Οι χώρες θα πρέπει να εξετάσουν την επαναφορά της άγριας φύσης (rewilding) στα χερσαία σύνορά τους ως μέσο αποτροπής πιθανών εισβολών και να ενισχύσουν τις φυσικές γεωγραφικές άμυνες απέναντι σε επιθέσεις, δήλωσε η επικεφαλής της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Τζέσικα Ρόσγουολ, επίτροπος της ΕΕ για το Περιβάλλον, την Ανθεκτικότητα των Υδάτων και την Ανταγωνιστική Κυκλική Οικονομία, τόνισε ότι η φύση μπορεί να αξιοποιηθεί ως εργαλείο ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας. «Η επένδυση στη φύση και η χρήση της ως φυσικό σύστημα ελέγχου συνόρων είναι απαραίτητη και ταυτόχρονα ενισχύει τη βιοποικιλότητα. Είναι μια λύση που ωφελεί όλους», ανέφερε.

Advertisement
Advertisement

Όπως εξήγησε, χώρες όπως η Πολωνία και η Φινλανδία – που διαθέτουν χερσαία σύνορα με τη Ρωσία ή συμμάχους της – έχουν ήδη προχωρήσει σε επαναφορά φυσικών οικοσυστημάτων κοντά στα σύνορά τους, κάτι που δυσκολεύει μια ενδεχόμενη εισβολή. «Τις έχω επισκεφθεί. Μετατρέπουν την περιοχή σε πιο “εχθρικό” φυσικό περιβάλλον, αφήνοντας θάμνους και δέντρα να αναπτυχθούν. Έτσι δεν είναι τόσο εύκολο να περάσει κανείς», δήλωσε στον Guardian.

Η αποκατάσταση υγροτόπων μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο, πρόσθεσε. «Είναι πολύ δύσκολο για μεγάλα άρματα μάχης να περάσουν μέσα από τέτοιες περιοχές».

Η Ρόσγουολ υποστηρίζει ότι τα κράτη θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τη φύση ως στρατηγικό αμυντικό πόρο και να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης στην εθνική ασφάλεια. Ένα υγιές φυσικό περιβάλλον αποτελεί βασικό στοιχείο τόσο για την επισιτιστική επάρκεια όσο και για την ασφάλεια των υδάτινων πόρων, δύο τομείς που, όπως υπογράμμισε, πρέπει να θεωρούνται κρίσιμα στοιχεία εθνικής ασφάλειας.

Παράλληλα, τόνισε τη σημασία των επενδύσεων στο νερό και στις υποδομές του. «Το νερό είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Αν δεν έχουμε νερό, δεν έχουμε ασφάλεια. Δείτε τι συμβαίνει στην Ουκρανία, όπου οι υδάτινες υποδομές δέχονται επιθέσεις. Είναι κρίσιμο να επενδύσουμε στις υποδομές και να τις προστατεύσουμε», είπε.

Σύμφωνα με την ίδια, ακόμη και η προστασία των πόλεων από πλημμύρες θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα ασφάλειας. Για τη μείωση των επιπτώσεων από πλημμύρες και ξηρασίες, πρότεινε την επένδυση σε λύσεις βασισμένες στη φύση, όπως οι λεγόμενες «πόλεις-σφουγγάρια» (sponge cities), που μπορούν να απορροφούν μεγάλες ποσότητες νερού. «Και αυτό είναι θέμα ασφάλειας. Είναι ένα ακόμη κομμάτι της», σημείωσε.

Η Ρόσγουολ προειδοποίησε επίσης ότι πολλές περιοχές της Ευρώπης αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρή κρίση νερού, λόγω έλλειψης πόρων, αυξημένης πίεσης στα αποθέματα και σε ορισμένες περιπτώσεις μειωμένων βροχοπτώσεων. Παρότι τα προβλήματα διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, ένα ζήτημα είναι κοινό σε όλη την Ευρώπη: η ρύπανση των υδάτων.

Advertisement

«Αν εξετάσουμε τη ρύπανση και την ποιότητα του νερού, βλέπουμε ότι υπάρχει πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη», προειδοποίησε. «Βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής και πρέπει πραγματικά να εστιάσουμε στο νερό. Χρειάζεται συνεργασία τόσο για τη διαχείριση της λειψυδρίας όσο και για τη βελτίωση της ποιότητας του νερού».

Σε ερώτηση για το αν το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να εξετάσει την κρατικοποίηση της βιομηχανίας ύδρευσης – κάτι που ισχύει στις περισσότερες χώρες της ΕΕ – η Ρόσγουολ απέφυγε να τοποθετηθεί. «Ο βασικός στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι όλοι έχουν πρόσβαση σε προσιτό νερό. Δεν εξετάζουμε ποιος διαχειρίζεται τις εγκαταστάσεις ύδρευσης», είπε.

Η επίτροπος της ΕΕ κάλεσε επίσης την Ένωση να αντιμετωπίσει πιο δυναμικά το ζήτημα των λεγόμενων «αιώνιων χημικών» (PFAS), ουσιών που παραμένουν για πολύ μεγάλο διάστημα στο περιβάλλον και των οποίων οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία μέσω της ρύπανσης του νερού και του εδάφους έχουν αρχίσει να γίνονται κατανοητοί μόλις τα τελευταία χρόνια. «Προσπαθώ πραγματικά να επιταχύνω τις διαδικασίες ώστε να υπάρξουν σαφείς οδηγίες και κατευθύνσεις μέσα στη χρονιά», δήλωσε.

Advertisement

Η ίδια επισήμανε ότι βιομηχανίες όπως η φαρμακευτική και η καλλυντική θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για μέρος της ρύπανσης και να κληθούν να καλύψουν το κόστος καθαρισμού. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς υπάρχουν πολλές μολυσμένες περιοχές όπου δεν είναι γνωστό ποιος ευθύνεται για τη ρύπανση. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κόστος θα πρέπει πιθανώς να καλυφθεί με δημόσιους πόρους», είπε.

Τέλος, η Ρόσγουολ υποβάθμισε τις εντάσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την απόκλιση των περιβαλλοντικών πολιτικών μετά το Brexit και τόνισε ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την πράσινη ατζέντα της, παρά την αντίθεση από δεξιούς λαϊκιστές.

«Έχω συναντήσει πολλές φορές την Έμμα Ρέινολντς και πιστεύω ότι μοιραζόμαστε τους ίδιους στόχους. Τα υψηλά περιβαλλοντικά πρότυπα είναι απαραίτητα όχι μόνο για τον πλανήτη αλλά και για τις βιομηχανίες μας, που εξαρτώνται από ένα υγιές περιβάλλον», είπε.

Advertisement

Όπως υπογράμμισε, η πράσινη πολιτική δεν είναι απλώς μια επιθυμητή επιλογή, αλλά βασικός παράγοντας ευημερίας, ανταγωνιστικότητας και ασφάλειας. «Δεν κάνουμε πίσω στις προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών και την προστασία της φύσης. Προχωρούμε σε μια πράσινη και καθαρή μετάβαση, εφαρμόζοντας τα περιβαλλοντικά πρότυπα με πιο αποτελεσματικό και απλοποιημένο τρόπο, γιατί οι βιομηχανίες μας γνωρίζουν ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταγωνιστική τους δύναμη στον κόσμο όπου ζούμε».

Με πληροφορίες από Guardian

Advertisement