Την εκτίμηση ότι η νέα γαλλική νομοθεσία για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών ενδέχεται να ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή στην Ελλάδα ορισμένων θραυσμάτων του Παρθενώνα που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου διατυπώνει, μέσω άρθρου της στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, η δικηγόρος και ερευνήτρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS), Κατερίνα Τιτή.

Όπως επισημαίνεται στο δημοσίευμα, η συζήτηση γύρω από την επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών στη Γαλλία είχε επικεντρωθεί τα τελευταία χρόνια κυρίως στην υπόσχεση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν το 2017 για την επιστροφή έργων πολιτιστικής κληρονομιάς στην υποσαχάρια Αφρική. Αντίθετα, το ζήτημα των λεηλατημένων αρχαιοτήτων —αιγυπτιακών, ελληνικών, ετρουσκικών ή ρωμαϊκών— παρέμενε για χρόνια ιδιαίτερα ευαίσθητο.

Advertisement
Advertisement

«Η οριστική υιοθέτηση από το Γαλλικό Κοινοβούλιο του νέου νόμου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, χαρακτηρίστηκε ιστορική και πιθανότητα είναι» αναφέρει η Κατερίνα Τιτή, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι το νέο πλαίσιο συνοδεύεται από αυστηρούς περιορισμούς.

Ο νόμος θέτει ως βασικό χρονικό όριο το 1815, προβλέποντας ότι μόνο οι παράνομες αποκτήσεις που έγιναν μετά από εκείνη τη χρονολογία μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο επιστροφής. Παράλληλα, εξαιρούνται αρχαιολογικά αντικείμενα που αποκτήθηκαν μέσω συμφωνιών διαμοιρασμού ευρημάτων ή ανταλλαγών για επιστημονικούς σκοπούς.

«Για να κατανοηθεί η πραγματική εμβέλεια του νόμου, πρέπει να πραγματοποιηθεί εις βάθος έρευνα σχετικά με την προέλευση κάθε αρχαιολογικού αντικειμένου, γεγονός που συχνά δυσχεραίνεται από την έλλειψη εύκολα προσβάσιμων πληροφοριών» σημειώνει η Ελληνίδα ερευνήτρια, εξηγώντας ότι η περίπτωση των θραυσμάτων του Παρθενώνα στο Λούβρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Σύμφωνα με το άρθρο, το γαλλικό μουσείο διαθέτει αρκετές ελληνικές αρχαιότητες, ανάμεσά τους και θραύσματα που αποδίδονται στον Παρθενώνα. Δύο από αυτά εντοπίστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάο Φοβέλ, ζωγράφο, διπλωμάτη και αρχαιολόγο που εργαζόταν τότε για τον Γάλλο πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Όπως αναφέρεται, ο Φοβέλ είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον εργοδότη του: «Πάρτε ό,τι μπορείτε, χρησιμοποιήστε κάθε δυνατό τρόπο, αγαπητέ μου, για να λεηλατήσετε στην Αθήνα και στην επικράτειά της οτιδήποτε μπορεί να λεηλατηθεί (…). Μη λυπηθείτε ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς».

Η Κατερίνα Τιτή εξηγεί ότι ένα από τα θραύσματα, γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, εντάχθηκε στη γαλλική δημόσια περιουσία ήδη από το 1792 και συνεπώς δεν εμπίπτει χρονικά στον νέο νόμο. Ωστόσο, διαφορετική φαίνεται να είναι η περίπτωση μιας μετόπης που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα, καθώς αποκτήθηκε από το Λούβρο το 1818 μέσω δημοπρασίας.

Advertisement

«Όταν έφτασε στη Γαλλία, το πρώτο από αυτά τα δύο θραύσματα, το οποίο ανήκει στη ζωφόρο του Παρθενώνα και είναι γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, κατασχέθηκε από τους επαναστάτες το 1792. Η ένταξή του, επομένως, στη δημόσια περιουσία προηγείται του χρονολογικού ορόσημου του 1815. Τι συμβαίνει όμως με το δεύτερο θραύσμα, μια μετόπη (τμήμα ανάγλυφης παράστασης σε εσοχή) που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα; Αυτό αποκτήθηκε από το Μουσείο του Λούβρου το 1818, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας. Επομένως, θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και να επιστραφεί».

Η ίδια αναφέρει ακόμη ότι και άλλα θραύσματα του Παρθενώνα αποκτήθηκαν αργότερα από το μουσείο, μεταξύ αυτών κεφαλές που αγοράστηκαν το 1880 και το 1927, καθώς και ένα ακόμη κομμάτι που δωρήθηκε το 1916.

Η Κατερίνα Τιτή θέτει επίσης το ερώτημα αν ο νόμος μπορεί να εφαρμοστεί και σε αντικείμενα που λεηλατήθηκαν πριν από το 1815 αλλά εντάχθηκαν στις δημόσιες συλλογές αργότερα.

Advertisement

«Ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως παράνομη μόνο την απόκτηση ενός αντικειμένου μέσω κλοπής ή λεηλασίας, αλλά και εκείνη από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα διάθεσής του. Μπορεί ο κάτοχος ενός παράνομου αντικειμένου να το διαθέσει; Πρέπει να υποτεθεί πως όχι. Άρα, η καθοριστική ημερομηνία θα ήταν εκείνη της ένταξης του θραύσματος στη δημόσια περιουσία».

Αναφερόμενη στην πλάκα με τις Εργαστίνες, η οποία δεν καλύπτεται από το νέο νομικό πλαίσιο λόγω χρονολογίας, σημειώνει: «Και τι ισχύει για την πλάκα με τις Εργαστίνες, της οποίας η επιστροφή δεν μπορεί να βασιστεί στον νόμο λόγω της χρονολογίας απόκτησής της; Τα αιτήματα που δεν εμπίπτουν στο χρονικό πεδίο του νόμου δεν επωφελούνται από την απλουστευμένη διαδικασία του. Ωστόσο, η επιστροφή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της ψήφισης ειδικού νόμου κατά περίπτωση».

Η Ελληνίδα ερευνήτρια υπογραμμίζει, πάντως, ότι η διαδικασία επιστροφής δεν είναι αυτόματη, καθώς απαιτείται και η έγκριση των ίδιων των μουσείων.

Advertisement

«Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η διαδικασία δεν είναι αυτόματη. Όσον αφορά το Μουσείο του Λούβρου και άλλα εθνικά μουσεία, προβλέπεται ότι απαιτείται η έγκρισή τους ώστε ένα αντικείμενο να εξέλθει από τις συλλογές τους».

Κλείνοντας, η Κατερίνα Τιτή τονίζει ότι απαιτείται εις βάθος διερεύνηση της προέλευσης κάθε αντικειμένου, ενώ επισημαίνει ότι διαμορφώνεται πλέον μια νέα πολιτική αντίληψη γύρω από την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.

«Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται απολύτως αναγκαίο να εξετάζεται με κριτικό τρόπο η προέλευση των έργων στις δημόσιες συλλογές μας, είτε πρόκειται για αποικιακά είτε για αρχαιολογικά αντικείμενα».

Advertisement

Παράλληλα, σημειώνει ότι η Γαλλία θα μπορούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Βατικανού, της Ιταλίας και του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, που έχουν ήδη επιστρέψει θραύσματα του Παρθενώνα στην Ελλάδα.

Advertisement