Η Βρετανία μπαίνει ξανά σε τροχιά πολιτικής αναταραχής. Ο Άντι Μπέρναμ, δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες των Εργατικών, επέστρεψε στη Βουλή με μια νίκη που δεν διαβάζεται ως απλή αναπληρωματική εκλογή. Διαβάζεται ως μήνυμα προς την Ντάουνινγκ Στριτ: ο Κιρ Στάρμερ δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητος.
Ο Άντι Μπέρναμ κέρδισε την αναπληρωματική εκλογή στο Μέικερφιλντ με 54,8% των ψήφων, αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον υποψήφιο του Reform UK, του κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ, με 34,5%. Η νίκη του, με διαφορά 9.231 ψήφων, ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να θεωρηθεί από τους υποστηρικτές του ως πολιτικό εφαλτήριο για την αμφισβήτηση της ηγεσίας του Στάρμερ.
Στην ομιλία της νίκης του, ο Μπέρναμ μίλησε για «σημείο καμπής» και προειδοποίησε ότι «δεν θα υπάρξει δεύτερη ευκαιρία». Το μήνυμα είχε δύο αποδέκτες. Από τη μία, τους ψηφοφόρους του βορρά που αισθάνονται ξεχασμένοι από το Λονδίνο. Από την άλλη, το ίδιο το Εργατικό Κόμμα, το οποίο βλέπει την κυβέρνηση που κέρδισε θριαμβευτικά το 2024 να βυθίζεται μέσα σε εσωστρέφεια, χαμηλές δημοσκοπήσεις και φόβο απέναντι στον Φάρατζ.
Η αναπληρωματική εκλογή στο Μέικερφιλντ δεν προέκυψε τυχαία. Ο τότε βουλευτής των Εργατικών, Τζος Σίμονς, παραιτήθηκε από την έδρα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή του Μπέρναμ στο Γουέστμινστερ. Και επειδή, σύμφωνα με τους κανόνες του Εργατικού Κόμματος, όποιος θέλει να διεκδικήσει την ηγεσία πρέπει να είναι βουλευτής, η νίκη αυτή ήταν το απαραίτητο πρώτο βήμα.
Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι αν ο Μπέρναμ θα επιχειρήσει άμεση ανατροπή ή αν θα πιέσει για μια «ομαλή μετάβαση». Το Reuters σημειώνει ότι για να προκληθεί επίσημη εσωκομματική αναμέτρηση απαιτείται η στήριξη του 20% της κοινοβουλευτικής ομάδας των Εργατικών, δηλαδή 81 βουλευτών, υπέρ ενός υποψηφίου.
Η πίεση στον Στάρμερ δεν ξεκίνησε χθες. Σύμφωνα με το LabourList, στα μέσα Μαΐου 97 βουλευτές των Εργατικών ζητούσαν δημόσια είτε την παραίτησή του είτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Την ίδια ώρα, 111 βουλευτές είχαν υπογράψει κείμενο στήριξής του. Η εικόνα είναι σχεδόν σχιζοφρενική: ένας πρωθυπουργός που τυπικά παραμένει όρθιος, αλλά πολιτικά μετρά κάθε μέρα τις αντοχές του.
Οι παραιτήσεις έκαναν το κλίμα ακόμη βαρύτερο. Ο Γουές Στρίτινγκ παραιτήθηκε από υπουργός Υγείας και κάλεσε τον Στάρμερ να φύγει, λέγοντας ότι θα ήταν «ανέντιμο» να παραμείνει στη θέση του. Μαζί του, ή γύρω από το ίδιο κύμα αμφισβήτησης, κινήθηκαν στελέχη όπως η Τζες Φίλιπς, ο Ζουμπίρ Άχμεντ και η Άλεξ Ντέιβις-Τζόουνς, που επίσης αποχώρησαν από κυβερνητικές θέσεις ζητώντας αλλαγή ηγεσίας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι παραιτήθηκε κατηγορώντας τον Στάρμερ ότι δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για την ασφάλεια της χώρας.
Στο υπόβαθρο όλων βρίσκεται η αίσθηση ότι οι Εργατικοί χάνουν την επαφή με τους ψηφοφόρους τους. Μετά τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές, το κόμμα έχασε τον έλεγχο περισσότερων από 30 τοπικών συμβουλίων στην Αγγλία και περίπου 1.500 δημοτικούς συμβούλους, ενώ υπέστη σοβαρό πλήγμα και στην Ουαλία.
Και απέναντι σε αυτό το σκηνικό βρίσκεται ο Νάιτζελ Φάρατζ. Το Reform UK εμφανίζεται πλέον σταθερά μπροστά στις μετρήσεις. Στην τελευταία δημοσκόπηση της YouGov για την πρόθεση ψήφου, το Reform UK προηγείται με 24%, ενώ οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί βρίσκονται στο 19%. Η Ipsos, σε δική της μέτρηση του Μαΐου, έδινε στο Reform UK 27% έναντι 20% των Εργατικών.
Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό για τον Στάρμερ: δεν πιέζεται μόνο από έναν εσωκομματικό αντίπαλο. Πιέζεται από ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο ο Φάρατζ εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που εκμεταλλεύεται την απογοήτευση, την οργή για το κόστος ζωής, τη μετανάστευση, την κρίση των δημόσιων υπηρεσιών και την αίσθηση ότι το πολιτικό κέντρο δεν ακούει πια τη χώρα.
Ο Μπέρναμ επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό με τη δική του πολιτική φόρμουλα, το λεγόμενο «Manchesterism»: περισσότερη αποκέντρωση, δημόσιος έλεγχος σε κρίσιμες υπηρεσίες, τοπική ανάπτυξη, ενίσχυση των περιφερειών και μια οικονομική πρόταση που ο ίδιος περιγράφει ως «business-friendly socialism». Το ερώτημα είναι αν αυτό που λειτούργησε στο Μάντσεστερ μπορεί να μεταφερθεί σε εθνικό επίπεδο.
Για τον Στάρμερ, το πρόβλημα είναι υπαρξιακό. Έγινε πρωθυπουργός το 2024 πάνω στην υπόσχεση της σταθερότητας μετά τα χαοτικά χρόνια των Συντηρητικών. Σήμερα, όμως, κατηγορείται για δισταγμό, αναδιπλώσεις και έλλειψη πολιτικής ταυτότητας. Η δημοφιλία του παραμένει εξαιρετικά χαμηλή: η YouGov κατέγραφε τον Μάιο καθαρή αρνητική εικόνα -46, με 69% των Βρετανών να έχουν αρνητική γνώμη για εκείνον.
Ο Μπέρναμ, αντίθετα, παραμένει η πιο δημοφιλής προσωπικότητα των Εργατικών στη γενική κοινή γνώμη και ιδιαίτερα μεταξύ των ψηφοφόρων που στήριξαν το κόμμα το 2024. Αυτό ακριβώς τον κάνει επικίνδυνο για τον Στάρμερ. Δεν είναι απλώς ένας εσωκομματικός αντίπαλος. Είναι ένας πολιτικός με ρίζες στο βόρειο εργατικό ακροατήριο, με κυβερνητική εμπειρία και με αφήγημα επιστροφής σε μια Βρετανία που νιώθει παραμελημένη από το Γουέστμινστερ.
Το παράδοξο είναι ότι η νίκη του Μπέρναμ ήρθε απέναντι στο Reform UK. Δηλαδή απέναντι στον ίδιο πολιτικό αντίπαλο που, σε εθνικό επίπεδο, τρομάζει τους Εργατικούς. Στο Μέικερφιλντ ο Μπέρναμ έδειξε ότι ο Φάρατζ μπορεί να ηττηθεί. Αλλά για πολλούς βουλευτές των Εργατικών, το συμπέρασμα είναι ακριβώς αυτό: ότι μπορεί να ηττηθεί από τον Μπέρναμ — όχι απαραίτητα από τον Στάρμερ.
Ποιος είναι ο Άντι Μπέρναμ
Ο Άντι Μπέρναμ, 56 ετών, είναι δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ από το 2017. Υπήρξε βουλευτής του Leigh από το 2001 και υπηρέτησε σε κυβερνητικές θέσεις στα υπουργεία Εσωτερικών, Υγείας και Οικονομικών. Το 2008 έγινε υπουργός Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού, ενώ το 2009 ανέλαβε υπουργός Υγείας στην κυβέρνηση Γκόρντον Μπράουν. Στην αντιπολίτευση διετέλεσε σκιώδης υπουργός Παιδείας, Υγείας και Εσωτερικών.
Το πολιτικό του brand χτίστηκε πάνω στην υπεράσπιση του βορρά της Αγγλίας, της αποκέντρωσης και των δημόσιων υπηρεσιών. Το προσωνύμιο «King of the North» δεν είναι τυχαίο: για τους υποστηρικτές του, εκφράζει την πολιτική δυσαρέσκεια των περιοχών που θεωρούν ότι το Λονδίνο τις θυμάται μόνο προεκλογικά.
Ποιος είναι ο Κιρ Στάρμερ
Ο Κιρ Στάρμερ έγινε πρωθυπουργός της Βρετανίας στις 5 Ιουλίου 2024. Εξελέγη βουλευτής των Εργατικών στο Holborn and St Pancras το 2015 και αρχηγός του κόμματος τον Απρίλιο του 2020. Πριν μπει στην πολιτική, ήταν δικηγόρος, διορίστηκε Queen’s Counsel το 2002 και υπηρέτησε ως Director of Public Prosecutions, επικεφαλής της Crown Prosecution Service, από το 2008 έως το 2013. Το 2014 τιμήθηκε με ιπποτικό τίτλο για τις υπηρεσίες του στην ποινική δικαιοσύνη.
Η πορεία του στη Ντάουνινγκ Στριτ ξεκίνησε με την υπόσχεση της σοβαρότητας και της θεσμικής αποκατάστασης. Όμως σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με το ερώτημα αν η σοβαρότητα αρκεί όταν η κοινωνία ζητά αλλαγή, ταχύτητα και πολιτικό ένστικτο.
Ποιος είναι ο Νάιτζελ Φάρατζ
Ο Νάιτζελ Φάρατζ, γεννημένος στις 3 Απριλίου 1964, είναι μία από τις πιο επιδραστικές και διχαστικές φιγούρες της σύγχρονης βρετανικής πολιτικής. Υπήρξε ευρωβουλευτής από το 1999 έως το 2020, ηγήθηκε του UKIP και πρωταγωνίστησε στην καμπάνια υπέρ του Brexit. Το 2019 ίδρυσε το Brexit Party, το οποίο μετονομάστηκε σε Reform UK το 2021. Το 2024 εξελέγη βουλευτής στο Clacton.
Σήμερα ο Φάρατζ εμφανίζεται ως ο μεγάλος ωφελημένος της φθοράς τόσο των Συντηρητικών όσο και των Εργατικών. Δεν χρειάζεται ακόμη να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει. Του αρκεί, προς το παρόν, να πείθει ότι όλοι οι άλλοι απέτυχαν.