Στο διεθνές αεροδρόμιο του Λος Άντζελες, το FBI προχώρησε στη σύλληψη μιας 44χρονης Ιρανής επιχειρηματία, δίνοντας τέλος σε έναν τρόπο ζωής γεμάτο πολυτέλεια που φέρεται να απολάμβανε στην Καλιφόρνια.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, η Σαμίμ Μάφι διέμενε στην εύπορη περιοχή Woodland Hills του Λος Άντζελες και μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα προέβαλλε έναν ιδιαίτερα πολυτελή βίο, ο οποίος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, χρηματοδοτούνταν από δραστηριότητες συνδεδεμένες με το ιρανικό καθεστώς.
Η εισαγγελία την κατηγορεί ότι διαμεσολάβησε σε συμφωνίες για την πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού -όπως drones, βόμβες, πυροκροτητές και εκατομμύρια σφαίρες-, που είχαν κατασκευαστεί στο Ιράν και κατέληξαν στο Σουδάν, μια χώρα που μαστίζεται από εμφύλιο πόλεμο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι συναλλαγές αυτές φέρονται να πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με το Υπουργείο Πληροφοριών και Ασφάλειας του Ιράν, το οποίο παρείχε οδηγίες στη Μάφι αλλά και οικονομική υποστήριξη για τη σύσταση εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ανάμεσα στις υποθέσεις που εξετάζονται είναι και μια συμφωνία που ξεπερνά τα 70 εκατομμύρια δολάρια για μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Mohajer-6, καθώς και η παράδοση δεκάδων χιλιάδων πυροκροτητών στο υπουργείο Άμυνας του Σουδάν.
Η σοβαρότητα της υπόθεσης εντείνεται από το γεγονός ότι το Σουδάν βρίσκεται από το 2023 σε έναν αιματηρό εμφύλιο, τον οποίο διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν ως μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο.
Όπως προκύπτει από τα δικαστικά έγγραφα, η κατηγορούμενη φέρεται να χρησιμοποιούσε διαδρομές μέσω Τουρκίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προκειμένου να αποφεύγει τους ελέγχους των αμερικανικών αρχών. Μάλιστα, τη στιγμή της σύλληψής της επρόκειτο να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, φέρεται να διατηρούσε τακτική επικοινωνία με ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών τα τελευταία χρόνια, ενώ από το 2016 κατείχε άδεια μόνιμης διαμονής (green card) στις ΗΠΑ.
Σε βάρος της έχουν απαγγελθεί κατηγορίες για παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας περί διεθνών οικονομικών κυρώσεων και, εφόσον κριθεί ένοχη, αντιμετωπίζει ποινή που μπορεί να φτάσει έως και τα 20 χρόνια κάθειρξης.
Με πληροφορίες από The New York Post