Από την ταπεινή καταγωγή στην εξουσία, από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη και από το θέατρο στον κινηματογράφο. Η «Εβίτα» δεν αφηγήθηκε απλώς μια βιογραφία. Έκανε τη ζωή της Εύας Περόν ένα παγκόσμιο μουσικό και θεατρικό φαινόμενο.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1979, το Broadway Theatre της Νέας Υόρκης φιλοξένησε την επίσημη αμερικανική πρεμιέρα του μιούζικαλ «Evita», με μουσική του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και στίχους και λιμπρέτο του Τιμ Ράις. Το έργο είχε ήδη κατακτήσει το Λονδίνο και έφτανε στην Αμερική με μια ιστορία που συνδύαζε την πολιτική εξουσία, τη φτώχεια, τη φιλοδοξία, τον έρωτα και τον θάνατο. Η αρχική παραγωγή του Μπρόντγουεϊ έφτασε τις 1.567 παραστάσεις και ολοκληρώθηκε στις 26 Ιουνίου 1983.
Η πραγματική Εβίτα πίσω από τον θεατρικό μύθο
Η Μαρία Εύα Ντουάρτε γεννήθηκε στις 7 Μαΐου 1919 στην Αργεντινή. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και, σε νεαρή ηλικία, εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες αναζητώντας επαγγελματική διέξοδο ως ηθοποιός. Εργάστηκε στο θέατρο, στον κινηματογράφο και κυρίως στο ραδιόφωνο, πριν γνωρίσει τον στρατιωτικό και μετέπειτα πρόεδρο της Αργεντινής Χουάν Ντομίνγκο Περόν.
Παντρεύτηκαν το 1945 και, όταν εκείνος ανέλαβε την προεδρία το 1946, η Εύα έγινε η πρώτη κυρία της χώρας. Η Εβίτα απέκτησε ιδιαίτερη απήχηση στα λαϊκά στρώματα, συνδέοντας το όνομά της με την κοινωνική πρόνοια, την ενίσχυση των φτωχών και την πολιτική συμμετοχή των γυναικών. Υποστήριξε ενεργά την καθιέρωση της γυναικείας ψήφου, που θεσπίστηκε στην Αργεντινή το 1947.
Παράλληλα, η πολιτική της παρουσία συνδέθηκε με τις αντιπαραθέσεις γύρω από τον περονισμό, την εξουσία και την πολιτική προπαγάνδα. Πέθανε από καρκίνο στις 26 Ιουλίου 1952, μόλις 33 ετών. Ο θάνατός της προκάλεσε μαζικό δημόσιο πένθος και ενίσχυσε τη θέση της ως συμβόλου για τους υποστηρικτές της.
Πρώτα δίσκος, μετά θέατρο
Η «Εβίτα» ακολούθησε μια ασυνήθιστη διαδρομή. Ο Γουέμπερ και ο Ράις δημιούργησαν αρχικά μια μουσική αφήγηση, η οποία κυκλοφόρησε ως διπλό concept album το 1976. Η Τζούλι Κόβινγκτον ερμήνευσε την Εβίτα στην ηχογράφηση, ενώ το «Don’t Cry for Me Argentina» έγινε διεθνής επιτυχία.
Η θεατρική πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιουνίου 1978 στο Prince Edward Theatre του Λονδίνου, με σκηνοθέτη τον Χάρολντ Πρινς. Πρωταγωνιστούσαν η Ελέιν Πέιτζ ως Εβίτα, ο Ντέιβιντ Έσεξ ως Τσε και ο Τζος Άκλαντ ως Χουάν Περόν. Η παραγωγή έφτασε τις 3.176 παραστάσεις και καθιέρωσε την Ελέιν Πέιτζ ως σημαντική παρουσία του βρετανικού μουσικού θεάτρου.
Οι πρώτοι πρωταγωνιστές του Μπρόντγουεϊ
Στην αμερικανική πρεμιέρα του 1979, οι βασικοί ρόλοι ανατέθηκαν σε ηθοποιούς που συνδέθηκαν οριστικά με την ιστορία του έργου. Η Πάτι ΛουΠόουν υποδύθηκε την Εύα Περόν, ο Μάντι Πάτινκιν τον Τσε, ο Μπομπ Γκάντον τον Χουάν Περόν, ο Μαρκ Σάιερς τον τραγουδιστή Αγουστίν Μαγάλντι και η Τζέιν Όρινγκερ την ερωμένη του Περόν. Η Τέρι Κλάουσνερ ήταν η εναλλακτική ερμηνεύτρια του πρωταγωνιστικού ρόλου σε συγκεκριμένες παραστάσεις.
Τη σκηνοθεσία υπέγραψε και πάλι ο Χάρολντ Πρινς, με χορογραφίες του Λάρι Φούλερ. Η ΛουΠόουν απέκτησε τεράστια αναγνωρισιμότητα από την ερμηνεία της, ενώ ο Πάτινκιν έδωσε στον Τσε τον ρόλο του αφηγητή και σχολιαστή της ζωής της Εβίτας. Το 1980, η παραγωγή κέρδισε επτά βραβεία Tony, ανάμεσά τους εκείνα του καλύτερου μιούζικαλ, της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για τη ΛουΠόουν και της καλύτερης ανδρικής ερμηνείας σε δεύτερο ρόλο για τον Πάτινκιν.
Η «Εβίτα» στον κινηματογράφο με τη Μαντόνα και τον Αντόνιο Μπαντέρας
Το 1996, η «Εβίτα» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Βρετανό σκηνοθέτη Άλαν Πάρκερ, με τη Μαντόνα στον ρόλο της Εύας Περόν, τον Αντόνιο Μπαντέρας ως Τσε και τον Τζόναθαν Πράις ως Χουάν Ντομίνγκο Περόν. Η κινηματογραφική παραγωγή, προϋπολογισμού περίπου 55 εκατομμυρίων δολαρίων, γυρίστηκε στην Αργεντινή, την Ουγγαρία και τη Βρετανία. Η Μαντόνα εξασφάλισε, έπειτα από συνάντηση με τον τότε πρόεδρο της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ, την άδεια να τραγουδήσει το θρυλικό «Don’t Cry for Me Argentina» από το πραγματικό μπαλκόνι της Casa Rosada, μπροστά σε χιλιάδες κομπάρσους. Η ταινία απέσπασε τρεις Χρυσές Σφαίρες, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας μιούζικαλ και πρώτου γυναικείου ρόλου για τη Μαντόνα. Το τραγούδι «You Must Love Me», που έγραψαν ειδικά για την κινηματογραφική μεταφορά ο Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και ο Τιμ Ράις, κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού το 1997.
Η Εβίτα στην Ελλάδα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Η «Εβίτα» έφτασε και στην Ελλάδα, με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία ανέβασε το περίφημο μιούζικαλ στο θέατρο «Αλίκη», με πρεμιέρα στις 11 Δεκεμβρίου 1981. Η μεγάλη Ελληνίδα σταρ είχε προετοιμαστεί επί μήνες για τον απαιτητικό ρόλο της Εύας Περόν, ενώ στο πλευρό της εμφανίστηκαν ο Βλάσης Μπονάτσος ως Τσε και ο Δημήτρης Μαλαβέτας ως Χουάν Περόν. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Νίκος Χαραλάμπους, την ελληνική απόδοση ο Μάριος Πλωρίτης, τα σκηνικά και κοστούμια ο Γιώργος Πάτσας και τις χορογραφίες ο Δημήτρης Παπάζογλου. Η παράσταση συνεχίστηκε και το καλοκαίρι του 1982 στο Κηποθέατρο «Αλίκη», αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες μουσικοθεατρικές παραγωγές της καριέρας της Βουγιουκλάκη.
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ: Ο συνθέτης που άλλαξε το μιούζικαλ
Ο Άντριου Λόιντ Γουέμπερ γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1948 στο Λονδίνο. Μεγάλωσε σε μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν συνθέτης και οργανίστας, η μητέρα του καθηγήτρια πιάνου και ο μικρότερος αδελφός του, Τζούλιαν, εξελίχθηκε σε διακεκριμένο τσελίστα.
Ο Άντριου έδειξε από παιδί ιδιαίτερη κλίση στη σύνθεση. Σπούδασε για σύντομο διάστημα στην Οξφόρδη και στη συνέχεια στο Royal College of Music, αλλά η επαγγελματική συνεργασία του με τον Τιμ Ράις αποδείχθηκε καθοριστική. Η μουσική του συνδυάζει στοιχεία κλασικής σύνθεσης, όπερας, ποπ και ροκ, με ιδιαίτερη έμφαση στις μελωδίες που μπορούν να αποκτήσουν αυτόνομη ζωή πέρα από τη θεατρική σκηνή.
Στα έργα του περιλαμβάνονται τα «Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat» (1968), «Jesus Christ Superstar» (1970), «Evita» (1976), «Cats» (1981), «Starlight Express» (1984), «The Phantom of the Opera» (1986), «Aspects of Love» (1989), «Sunset Boulevard» (1993), «Whistle Down the Wind» (1996), «The Beautiful Game» (2000), «The Woman in White» (2004), «Love Never Dies» (2010), «School of Rock» (2015) και «Cinderella» (2021), που παρουσιάστηκε αργότερα στις ΗΠΑ ως «Bad Cinderella».
Ο Γουέμπερ είναι επίσης ο συνθέτης του «Amigos Para Siempre», του τραγουδιού των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης το 1992, που ερμήνευσαν η Σάρα Μπράιτμαν και ο Χοσέ Καρέρας. Έχει τιμηθεί με Oscar, Emmy, Grammy και Tony, ανήκοντας στη μικρή ομάδα δημιουργών που έχουν κατακτήσει και τις τέσσερις μεγάλες αμερικανικές διακρίσεις της ψυχαγωγίας.
Τιμ Ράις: Ο άνθρωπος που έδωσε λόγια στις μελωδίες
Ο Τιμ Ράις γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1944 στο Μπάκιγχαμσαϊρ της Αγγλίας. Η συνάντησή του με τον Γουέμπερ το 1965 αποτέλεσε την αφετηρία μιας από τις γνωστότερες δημιουργικές συνεργασίες στην ιστορία του μουσικού θεάτρου.
Ο Ράις δεν περιορίστηκε στη συγγραφή στίχων. Ανέπτυξε ιδιαίτερη ικανότητα στη δημιουργία θεατρικών χαρακτήρων και αφηγήσεων που μπορούσαν να εξελιχθούν αποκλειστικά μέσα από τη μουσική. Το πρώτο κοινό τους έργο ήταν το «The Likes of Us», που δεν γνώρισε τότε εμπορική επιτυχία. Ακολούθησαν το «Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat», το «Jesus Christ Superstar» και η «Evita». Επομένως, η «Εβίτα» ήταν η τρίτη μεγάλη επιτυχημένη συνεργασία τους, αλλά το τέταρτο έργο τους εάν συνυπολογιστεί και το πρώιμο «The Likes of Us».
Ο Ράις συνεργάστηκε στη συνέχεια με τον Έλτον Τζον για το «The Lion King» και το «Aida», με τον Άλαν Μένκεν για το «Aladdin» και με τους Μπένι Άντερσον και Μπιορν Ουλβέους των ABBA για το «Chess». Έχει επίσης τιμηθεί με Oscar, Grammy, Emmy και Tony, ενώ το 1994 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄.
Το τραγούδι που ξεπέρασε τα σύνορα
Το «Don’t Cry for Me Argentina» παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη μουσική στιγμή της «Εβίτας». Το τραγούδι ακούγεται όταν η ηρωίδα απευθύνεται στον λαό της Αργεντινής από το μπαλκόνι της προεδρικής κατοικίας. Η μελωδία του Γουέμπερ και οι στίχοι του Ράις συνδυάζουν την προσωπική εξομολόγηση με τη δημόσια εικόνα μιας γυναίκας που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής εξουσίας.
Από την Τζούλι Κόβινγκτον και την Ελέιν Πέιτζ μέχρι την Πάτι ΛουΠόουν και τη Μαντόνα, διαφορετικές ερμηνεύτριες έδωσαν τη δική τους ταυτότητα σε ένα τραγούδι που εξακολουθεί να ακούγεται ανεξάρτητα από το ίδιο το μιούζικαλ. Σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρεμιέρα του στο Μπρόντγουεϊ, η «Εβίτα» παραμένει ένα έργο στο οποίο η μουσική, το θέατρο και η ιστορία συναντιούνται γύρω από μια προσωπικότητα που εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον και διαφορετικές ερμηνείες.