Σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ψυχολογικού πολέμου, με έντονα στοιχεία τρομολαγνίας, επιδίδονται ιρανικά μέσα ενημέρωσης, τοποθετώντας την Ελλάδα και την Κύπρο στον χάρτη πιθανών στρατιωτικών αντιποίνων της Τεχεράνης. Πρόκειται για δημοσιεύματα που εντείνουν την ανησυχία στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς όμως να συνιστούν επίσημη ανακοίνωση της ιρανικής κυβέρνησης ή των ενόπλων δυνάμεων. Σημειώνεται, πάντως, ότι δεν είναι η πρώτη φορά τους τελευταίους μήνες που δημοσιεύματα αναφέρονται σε μια τέτοια πιθανότητα.
Η εφημερίδα Hamshahri, που ανήκει στον Δήμο της Τεχεράνης, δημοσίευσε την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026 χάρτη με στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη βρετανική αεροπορική βάση του Ακρωτηρίου, ενώ στο ευρύτερο σκηνικό των απειλών περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις που συνδέονται με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Ανάλογη ρητορική υιοθετεί και η συντηρητική εφημερίδα Kayhan, παρουσιάζοντας ως πιθανούς στόχους αμερικανικές και νατοϊκές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη, εφόσον υπάρξει νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.
Το ερώτημα είναι σαφές: Ποιος πραγματικά μιλάει εξ ονόματος της Τεχεράνης; Η εκλεγμένη πολιτική ηγεσία, οι στρατιωτικοί μηχανισμοί και οι Φρουροί της Επανάστασης ή τα σκληροπυρηνικά κέντρα που επιχειρούν να επιβάλουν τη δική τους ατζέντα;
Κανείς εκτός του ιρανικού συστήματος εξουσίας δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιος έχει αυτή τη στιγμή τον καθοριστικό λόγο στις αποφάσεις για την επόμενη φάση της αντιπαράθεσης.
Ο Πεζεσκιάν μιλά για φιλία με την Κύπρο
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση των ιρανικών δημοσιευμάτων.
Την ίδια ημέρα που η Hamshahri παρουσίαζε την Κύπρο ως πιθανό πεδίο αντιποίνων, ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, υποδεχόταν τον νέο πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Τεχεράνη, Αντώνη Μανδρίτη, εκφράζοντας την επιθυμία του να ενισχυθούν οι σχέσεις των δύο χωρών.
Ο Ιρανός πρόεδρος αναφέρθηκε στους ιστορικούς δεσμούς Ιράν και Κύπρου, σημειώνοντας ότι υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες για περαιτέρω συνεργασία. Μίλησε μάλιστα για την ανάγκη ειρηνικής συνύπαρξης και διαλόγου, αντί της προσφυγής σε πολέμους και επιθετικές ενέργειες.
Αλλά δεν είναι μόνο ο Πεζεσκιάν.
Ο πρέσβης του Ιράν στη Λευκωσία, Αλιρεζά Σαλαριάν, έχει επανειλημμένα διαβεβαιώσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί στόχο της χώρας του.
Σε συνέντευξή του στις 27 Μαρτίου 2026 στην Cyprus Mail είχε υποστηρίξει ότι ούτε οι βρετανικές βάσεις θεωρούνταν στόχοι, εφόσον δεν χρησιμοποιούνταν για επιθετικές ενέργειες εναντίον του Ιράν.
Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, διότι αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική γλώσσα της Τεχεράνης και την απειλητική ρητορική ορισμένων μέσων ενημέρωσης.
Οι βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι και η θέση της Λευκωσίας
Η περίπτωση του Ακρωτηρίου χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο έχουν ειδικό καθεστώς κυριαρχίας, το οποίο προκύπτει από τις συμφωνίες του 1960. Δεν αποτελούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις υπό τον άμεσο επιχειρησιακό έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να επιμένει ότι το κυπριακό έδαφος δεν πρέπει να μετατραπεί σε ορμητήριο επιθετικών επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να εκθέσουν τον πληθυσμό σε αντίποινα.
Χρειάζεται, ωστόσο, μία ουσιαστική νομική διευκρίνιση: το ισχύον καθεστώς δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση προηγούμενης έγκρισης της κυπριακής κυβέρνησης για κάθε βρετανική στρατιωτική πτήση. Υπάρχει πολιτική συνεννόησης και ενημέρωσης, όχι όμως καθολικό δικαίωμα κυπριακού βέτο στις επιχειρησιακές αποφάσεις του Λονδίνου.
Αυτό ακριβώς καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη στενή επικοινωνία Λευκωσίας και Λονδίνου, ώστε η Κύπρος να μη βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες αποφάσεων στις οποίες δεν συμμετέχει.
Είναι άλλο πράγμα η αμυντική προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων και άλλο η χρησιμοποίησή τους για την εξαπόλυση επιθετικών επιχειρήσεων εναντίον τρίτης χώρας.
Η Σούδα και η ελληνική αμυντική ομπρέλα
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Σούδα αποτελεί σταθερό παράγοντα του γεωστρατηγικού σχεδιασμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν πρόκειται, όμως, για μία απροστάτευτη εγκατάσταση.
Ήδη από τον Μάρτιο, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε διαβεβαιώσει δημόσια ότι έχουν αναβαθμιστεί τα μέτρα προστασίας της Σούδας, με ανάπτυξη αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων.
Παράλληλα, η Ελλάδα προχωρά στην υλοποίηση της πολυεπίπεδης αμυντικής ομπρέλας «Ασπίδα του Αχιλλέα», με δυνατότητες αντιμετώπισης αεροπορικών, βαλλιστικών και μη επανδρωμένων απειλών. Το ολοκληρωμένο σύστημα, πάντως, βρίσκεται ακόμη στη φάση υλοποίησης και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ήδη πλήρως επιχειρησιακό.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας συνδυάζεται με τη σαφή πολιτική επιδίωξη να μην υπάρξει εμπλοκή της χώρας σε επιθετικό πόλεμο εναντίον του Ιράν.
Η Σούδα διαθέτει συγκεκριμένο θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο λειτουργίας, βάσει των ελληνοαμερικανικών αμυντικών συμφωνιών. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από ξένους σχολιαστές σαν μία εγκατάσταση που λειτουργεί ανεξάρτητα από την ελληνική κρατική κυριαρχία.
Ο Τραμπ, οι ενδιάμεσες εκλογές και ο κίνδυνος γενικευμένου πολέμου
Ο πραγματικός παράγοντας αβεβαιότητας βρίσκεται στην Ουάσιγκτον και στις αποφάσεις που ενδέχεται να λάβει ο Ντόναλντ Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα απειλήσει με νέα στρατιωτική κλιμάκωση, ενώ οι τελευταίες επιχειρήσεις κατά ιρανικών στόχων και οι δύσκολες διπλωματικές διαπραγματεύσεις διατηρούν την περιοχή σε εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση.
Σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα του Reuters, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από μία συμφωνία, παρά τις προσπάθειες διαμεσολάβησης του Κατάρ.
Το ενδεχόμενο ο Τραμπ να επιλέξει μία εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί ούτε ειλημμένη απόφαση.
Ελλάδα και Κύπρος έχουν κάθε λόγο να προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα, διατηρώντας ταυτόχρονα μία βασική στρατηγική επιδίωξη: να αποφύγουν οποιαδήποτε έμμεση εμπλοκή. Λόγω βάσεων, στην πολεμική αντιπαράθεση.
Η επιχειρησιακή ετοιμότητα και τα μέτρα προστασίας των στρατιωτικών εγκαταστάσεων δεν ισοδυναμούν από μόνα τους με εγγύηση ότι οι δύο χώρες μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστες από μία γενικευμένη σύγκρουση.
Η Τεχεράνη οφείλει να ξεκαθαρίσει ποιος μιλά εξ ονόματός της
Δεν είναι δυνατόν από τη μία πλευρά ο πρόεδρος του Ιράν να μιλά για ιστορικούς δεσμούς και ενίσχυση της φιλίας με την Κυπριακή Δημοκρατία και από την άλλη εφημερίδες που λειτουργούν στην Τεχεράνη να δημοσιεύουν χάρτες με πιθανούς στρατιωτικούς στόχους στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
Αν οι απειλές αποτελούν απλώς μία επικοινωνιακή επιχείρηση εκφοβισμού, τότε η ιρανική πολιτική ηγεσία οφείλει να το καταστήσει σαφές.
Αν, αντιθέτως, εκφράζουν πραγματικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς, η κατάσταση είναι πολύ σοβαρότερη.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν κανέναν λόγο να γίνουν μέρος ενός πολέμου που δεν επιδιώκουν.
Και, ασφαλώς, κανένα δημοσίευμα, όσο απειλητικό και αν εμφανίζεται, δεν δικαιολογεί τη δημιουργία πανικού στους πολίτες.
Άλλο η σοβαρή αξιολόγηση μιας απειλής και άλλο η καλλιέργεια φόβου.
Η απάντηση της Αθήνας και της Λευκωσίας πρέπει να είναι η ψυχραιμία, η διπλωματική εγρήγορση, η αμυντική ετοιμότητα και η ξεκάθαρη θέση ότι οι δύο χώρες δεν επιθυμούν να μετατραπούν σε πεδίο αναμέτρησης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων.
Και η Τεχεράνη οφείλει να κατανοήσει ότι οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις της δεν μπορούν να συνυπάρχουν επ’ αόριστον με δημοσιεύματα που εμφανίζουν φιλικές χώρες ως πιθανούς στόχους πυραυλικών αντιποίνων.