ένας εστίαζε σε μια αντιπροσωπευτική πινελιά και ο δεύτερος αποτύπωνε τη συνολική σύνθεση του πίνακα. Στη συνέχεια, οι ερευνητές εφάρμοσαν τη μέθοδο «box counting» προκειμένου να υπολογίσουν τη λεγόμενη τιμή διάστασης φρακτάλ κάθε έργου, έναν δείκτη που ουσιαστικά μετρά την πολυπλοκότητα της επιφάνειας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η «Έναστρη Νύχτα» του 1889 εμφάνισε τη μεγαλύτερη τιμή διάστασης φράκταλ ανάμεσα στα έργα που εξετάστηκαν. Με βάση τα δεδομένα αυτά, οι τιμές που προέκυψαν από τα έργα του Βαν Γκογκ,χρησιμοποιήθηκαν ως σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη ενός μοντέλου αξιολόγησης νέων έργων.
Όταν ολοκληρώθηκε το μοντέλο, οι ερευνητές προχώρησαν στον υπολογισμό των αντίστοιχων τιμών για δύο πίνακες που είχαν αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης. Ο πίνακας «Sunset at Montmajour» (1888), τον οποίο το Μουσείο Βαν Γκογκ είχε αναγνωρίσει ως αυθεντικό το 2013, εμφάνισε χαρακτηριστικά συμβατά με τα υπόλοιπα έργα του καλλιτέχνη. Αντίστοιχα, ο πίνακας «The Plowmen», ο οποίος σήμερα θεωρείται πλαστογραφία, παρουσίασε αποκλίσεις από το πρότυπο.
Παρ’ όλο που η μέθοδος παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς -όπως η αδυναμία να συνυπολογίσει τη γήρανση ή αποσύνθεση ενός έργου με την πάροδο του χρόνου-, η επιφανειακή μετρολογία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια πιο οικονομική και λιγότερο παρεμβατική λύση για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας έργων τέχνης.
Παράλληλα, η συγκεκριμένη μέθοδος ενδέχεται να αποδειχθεί χρήσιμη και στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, συμβάλλοντας στη διάκριση μεταξύ έργων που έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους και εκείνων που έχουν παραχθεί με αυτοματοποιημένα συστήματα.
Με πληροφορίες από artnet