Δημοσιογραφική επιμέλεια Αδάμας Γεροσίδερης
Μια μεγάλη ανάλυση πραγματικών δεδομένων επαναφέρει στο προσκήνιο τα GLP-1, όχι μόνο ως φάρμακα για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία, αλλά και ως πιθανό παράγοντα μείωσης του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου. Παρά την εντυπωσιακή συσχέτιση, οι ερευνητές και οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν αρκούν ακόμη για να αλλάξουν την κλινική πρακτική στην πρόληψη του καρκίνου.
Μία νέα μεγάλη μελέτη έδειξε ότι τα άτομα που λάμβαναν αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 εμφάνιζαν κατά περίπου 36% χαμηλότερη πιθανότητα να διαγνωστούν με καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με όσους λάμβαναν ασπιρίνη. Στα άτομα μάλιστα με αυξημένο κίνδυνο, λόγω ατομικού ή οικογενειακού ιστορικού, η μείωση φέρεται να πλησίασε το 42%.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η ανάλυση βασίστηκε σε απο-προσωποποιημένα δεδομένα από 281.656 άτομα της βάσης TriNetX και συνέκρινε δύο ισοδύναμες ομάδες: 140.828 χρήστες GLP-1 και 140.828 χρήστες ασπιρίνης. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 58 έτη και το 69% ήταν γυναίκες.
Οι συντάκτες του ελληνικού κειμένου που σχολιάζουν τα ευρήματα είναι η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και ο Θάνος Δημόπουλος. Το άρθρο αναφέρει ότι η μελέτη παρουσιάστηκε στο ASCO Gastrointestinal Cancers Symposium 2026. Άλλη πηγή που παραπέμπει στην ίδια ανακοίνωση διευκρινίζει ότι η παρουσίαση έγινε στο συνέδριο της ASCO για τους γαστρεντερικούς καρκίνους που πραγματοποιήθηκε 8-10 Ιανουαρίου 2026, ως Abstract 18.
Σε ό,τι αφορά τους επιστήμονες που υπέγραψαν την ίδια τη μελέτη, οι δημόσια προσβάσιμες προεπισκοπήσεις εμφανίζουν ως συγγραφείς τους Colton Jones, Elvis Obomanu, Ariana Neely, Karecia Byfield, Chidiebube Ugwu, Muluken Megiso, Tarfa Verinumbe και Danielle Lewis. Η προεπισκόπηση της ASCO δείχνει ότι η λίστα συνεχίζεται, αλλά δεν είναι ολόκληρη ορατή στο ανοιχτό απόσπασμα που μπόρεσα να διασταυρώσω.
Τα αποτελέσματα, πάντως, δεν ερμηνεύονται ως ένδειξη ότι τα GLP-1 μπορούν ήδη να χρησιμοποιηθούν ως φάρμακα πρόληψης του καρκίνου. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι, παρά τη σχετική μείωση του κινδύνου, το απόλυτο όφελος για κάθε άτομο παραμένει μικρό, ενώ απαιτούνται προοπτικές και τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί η σχέση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης ότι η μείωση του κινδύνου καταγράφηκε ανεξάρτητα από την ύπαρξη παχυσαρκίας ή διαβήτη, ενώ δεν φάνηκε να είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς. Στατιστικά σημαντικό όφελος παρατηρήθηκε ειδικά με τη σεμαγλουτίδη, τη λιραγλουτίδη και τη ντουλαγλουτίδη, σύμφωνα με το δημοσίευμα.
Το κεντρικό μήνυμα των ερευνητών παραμένει επιφυλακτικό: τα GLP-1 μπορεί να προσφέρουν ένα πρόσθετο όφελος πέρα από τον μεταβολικό έλεγχο, αλλά η πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου εξακολουθεί να στηρίζεται στον προσυμπτωματικό έλεγχο, στη σωστή διατροφή, στη σωματική δραστηριότητα, στην αποφυγή του καπνίσματος και στην τακτική ιατρική παρακολούθηση.