Το Brexit πουλήθηκε ως απελευθέρωση. Σήμερα, η Βρετανία διαπραγματεύεται με την Ευρωπαϊκή Ενωση πώς θα ξανακλείσει μερικές από τις πληγές που άνοιξε η ίδια: τα σύνορα στα τρόφιμα, τα αδιέξοδα στη Βόρεια Ιρλανδία, την αποκοπή των νέων, την άμυνα, την ενέργεια και το εμπόριο. Δεν πρόκειται. ακόμη, για επιστροφή στην ΕΕ. Είναι όμως κάτι πολιτικά πιο άβολο: η αργή, τεχνική, σχεδόν αθόρυβη παραδοχή ότι η απόσταση από την Ευρώπη κόστισε περισσότερο απ’ όσο υποσχέθηκαν οι αρχιτέκτονες του Brexit.
Υπάρχει μια ειρωνεία που δύσκολα κρύβεται πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις. Η Βρετανία, η χώρα που έφυγε από την Ευρωπαϊκή Ενωση για να «πάρει πίσω τον έλεγχο», βρίσκεται τώρα σε μια σειρά συνομιλιών με τις Βρυξέλλες για να ξαναμοιραστεί, έστω εν μέρει, αυτόν τον έλεγχο.
Οχι με τον τρόπο που θα ήθελαν οι φανατικοί υπέρμαχοι της επανένταξης. Ο Κιρ Στάρμερ δεν μιλά για επιστροφή στην ενιαία αγορά. Δεν μιλά για τελωνειακή ένωση. Δεν μιλά για ελεύθερη μετακίνηση προσώπων. Αυτές είναι, επισήμως, οι κόκκινες γραμμές του. Αλλά στην πράξη, το Λονδίνο διαπραγματεύεται κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν σχεδόν πολιτική βλασφημία: δυναμική ευθυγράμμιση με ευρωπαϊκούς κανόνες σε κρίσιμους τομείς.
Η λέξη-κλειδί είναι «reset». Επαναφορά. Οχι «undo», όχι ακύρωση του Brexit, αλλά μια προσπάθεια να ξαναρυθμιστούν οι σχέσεις Βρετανίας – ΕΕ μετά από χρόνια ψυχρότητας, γραφειοκρατίας και οικονομικού αυτοτραυματισμού.
Το πιο χειροπιαστό κομμάτι αυτού του reset αφορά τα τρόφιμα, τα ζώα, τα φυτά και τα αγροτικά προϊόντα. Η Βρετανία και η ΕΕ κινούνται προς μια νέα συμφωνία SPS, δηλαδή υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών κανόνων, που θα μπορούσε να αφαιρέσει μεγάλο μέρος της γραφειοκρατίας που δημιουργήθηκε μετά το Brexit.
Με απλά λόγια: λιγότερα πιστοποιητικά, λιγότεροι έλεγχοι, λιγότερες καθυστερήσεις για γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρια, φυτά, τρόφιμα και άλλα αγροδιατροφικά προϊόντα που περνούν ανάμεσα στη Βρετανία και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Για τις επιχειρήσεις, αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι κόστος, χρόνος, ανταγωνιστικότητα, επιβίωση.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο αντάλλαγμα. Η μείωση των εμποδίων δεν έρχεται δωρεάν. Η ΕΕ ζητά το αυτονόητο από τη δική της πλευρά: αν θέλεις να μπαίνουν προϊόντα στη δική μου αγορά χωρίς συνεχείς ελέγχους, πρέπει να ακολουθείς τους ίδιους ή σχεδόν ίδιους κανόνες. Και όχι μόνο σήμερα. Και αύριο. Και μεθαύριο. Δηλαδή, δυναμική ευθυγράμμιση.
Εδώ αρχίζει η μεγάλη πολιτική αμηχανία του Brexit. Διότι αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως πρακτικός, λογικός συμβιβασμός, ήταν ακριβώς εκείνο που ο Boris Johnson και οι σκληροί Brexiteers απέρριπταν ως υποταγή στις Βρυξέλλες.
Το 2020, όταν η Βρετανία και η ΕΕ διαπραγματεύονταν τη μελλοντική τους σχέση, η κυβέρνηση Johnson ζητούσε μια συμφωνία τύπου Καναδά: ελεύθερο εμπόριο, αλλά χωρίς δέσμευση στους ευρωπαϊκούς κανόνες, χωρίς Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, χωρίς «δεσμά» στην εθνική νομοθεσία. Οι Βρυξέλλες απαντούσαν ότι η Βρετανία δεν είναι Καναδάς. Είναι δίπλα. Είναι τεράστια αγορά, στενά συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομία, και δεν μπορεί να έχει πλήρη πρόσβαση χωρίς εγγυήσεις ότι δεν θα αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα ρίχνοντας πρότυπα, επιδοτώντας επιχειρήσεις ή αλλάζοντας κανόνες κατά το δοκούν.
Εκεί βρισκόταν η σύγκρουση για το λεγόμενο «level playing field» — τους ίσους όρους ανταγωνισμού. Και εκεί βρισκόταν επίσης το αγκάθι της αλιείας. Η ΕΕ ήθελε διασφάλιση πρόσβασης στα βρετανικά ύδατα. Η Βρετανία ήθελε να παρουσιάσει την ανάκτηση του ελέγχου των νερών της ως εμβληματική νίκη του Brexit.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η εικόνα έχει αντιστραφεί. Η κυβέρνηση Στάρμερ αποφεύγει τη μεγάλη λέξη «επανένταξη», αλλά αποδέχεται ότι σε ορισμένους τομείς η απόκλιση από την ΕΕ δεν είναι κυριαρχία. Είναι ακριβό εμπόδιο.
Η συμφωνία του 2025 για το reset έβαλε στο τραπέζι μια σειρά από κεφάλαια: αλιεία έως το 2038, αμυντική συνεργασία, ενέργεια, πιθανή συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, σύνδεση των συστημάτων εμπορίας ρύπων, συνεργασία στην ασφάλεια, στο μεταναστευτικό, στα σύνορα, στην αστυνομική συνεργασία, ακόμα και σε ένα νέο πρόγραμμα κινητικότητας νέων.
Το τελευταίο είναι ίσως το πιο πολιτικά φορτισμένο. Για την ΕΕ, ένα σχήμα κινητικότητας νέων, για εργασία, σπουδές, εθελοντισμό ή ταξίδια για περιορισμένο διάστημα, είναι αυτονόητο μέρος μιας πιο ζωντανής σχέσης. Για τη Βρετανία, όμως, κάθε τι που θυμίζει ελεύθερη μετακίνηση προσώπων αγγίζει το πιο ευαίσθητο νεύρο του Brexit. Γι’ αυτό και οι συνομιλίες κολλούν σε ζητήματα ορίων, αριθμών, διδάκτρων και δικαιωμάτων.
Το Λονδίνο θέλει κάτι ελεγχόμενο. Οι Βρυξέλλες θέλουν κάτι ουσιαστικό και αμοιβαίο. Και πίσω από τη γλώσσα των διαπραγματεύσεων κρύβεται μια ευρύτερη πολιτική αλήθεια: οι νέοι ήταν από τους μεγάλους χαμένους του Brexit. Εχασαν την ευκολία της μετακίνησης, τα προγράμματα ανταλλαγών, την αυτονόητη αίσθηση ότι η Ευρώπη ήταν και δικός τους χώρος.
Αν η κινητικότητα των νέων είναι το συναισθηματικό κομμάτι, η άμυνα είναι το γεωπολιτικό. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία άλλαξε το περιβάλλον ασφαλείας στην Ευρώπη. Η Βρετανία μπορεί να έφυγε από την ΕΕ, αλλά δεν έφυγε από την ήπειρο. Παραμένει πυρηνική δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ, στρατιωτικά σημαντική χώρα και κρίσιμος εταίρος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Γι’ αυτό η νέα αμυντική εταιρική σχέση Βρετανίας – ΕΕ δεν είναι απλώς συμβολική. Ανοίγει δρόμους για συνεργασία σε Ουκρανία, κυβερνοασφάλεια, υβριδικές απειλές, στρατιωτική κινητικότητα, κρίσιμες υποδομές και, πιθανώς, ευρωπαϊκές αμυντικές προμήθειες. Αλλά και εδώ υπάρχει παζάρι. Η ΕΕ δεν θέλει να δώσει σε μια τρίτη χώρα προνόμια χωρίς κόστος. Η Βρετανία δεν θέλει να φαίνεται ότι πληρώνει για να ξαναμπεί από την πίσω πόρτα.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στην ενέργεια και στο κλίμα. Η Βρετανία εξετάζει στενότερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και ευθυγράμμιση των συστημάτων εμπορίας ρύπων. Πίσω από τους τεχνικούς όρους βρίσκεται ένα απλό συμπέρασμα: οι αγορές, τα δίκτυα και οι κανόνες δεν υπακούν εύκολα στα συνθήματα των δημοψηφισμάτων.
Ομως η ΕΕ στέλνει πλέον σαφές μήνυμα: καμία ειδική μεταχείριση. Η Βρετανία δεν μπορεί να διαλέγει μόνο τα κομμάτια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που τη συμφέρουν και να απορρίπτει τα υπόλοιπα. Δεν μπορεί να έχει ενιαία αγορά για αγαθά χωρίς δεσμεύσεις. Δεν μπορεί να ζητά οφέλη χωρίς κανόνες. Δεν μπορεί να είναι μέσα και έξω ταυτόχρονα.
Αυτό είναι και το στρατηγικό αδιέξοδο του Στάρμερ. Από τη μία, η βρετανική οικονομία χρειάζεται επειγόντως λιγότερα εμπόδια με την ΕΕ. Από την άλλη, η βρετανική πολιτική σκηνή παραμένει φοβισμένη από τη σκιά του Brexit. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ πιέζει από τα δεξιά. Οι Συντηρητικοί κατηγορούν τους Εργατικούς για «ξεπούλημα». Οι φιλοευρωπαίοι κατηγορούν τον Στάρμερ ότι δεν τολμά αρκετά. Και η ίδια η κοινωνία δείχνει όλο και πιο κουρασμένη από μια συζήτηση που υποσχέθηκε λύτρωση και παρέδωσε διαχείριση ζημιών.
Η Βρετανία δεν επιστρέφει στην ΕΕ. Τουλάχιστον όχι τώρα. Αλλά επιστρέφει σε κάτι που μοιάζει με ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Στην αναγνώριση ότι η αγορά της είναι δεμένη με την ευρωπαϊκή.