Η εικόνα μοιάζει παράδοξη: η Ευρώπη ζει ολοένα συχνότερους και σκληρότερους καύσωνες, όμως σε πολλές χώρες το air condition παραμένει σχεδόν… ύποπτη συσκευή. Δεν είναι μόνο θέμα κόστους. Είναι θέμα κουλτούρας, αισθητικής, πολεοδομίας, θορύβου, ενεργειακής κατανάλωσης και, πλέον, δικαστηρίων.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από τη Γαλλία. Στο Παρίσι, ένας 32χρονος άνδρας με σοβαρό πρόβλημα υγείας, που ζει σε διαμέρισμα στο Μαραί, κατέληξε σε δικαστική διαμάχη επειδή οι γείτονές του δεν δέχονται να τοποθετηθεί εξωτερική μονάδα κλιματιστικού στην εσωτερική αυλή, επικαλούμενοι τον θόρυβο και την όχληση. Η υπόθεση σέρνεται για περίπου δύο χρόνια, με την οικογένειά του να έχει ήδη ξοδέψει χιλιάδες ευρώ. Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι θεωρητικό: αφορά ακόμη και ανθρώπους για τους οποίους η ψύξη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη υγείας.
Στη Γαλλία, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν υπάρχει γενική απαγόρευση του κλιματιστικού. Υπάρχουν όμως όροι. Η εγκατάσταση εξωτερικής μονάδας μπορεί να απαιτεί προηγούμενη δήλωση στις πολεοδομικές αρχές, ιδίως αν αλλάζει η εξωτερική όψη του κτιρίου. Σε πολυκατοικίες, απαιτείται συχνά έγκριση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, ενώ ο νόμος προβλέπει ότι η εγκατάσταση δεν πρέπει να προκαλεί «μη φυσιολογική διατάραξη της γειτονίας». Με απλά λόγια: μπορεί να έχεις δικαίωμα στη δροσιά, αλλά ο γείτονας μπορεί να διεκδικήσει δικαίωμα στην απαγόρευση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντως, δεν έχει απαγορεύσει τα air condition. Αυτό που κάνει είναι να ρυθμίζει την ενεργειακή απόδοση, τα ψυκτικά αέρια και τις προδιαγραφές των συσκευών. Οι νεότεροι κανονισμοί για τα φθοριούχα αέρια οδηγούν σταδιακά σε περιορισμό των πιο επιβαρυντικών ψυκτικών ουσιών, ενώ τα συστήματα ενεργειακής σήμανσης και οικολογικού σχεδιασμού πιέζουν την αγορά προς πιο αποδοτικά μηχανήματα. Άρα, το «όχι» στο air condition δεν είναι ευρωπαϊκή απαγόρευση. Είναι κυρίως μωσαϊκό εθνικών, δημοτικών και πολυκατοικιακών περιορισμών.
Υπάρχει όμως και το ενεργειακό επιχείρημα. Τα κλιματιστικά δεν καταναλώνουν μόνο το καλοκαίρι. Στην Ευρώπη, η χρήση τους για θέρμανση απορροφά περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από την ψύξη. Η Κομισιόν έχει υπολογίσει ότι τα οικιακά room air conditioners στην Ε.Ε. κατανάλωσαν περίπου 12 TWh για ψύξη το 2020, αλλά 29 TWh για λειτουργία θέρμανσης. Αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν αφορά μόνο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, αλλά ολόκληρη τη σχέση του σπιτιού με το ρεύμα.
Στην Ελλάδα, πάντως, το air condition έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται πολυτέλεια. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, το 78,9% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί κλιματιστικό για ψύξη. Με σύνολο 4.298.999 νοικοκυριών, αυτό σημαίνει περίπου 3,39 εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά που δροσίζονται με air condition. Το 15,7% το δηλώνει και ως βασικό μέσο θέρμανσης.
Η ελληνική αγορά το επιβεβαιώνει. Το 2023 πουλήθηκαν πάνω από 730.000 κλιματιστικά, με τα split units να ξεπερνούν τις 680.000 μονάδες και τις κεντρικές εγκαταστάσεις να υπολογίζονται περίπου στις 50.000. Η αγορά κλιματισμού στην Ελλάδα είχε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 9% την περίοδο 2019-2023, ενώ για την τριετία 2024-2026 προβλέπεται νέα αύξηση, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό, γύρω στο 6%. Δεν υπάρχει εύκολα διαθέσιμη πλήρης δημόσια ετήσια σειρά για κάθε μία από τις τελευταίες πέντε χρονιές· αν όμως κάνουμε απλή αναγωγή από τον ρυθμό αύξησης, η αγορά του 2019 κινείτο ενδεικτικά κοντά στις 520.000-530.000 μονάδες και έφτασε πάνω από τις 730.000 το 2023.
Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό στον λογαριασμό. Ένα κλιματιστικό 12.000 BTU καταναλώνει περίπου 1,15 kWh ανά ώρα λειτουργίας, ενώ ένα 9.000 BTU περίπου 0,8 kWh. Με τιμή ρεύματος που, ανάλογα με πάροχο και πρόγραμμα, μπορεί να κυμαίνεται ενδεικτικά από 0,085 έως 0,187 ευρώ ανά kWh, ένα 12άρι κλιματιστικό κοστίζει περίπου 10 έως 22 λεπτά την ώρα μόνο σε ενέργεια. Αν δουλεύει 8 ώρες τη μέρα, μιλάμε για περίπου 0,78 έως 1,72 ευρώ ημερησίως, χωρίς να υπολογίζονται ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόροι και πάγια.
Εδώ αρχίζει το πραγματικά εντυπωσιακό συμπέρασμα. Αν τα 3,39 εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά που δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν air condition για ψύξη άναβαν από ένα μόνο 12άρι μηχάνημα για 8 ώρες μέσα σε μία ημέρα καύσωνα, η κατανάλωση θα έφτανε περίπου τις 31 GWh σε ένα 24ωρο. Σε έναν μήνα με 30 πολύ ζεστές ημέρες, αυτό θα πλησίαζε τη 1 TWh. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι κάθε καύσωνας μετατρέπεται και σε τεστ αντοχής για το ηλεκτρικό σύστημα.
Στο Λουξεμβούργο, η εικόνα είναι άλλη. Δεν είναι μόνο ότι η χρήση κλιματισμού είναι λιγότερο διαδεδομένη. Είναι και το κόστος. Ένα monosplit με εγκατάσταση μπορεί να κοστίζει περίπου 2.300 έως 4.000 ευρώ, ενώ μόνο η εγκατάσταση μπορεί να φτάνει τα 1.400 έως 2.300 ευρώ. Στην Ελλάδα, απλή εγκατάσταση split συσκευής 9.000 ή 12.000 BTU μπορεί να ξεκινά από περίπου 70-80 ευρώ, χωρίς πρόσθετα υλικά και ΦΠΑ. Άρα ο ισχυρισμός ότι στο Λουξεμβούργο το κόστος μοιάζει «χρυσάφι» δεν είναι υπερβολικός, ιδίως όταν συγκρίνεται το κόστος εργασίας και εγκατάστασης.
Η άλλη μεγάλη συζήτηση, όμως, δεν αφορά τα κλιματιστικά. Αφορά τα τζάκια. Στη Βρετανία δεν υπάρχει γενική απαγόρευση όλων των τζακιών, υπάρχει όμως πολύ αυστηρό καθεστώς σε λεγόμενες smoke control areas. Εκεί απαγορεύεται η έκλυση καπνού από καμινάδα και επιτρέπεται μόνο η χρήση εγκεκριμένων καυσίμων ή ειδικών πιστοποιημένων συσκευών. Με άλλα λόγια, το παραδοσιακό ανοιχτό τζάκι με ξύλα μπορεί να είναι πρακτικά απαγορευμένο σε πολλές περιοχές, ακριβώς λόγω των μικροσωματιδίων και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Το ίδιο θέμα ανεβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πόλεις ζητούν αυστηρότερους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις συσκευές καύσης ξύλου, επειδή η θέρμανση με ξύλα επιβαρύνει την ποιότητα του αέρα με λεπτά αιωρούμενα σωματίδια. Έτσι εξηγείται γιατί σε αρκετά σπίτια του εξωτερικού τα «τζάκια» είναι πλέον ηλεκτρικά: κρατούν την εικόνα της φλόγας, αλλά χωρίς καπνό, στάχτη και καμινάδα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη μπαίνει σε μια νέα οικιακή εποχή. Το σπίτι δεν είναι πια μόνο ιδιωτικός χώρος. Το κλιματιστικό σου αφορά τον γείτονα, γιατί κάνει θόρυβο και βγάζει θερμό αέρα. Το τζάκι σου αφορά την πόλη, γιατί βγάζει καπνό. Και ο θερμοστάτης σου αφορά το ηλεκτρικό σύστημα, γιατί εκατομμύρια συσκευές μαζί γίνονται εθνικό ενεργειακό φορτίο.
Η μεγάλη αντίφαση είναι εμφανής: όσο η Ευρώπη ζεσταίνεται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πει απλώς «όχι» στο air condition. Αλλά όσο περισσότερο το χρησιμοποιεί, τόσο πιο πιεστικά θα μπαίνουν οι κανόνες για θόρυβο, ρύπους, κατανάλωση και εγκατάσταση. Το μέλλον, λοιπόν, δεν θα είναι χωρίς κλιματιστικά. Θα είναι με πιο ακριβά, πιο αθόρυβα, πιο αποδοτικά και πιο αυστηρά ελεγχόμενα κλιματιστικά. Και ίσως με λιγότερα πραγματικά τζάκια και περισσότερες ηλεκτρικές φλόγες.