Ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα που συχνά δεν υπακούει σε κανόνες, όρκους ή κοινωνικές συμβάσεις. Μπορεί να εμφανιστεί εκεί όπου κανείς δεν το περιμένει, ακόμη και μέσα σε ένα μοναστήρι.
Για ορισμένες γυναίκες που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στον Θεό, η ανακάλυψη της αγάπης προς μια άλλη γυναίκα τις έφερε αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις. Παρότι εγκατέλειψαν τον μοναχικό βίο, δεν απαρνήθηκαν ποτέ την πίστη τους, υποστηρίζοντας ότι η αγάπη και η θρησκεία δεν είναι έννοιες ασύμβατες.
Η ιστορία της Λουίζα και της Φρανσίλια
Η ιστορία της Λουίζα Σιλβέριο και της Φρανσίλια Κόστα ξεκίνησε σε ένα μοναστήρι στη Βραζιλία, όπου και οι δύο είχαν επιλέξει να αφιερώσουν τη ζωή τους στην υπηρεσία του Θεού.
Η πρώτη τους συνάντηση μόνο θετικά συναισθήματα δεν προκάλεσε.
«Τι ματαιόδοξη και αντιπαθητική μοναχή!», σκέφτηκε η Λουίζα όταν γνώρισε για πρώτη φορά τη Φρανσίλια. Το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο, καθώς ούτε η Φρανσίλια είχε σχηματίσει καλύτερη εντύπωση για τη νέα της γνωριμία.
Με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, οι δύο γυναίκες ανέπτυξαν μια στενή φιλία. Τις ένωνε η κοινή τους επιθυμία να υπηρετήσουν τον Θεό και να ζήσουν σύμφωνα με τις αρχές της πίστης τους.
Όταν αργότερα βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρές δυσκολίες που επηρέασαν την ψυχική τους υγεία, άρχισαν να αμφισβητούν κατά πόσο μπορούσαν να συνεχίσουν τη μοναστική ζωή. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πλήρης αφοσίωση στον θρησκευτικό βίο απαιτεί απόλυτη ψυχική ισορροπία και τελικά αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το μοναστήρι.
Η φιλία τους αποδείχθηκε πολύτιμο στήριγμα στις δύσκολες στιγμές. Σταδιακά, όμως, συνειδητοποίησαν ότι τα συναισθήματα που τις συνέδεαν ξεπερνούσαν τα όρια μιας απλής φιλίας.
Έτσι, η σχέση τους εξελίχθηκε σε έρωτα και αργότερα σε γάμο.
Σήμερα, τόσο η Φρανσίλια όσο και η Λουίζα εξακολουθούν να δηλώνουν καθολικές. Μέσα από την κοινή τους πορεία επιδιώκουν να δείξουν ότι η σεξουαλική διαφορετικότητα μπορεί να συνυπάρξει με τη θρησκευτική πίστη.
Η αγάπη που γεννήθηκε σε κέντρο απεξάρτησης
Μια παρόμοια ιστορία εκτυλίχθηκε στην Ιταλία με πρωταγωνίστριες τη Φεντερίκα και την Ιζαμπέλ.
Οι δύο γυναίκες γνωρίστηκαν ως μοναχές και αργότερα εργάστηκαν μαζί σε κέντρο αποκατάστασης και απεξάρτησης ατόμων με προβλήματα ναρκωτικών. Σύμφωνα με τον στενό τους φίλο Φράνκο Μπαρμπέρο, η σχέση τους αναπτύχθηκε αργά και φυσικά.
Είχαν πολλά κοινά. Και οι δύο είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη φιλανθρωπία και στην προσφορά προς τον συνάνθρωπο. Όταν όμως ερωτεύτηκαν, ήταν ήδη «παντρεμένες» με την Καθολική Εκκλησία.
Μετά την αποκάλυψη των συναισθημάτων τους αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη μοναχική ζωή και να αμφισβητήσουν δημόσια τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία.
«Ο Θεός θέλει οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι και να ζουν την αγάπη τους στο φως της ημέρας», είχε δηλώσει η Ιζαμπέλ στην ιταλική εφημερίδα La Stampa.
Η Φεντερίκα συμπλήρωσε: «Καλούμε την Εκκλησία μας να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους που αγαπούν ο ένας τον άλλον».
Οι δύο γυναίκες τόνισαν ότι η πίστη τους παρέμεινε αναλλοίωτη και πως, υπό διαφορετικές συνθήκες, δεν θα ήθελαν ποτέ να αποχωρήσουν από την Εκκλησία.
Η σχέση τους κατέληξε σε γάμο στην πόλη Πινερόλο της βόρειας Ιταλίας, κοντά στο Τορίνο.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε υπό άκρα μυστικότητα στο δημαρχείο της πόλης και μάλιστα μία ημέρα νωρίτερα από τον αρχικό προγραμματισμό. Η αλλαγή κρίθηκε απαραίτητη όταν τα μέσα ενημέρωσης πληροφορήθηκαν την ιστορία τους και το ζευγάρι θέλησε να αποφύγει την έντονη δημοσιότητα.
Ο δήμαρχος της πόλης, Λούκα Σαλβάι, ο οποίος τέλεσε τον γάμο, δήλωσε στη La Stampa:
«Διασφαλίσαμε το δικαίωμα αυτού του ζευγαριού στην ιδιωτικότητα, καθώς οι ίδιες ζήτησαν διακριτικότητα».
Περιγράφοντας τη συγκινητική στιγμή της άφιξής τους, ανέφερε:
«Έφτασαν μόνες τους, φοβισμένες από όλη αυτή τη δημοσιότητα. Μετά την τελετή έφυγαν αθόρυβα, η μία δίπλα στην άλλη».
Το ζευγάρι επρόκειτο επίσης να συμμετάσχει σε θρησκευτική τελετή που θα τελούσε ο φίλος τους Φράνκο Μπαρμπέρο, πρώην καθολικός ιερέας, ο οποίος είχε τεθεί σε αργία λόγω της δημόσιας υποστήριξής του προς τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι η απόφαση των δύο γυναικών δεν αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά με εχθρότητα από τον θρησκευτικό τους περίγυρο.
«Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι δεν ήταν όλες οι μοναχές εναντίον τους. Δέχθηκαν κριτική, αλλά βρήκαν και κατανόηση από ορισμένες αδελφές. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς καλούς ιερείς που δεν καταδικάζουν τέτοιες επιλογές», ανέφερε.
Και πρόσθεσε με νόημα:
«Για την ιστορία, δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει να ενώνω δύο πρώην μοναχές».
Με πληροφορίες από gomag.com