Αντιδράσεις προκαλεί αμαλρτηση και δημόσια τοποθέτηση του Τζαβέντ Ασλάμ, ηγέτη της πακιστανικής κοινότητας στην Αθήνα, ο οποίος φέρεται να ζήτησε ανοιχτά τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ξαδέλφων στην Ελλάδα, επικαλούμενος θρησκευτικές και πολιτισμικές παραδόσεις.
Το διαβάζω και μου φαίνεται απίστευτο. Αλλά όχι απίθανο. Τελικά με αυτό που ζούμε, όλα να τα περιμένω. Ότι ο πρόεδρος της πακιστανικής κοινότητας στην Ελλάδα, Τζαβέντ Ασλάμ, επιδιώκει να αλλάξει η ελληνική νομοθεσία ώστε να επιτρέπεται ο γάμος μεταξύ εξαδέλφων. Θέμα που ανοίγει ξανά μια δύσκολη κουβέντα: ποιος μετανάστης προσαρμόζεται σε ποιά χώρα και μέχρι πού.
Η Ελλάδα είναι μια δημοκρατία με συγκεκριμένο πλαίσιο: Σύνταγμα, νόμους, θεσμούς. Η κοινωνική ένταξη, η συνύπαρξη και η ισονομία δεν χτίζονται πάνω σε «εξαιρέσεις» που εξυπηρετούν πολιτισμικές πρακτικές άλλων χωρών, αλλά πάνω σε έναν κοινό κανόνα που ισχύει για όλους.
Και εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Στην Ελλάδα, ο γάμος εμποδίζεται όταν υπάρχει συγγένεια εξ αίματος σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, κατηγορία στην οποία εντάσσονται τα πρώτα ξαδέλφια. Αυτό αποδίδεται σε αναφορές για τον Αστικό Κώδικα (άρθρο 1356) και επαναλαμβάνεται σε νομικές/δημοσιογραφικές αποτυπώσεις του θέματος τα τελευταία χρόνια.
Με απλά λόγια: η ελληνική έννομη τάξη δεν “ξεχνά” το ζήτημα. Το έχει ήδη κλείσει.
Επίσης είναι άλλο πράγμα το τι επιτρέπει ή δεν επιτρέπει μια θρησκεία και άλλο το τι ορίζει το κράτος. Στην Ελλάδα, ο πολιτικός γάμος και το οικογενειακό δίκαιο δεν γράφονται από κοινότητες, ούτε διαμορφώνονται με βάση το «τι συνηθίζεται αλλού». Και ούτε βεβαίως επιβάλλονται από μετανάστες. Γράφονται από την Πολιτεία.
Και εδώ βρίσκεται η κόκκινη γραμμή. Η φιλοξενία, η ένταξη και η ισότητα δικαιωμάτων δεν συνεπάγονται δικαίωμα “αναδιαμόρφωσης” του νομικού πλαισίου της χώρας υποδοχής. Και μετανάστες οφείλουν να σέβονται το Σύνταγμα και τη θρησκεία μας.
Αν ένα αίτημα ακουμπά ζητήματα δημόσιας υγείας, προστασίας ανηλίκων ή κοινωνικής συνοχής, η απάντηση του κράτους δεν μπορεί να είναι «βλέπουμε». Πρέπει το αίτημα να γίνει άμεσα αποδεκτό και ερευνηταίο.
Αλλά ταυτόχρονα η διεθνής ιατρική γνώση έχει δείξει, επίσης, ότι η συγγένεια εξ αίματος σε στενούς βαθμούς αυξάνει στατιστικά τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων κληρονομικών νοσημάτων και γι’ αυτό πολλές χώρες διατηρούν περιορισμούς. (Το «στατιστικά» είναι η λέξη-κλειδί: δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιος γάμος οδηγεί υποχρεωτικά σε σοβαρό πρόβλημα, αλλά ότι ο κίνδυνος ανεβαίνει.)
Ακριβώς γι’ αυτό, το ζήτημα δεν είναι «ποιος το ζητά», αλλά αν υπάρχει λόγος να ανοίξει κάτι που η ελληνική νομοθεσία θεωρεί κλειστό.
Αν όντως έχουν γίνει τέτοιες δημόσιες παρεμβάσεις, το πρόβλημα δεν λύνεται με κραυγές στα social media, ούτε με στοχοποίηση ανθρώπων λόγω καταγωγής ή θρησκείας. Λύνεται με θεσμική απάντηση από το αρμόδιο Υπουργείο, από νομικούς φορείς, από μια πολιτεία που οφείλει να λέει καθαρά ότι οι νόμοι ισχύουν για όλους και δεν αλλάζουν “κατά παραγγελία”.
Γιατί όταν οι θεσμοί δεν μιλούν, μιλά ο θυμός. Και ο θυμός είναι πάντα κακός σύμβουλος.
Η Ελλάδα μπορεί να είναι ανοιχτή, δίκαιη και ανθρώπινη, χωρίς να γίνεται χώρα «εξαιρέσεων». Η ένταξη είναι σεβασμός στον κοινό κανόνα. Όχι διαπραγμάτευση των ορίων του.
Και στο συγκεκριμένο θέμα, τα όρια είναι ήδη σαφή. Όχι, δεν είναι κάτι που «πρέπει να μας δημιουργεί ζητήματα», γιατί ο νόμος έχει ήδη απαντήσει.