Υπάρχουν εγκληματίες που καταφέρνουν να ξεφεύγουν από την αστυνομία, τους εισαγγελείς και τα δικαστήρια. Διαθέτουν χρήματα, ανθρώπους που τους προστατεύουν, διεφθαρμένους αξιωματούχους και έναν ολόκληρο μηχανισμό εκφοβισμού. Υπάρχει όμως ένας αντίπαλος που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνος: η Εφορία.
Η περίπτωση του Αλ Καπόνε αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα στην παγκόσμια ιστορία του οργανωμένου εγκλήματος. Στις 17 Οκτωβρίου 1931, ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει το Σικάγο σε αυτοκρατορία παράνομου αλκοόλ, εκβιασμών, τζόγου και αιματηρών ξεκαθαρισμάτων λογαριασμών κρίθηκε ένοχος για φορολογικά αδικήματα.
Δεν καταδικάστηκε για τις δολοφονίες που συνδέθηκαν με την εγκληματική του οργάνωση. Ούτε για τις επιθέσεις και την τρομοκρατία που είχε επιβάλει στον υπόκοσμο της πόλης. Καταδικάστηκε επειδή δεν δήλωνε τα εισοδήματά του και δεν πλήρωνε τους φόρους που όφειλε.
Η ετυμηγορία εκδόθηκε στις 17 Οκτωβρίου και η ποινή επιβλήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1931: έντεκα χρόνια φυλάκισης, με χρηματικές επιβαρύνσεις που τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ συνοψίζουν σε 80.000 δολάρια για πρόστιμα και δικαστικά έξοδα.
Από τους δρόμους του Μπρούκλιν στον θρόνο του Σικάγου
Ο Αλφόνς Γκάμπριελ Καπόνε γεννήθηκε το 1899 στη Νέα Υόρκη, από οικογένεια Ιταλών μεταναστών. Από μικρός μπλέχτηκε με συμμορίες και απέκτησε το παρατσούκλι «Scarface», δηλαδή «Σημαδεμένος», εξαιτίας μιας ουλής στο πρόσωπό του.
Στη δεκαετία του 1920, η ποτοαπαγόρευση στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησε μια τεράστια παράνομη αγορά αλκοόλ. Ο Καπόνε αξιοποίησε την ευκαιρία για να χτίσει μια εγκληματική αυτοκρατορία. Παράνομα αποστακτήρια, μπαρ, καζίνο, πορνεία, εκβιασμοί και δωροδοκίες απέφεραν τεράστια ποσά.
Η βία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της οργάνωσής του. Η διαβόητη Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου, στις 14 Φεβρουαρίου 1929, με επτά νεκρούς από αντίπαλη συμμορία, συνδέθηκε με τον πόλεμο των συμμοριών του Σικάγου, χωρίς να καταδικαστεί ο ίδιος για το έγκλημα.
Εκεί που απέτυχαν τα όπλα, πέτυχαν τα λογιστικά βιβλία
Οι αμερικανικές αρχές αντιμετώπιζαν ένα τεράστιο πρόβλημα: γνώριζαν τη δράση της οργάνωσής του, αλλά δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν αποδεικτικά στοιχεία που θα οδηγούσαν σε καταδίκη για τα σοβαρότερα εγκλήματα. Οι μάρτυρες φοβούνταν. Οι συνεργάτες του σιωπούσαν. Οι δωροδοκίες υπονόμευαν τις έρευνες.
Τότε οι ομοσπονδιακές αρχές στράφηκαν στα οικονομικά του. Ο ειδικός πράκτορας του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών Φρανκ Γουίλσον και οι συνεργάτες του άρχισαν να εξετάζουν οικονομικές συναλλαγές, λογιστικά στοιχεία, καταθέσεις και δαπάνες.
Το ερώτημα ήταν απλό: πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να χρηματοδοτεί μια τόσο πολυτελή ζωή, χωρίς να εμφανίζει αντίστοιχα φορολογητέα εισοδήματα; Η εισαγγελία παρουσίασε στοιχεία για τις υπέρογκες δαπάνες του και απέδειξε ότι γνώριζε τις φορολογικές υποχρεώσεις του. Οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για τρία κακουργήματα και δύο πλημμελήματα σχετικά με τη φορολογία εισοδήματος της περιόδου 1925–1929.
Έντεκα χρόνια φυλακή και το τέλος μιας αυτοκρατορίας
Η απόφαση προκάλεσε αίσθηση. Ένας άνθρωπος που είχε αποφύγει την καταδίκη για σειρά βίαιων εγκλημάτων οδηγούνταν στη φυλακή για φοροδιαφυγή. Ο Καπόνε φυλακίστηκε αρχικά στην Ατλάντα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο διαβόητο Αλκατράζ.
Αποφυλακίστηκε το 1939, έχοντας εκτίσει περίπου επτάμισι χρόνια. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί σοβαρά και δεν επέστρεψε ποτέ στην παλιά του εξουσία. Πέθανε το 1947, σε ηλικία 48 ετών.
Το μάθημα για τα σύγχρονα κράτη
Η ιστορία του Αλ Καπόνε δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο από την εποχή της αμερικανικής μαφίας. Αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί το οργανωμένο έγκλημα.
Όταν ένας εγκληματικός μηχανισμός προστατεύεται από τη σιωπή, τον φόβο και τη διαφθορά, η έρευνα της διαδρομής του χρήματος μπορεί να ανοίξει δρόμους που οι παραδοσιακές αστυνομικές έρευνες αδυνατούν να ανοίξουν. Πολυτελείς κατοικίες, πανάκριβα αυτοκίνητα, τραπεζικοί λογαριασμοί, εικονικές επιχειρήσεις και περιουσίες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα αποτελούν πεδία ουσιαστικής έρευνας.
Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα, όπου η συνεργασία της ΑΑΔΕ, των οικονομικών εισαγγελέων, της Αρχής για το ξέπλυμα χρήματος και των διωκτικών αρχών μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό εγκληματικών εσόδων.
Βεβαίως, οι φορολογικοί έλεγχοι δεν υποκαθιστούν τη διερεύνηση δολοφονιών, εκβιασμών, διακίνησης ναρκωτικών ή άλλων σοβαρών αδικημάτων. Ούτε η αδικαιολόγητη περιουσία αποτελεί αυτομάτως απόδειξη εγκλήματος. Απαιτούνται νόμιμα αποκτημένα στοιχεία, τεκμηρίωση και δικαστικός έλεγχος.
Ένα κράτος που θέλει πραγματικά να χτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα δεν αρκεί να αναζητά τους ενόχους. Πρέπει να αναζητά και τα χρήματά τους. Γιατί, όπως απέδειξε η υπόθεση Καπόνε, μερικές φορές εκεί όπου δεν φτάνει μια αστυνομική έρευνα για φόνο, μπορεί να φτάσει ένας επίμονος φορολογικός ελεγκτής.