Η προσπάθεια της Τουρκίας να επιστρέψει από την πίσω πόρτα στο πρόγραμμα των F-35 βρίσκει και πάλι απέναντί της το αμερικανικό Κογκρέσο. Δεκαοκτώ βουλευτές, όλοι από το Δημοκρατικό Κόμμα, καλούν την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να είναι έτοιμη να μπλοκάρει οποιαδήποτε απόπειρα της κυβέρνησης Τραμπ να ανοίξει ξανά τον δρόμο για την πώληση ή μεταβίβαση των μαχητικών πέμπτης γενιάς στην Άγκυρα.
Η νέα παρέμβαση των 18
Η επιστολή απευθύνεται στον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας Στιβ Σκαλίζ και στον επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας Χακίμ Τζέφρις. Οι υπογράφοντες ζητούν από τη Βουλή να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της, εάν ο Λευκός Οίκος επιχειρήσει να προχωρήσει σε συμφωνία για τα F-35 με την Τουρκία.
Το μήνυμα είναι σαφές: ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να κάνει δηλώσεις, να αφήνει υποσχέσεις στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και να παρουσιάζει την Τουρκία ως χρήσιμη σύμμαχο. Δεν μπορεί όμως με μία χειραψία στην Άγκυρα να παρακάμψει νόμους που ψήφισε το Κογκρέσο.
Το πρόβλημα λέγεται S-400
Ο βασικός λόγος είναι γνωστός και παραμένει ενεργός: η αγορά από την Τουρκία του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Για την Ουάσιγκτον, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Το F-35 είναι αεροσκάφος stealth, δηλαδή βασίζεται στην ικανότητά του να αποφεύγει τον εντοπισμό από τα ραντάρ. Η συνύπαρξή του με ένα ρωσικό σύστημα όπως οι S-400 θεωρείται κίνδυνος για την ασφάλεια της τεχνολογίας του.
Με απλά λόγια, οι Αμερικανοί φοβούνται ότι η Ρωσία θα μπορούσε, άμεσα ή έμμεσα, να αποκτήσει κρίσιμα δεδομένα για το πώς «βλέπει» ή εντοπίζει το S-400 ένα F-35. Αυτό θα έπληττε όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και όλους τους συμμάχους που διαθέτουν ή πρόκειται να αποκτήσουν το ίδιο μαχητικό, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.
Από πότε κρατά η υπόθεση
Η σύγκρουση ξεκίνησε ουσιαστικά όταν η Τουρκία προχώρησε στην επιλογή του ρωσικού συστήματος παρά τις αμερικανικές προειδοποιήσεις. Το κρίσιμο σημείο ήρθε τον Ιούλιο του 2019, όταν η Άγκυρα παρέλαβε τα πρώτα τμήματα των S-400. Λίγες ημέρες αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
Η Τουρκία δεν ήταν απλώς υποψήφιος αγοραστής. Ήταν μέρος της αλυσίδας παραγωγής, κατασκεύαζε εξαρτήματα και είχε σχεδιάσει να αποκτήσει έως και 100 αεροσκάφη. Αυτό ακριβώς έκανε την αμερικανική απόφαση ακόμη πιο βαριά. Δεν επρόκειτο για απλή καθυστέρηση παράδοσης, αλλά για αποβολή από ένα στρατηγικό πρόγραμμα.
Ο νόμος που δεν παρακάμπτεται εύκολα
Το 2020 το θέμα πέρασε πλέον και στο σκληρό νομικό επίπεδο. Με τον αμυντικό νόμο των ΗΠΑ για το οικονομικό έτος 2020 μπήκε περιορισμός στη μεταβίβαση F-35, ανταλλακτικών, τεχνικών δεδομένων και υποστήριξης προς την Τουρκία, όσο η Άγκυρα διατηρεί τους S-400. Για να αρθεί ο περιορισμός, πρέπει να πιστοποιηθεί ότι η Τουρκία δεν κατέχει πλέον το ρωσικό σύστημα, ότι δεν θα το αποκτήσει ξανά και ότι δεν έχει αγοράσει άλλο ρωσικό εξοπλισμό που να θέτει σε κίνδυνο τις δυνατότητες του F-35.
Τον Δεκέμβριο του 2020 ακολούθησαν και οι κυρώσεις CAATSA σε βάρος της τουρκικής Προεδρίας Αμυντικών Βιομηχανιών. Δηλαδή, η υπόθεση δεν είναι απλώς «θέμα διάθεσης» του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ. Είναι θέμα νόμου, κυρώσεων και εθνικής ασφάλειας.
Ελλάδα, Κύπρος και Ανατολική Μεσόγειος
Οι 18 βουλευτές δεν μένουν μόνο στους S-400. Θυμίζουν και τη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο: την κατοχή στην Κύπρο, τις απειλές κατά της Ελλάδας, τη στάση έναντι του Ισραήλ και τον ρόλο της Άγκυρας σε περιφερειακές κρίσεις.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Τουρκία ζητά να επιστρέψει στο πιο προηγμένο δυτικό μαχητικό, χωρίς να έχει αποσύρει πειστικά το ρωσικό σύστημα που την έβγαλε από το πρόγραμμα. Θέλει και S-400 και F-35. Θέλει και σχέση με τη Μόσχα και πλήρη πρόσβαση στην αμερικανική τεχνολογία αιχμής.
Το Κογκρέσο, τουλάχιστον προς το παρόν, απαντά ότι αυτά δεν γίνονται μαζί. Και θυμίζει στον Τραμπ ότι άλλο οι διπλωματικές φιλοφρονήσεις προς τον Ερντογάν και άλλο η παράδοση ενός όπλου που μπορεί να αλλάξει ισορροπίες στο Αιγαίο, στην Κύπρο και σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Εξάλλου σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η αντίδραση του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου.