Από την 1η Μαΐου 2026 η συμφωνία ΕΕ–Mercosur περνά σε προσωρινή εφαρμογή. Για τις Βρυξέλλες είναι ένα μεγάλο εμπορικό άνοιγμα. Για τη βιομηχανική Ευρώπη, ιδίως για χώρες όπως η Γερμανία, είναι ευκαιρία. Για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία, όμως, είναι ένα τεστ αντοχής. Και για τον καταναλωτή, ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με γενικές διαβεβαιώσεις: τι ακριβώς θα τρώμε, πώς θα το ξέρουμε και ποιος θα το ελέγχει;

Η Mercosur δεν είναι ένα μακρινό εμπορικό ακρωνύμιο. Είναι η κοινή αγορά χωρών της Νότιας Αμερικής, με βασικούς εταίρους τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Από σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αρχίζει να εφαρμόζει προσωρινά την ενδιάμεση εμπορική συμφωνία μαζί τους, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο εμπορίου ανάμεσα σε δύο μεγάλες αγορές.

Advertisement
Advertisement

Η επίσημη ευρωπαϊκή αφήγηση είναι γνωστή: περισσότερο εμπόριο, περισσότερες εξαγωγές, καλύτερη πρόσβαση σε αγορές, προστασία γεωγραφικών ενδείξεων, νέες ευκαιρίες για επιχειρήσεις. Και πράγματι, υπάρχουν κλάδοι που έχουν λόγο να βλέπουν τη συμφωνία θετικά.

Η αυτοκινητοβιομηχανία, τα μηχανήματα, τα χημικά, τα φαρμακευτικά προϊόντα, οι υπηρεσίες και οι μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις της Ευρώπης αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση σε αγορές της Νότιας Αμερικής. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες με ισχυρή βιομηχανική βάση, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, στήριξαν με θέρμη τη συμφωνία. Οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, που σήμερα φθάνουν έως και το 35%, προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά σε βάθος 15 ετών.

Αυτό όμως είναι μόνο η μία πλευρά.

Η άλλη πλευρά βρίσκεται στα χωράφια, στους στάβλους, στα σφαγεία, στα τυροκομεία, στις λαϊκές αγορές και στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Εκεί όπου η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Είναι ζήτημα επιβίωσης.

Το μεγάλο ερώτημα: ίσοι κανόνες ή φθηνότερος ανταγωνισμός;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι τα εισαγόμενα τρόφιμα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας. Αυτό σημαίνει ότι κρέας, φυτικά προϊόντα, ζωοτροφές και τρόφιμα που μπαίνουν στην ευρωπαϊκή αγορά δεν μπορούν τυπικά να παραβιάζουν τους κανόνες της ΕΕ.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο τι γράφει ο κανόνας. Είναι αν ο κανόνας ελέγχεται με την ίδια αυστηρότητα στην πράξη.

Advertisement

Ο Έλληνας παραγωγός παράγει μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους: ακριβή ενέργεια, ακριβά λιπάσματα, ακριβές ζωοτροφές, αυστηρές περιβαλλοντικές υποχρεώσεις, κτηνιατρικούς ελέγχους, κανονισμούς, φορολογική πίεση, εργατικό κόστος, κλιματική αστάθεια. Αν απέναντί του βρεθεί προϊόν που έχει παραχθεί με χαμηλότερο κόστος, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και με διαφορετικές πρακτικές παραγωγής, τότε η αγορά δεν θα συγκρίνει κανόνες. Θα συγκρίνει τιμές.

Και εκεί αρχίζει ο πραγματικός κίνδυνος.

Η συμφωνία προβλέπει ποσοστώσεις για ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα. Για παράδειγμα, 99.000 τόνοι βοδινού από χώρες Mercosur θα μπορούν να εισέρχονται με μειωμένο δασμό 7,5%, ενώ 180.000 τόνοι πουλερικών θα μπορούν να εισαχθούν με σταδιακή κατάργηση δασμών σε βάθος πενταετίας. Προβλέπονται επίσης ποσοστώσεις για ρύζι, μέλι, αιθανόλη και άλλα προϊόντα. Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι οι ποσότητες αυτές αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό της ευρωπαϊκής παραγωγής και ότι υπάρχουν μηχανισμοί ασφαλείας.

Advertisement

Όμως για μια αγορά όπως η ελληνική, ακόμη και μικρές ευρωπαϊκές ποσότητες μπορούν να έχουν δυσανάλογη επίδραση, ειδικά αν διοχετευθούν σε συγκεκριμένα κανάλια διανομής, σε περιόδους χαμηλών τιμών παραγωγού ή σε προϊόντα όπου ήδη υπάρχει πίεση.

Η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία δεν ξεκινούν από θέση ισχύος

Η Ελλάδα δεν έχει έναν πρωτογενή τομέα που λειτουργεί με μεγάλα περιθώρια αντοχής. Έχει μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, γερασμένο αγροτικό πληθυσμό, υψηλό κόστος παραγωγής, προβλήματα συλλογικής οργάνωσης και χρόνιες αδυναμίες στους ελέγχους της αγοράς.

Η ελληνική κτηνοτροφία, ειδικά, έχει ήδη δεχθεί αλλεπάλληλα πλήγματα: ζωοτροφές, ενέργεια, ασθένειες, έλλειψη εργατικών χεριών, πίεση από εισαγωγές, ελληνοποιήσεις και αδύναμη διαπραγματευτική θέση έναντι της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου.

Advertisement

Σε αυτό το περιβάλλον, η είσοδος φθηνότερων ποσοτήτων κρέατος, πουλερικών, μελιού, ρυζιού ή πρώτων υλών δεν είναι απλώς «εμπορική εξέλιξη». Μπορεί να γίνει επιταχυντής εγκατάλειψης.

Και η εγκατάλειψη της παραγωγής δεν είναι μόνο πρόβλημα των αγροτών. Είναι πρόβλημα εθνικής ασφάλειας τροφίμων.

Γιατί μια χώρα που παράγει λιγότερα, εξαρτάται περισσότερο. Και μια χώρα που εξαρτάται περισσότερο από εισαγωγές, πληρώνει ακριβότερα κάθε διεθνή κρίση, κάθε γεωπολιτική αναταραχή, κάθε διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Advertisement

Θα είναι φθηνότερα τα προϊόντα για τον καταναλωτή;

Θεωρητικά, η αύξηση των εισαγωγών και η μείωση δασμών μπορεί να οδηγήσουν σε χαμηλότερες τιμές για ορισμένα προϊόντα. Όμως αυτό δεν είναι αυτόματο.

Advertisement

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος θα κρατήσει το όφελος;

Αν η διαφορά τιμής απορροφηθεί από εισαγωγείς, μεσάζοντες, βιομηχανία τροφίμων ή μεγάλες αλυσίδες λιανικής, ο καταναλωτής μπορεί να μη δει ουσιαστική μείωση στο ράφι. Αντίθετα, μπορεί να δει σταθερές ή ελαφρώς χαμηλότερες τιμές, αλλά με τίμημα τη συμπίεση της ελληνικής παραγωγής.

Το φθηνό προϊόν δεν είναι πάντα φθηνό για την κοινωνία. Μπορεί να είναι φθηνό στο ταμείο, αλλά ακριβό για την περιφέρεια, για την απασχόληση, για την παραγωγική αυτάρκεια και τελικά για την ποιότητα της διατροφής.

Advertisement

Τα μεταλλαγμένα: τι σημαίνει πραγματικά GMO

Ο όρος «μεταλλαγμένο» χρησιμοποιείται συχνά γενικά και φορτισμένα. Ο ακριβέστερος όρος είναι «γενετικά τροποποιημένος οργανισμός», δηλαδή ένας οργανισμός του οποίου το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί με τεχνικές γενετικής μηχανικής με τρόπο που δεν θα προέκυπτε φυσικά μέσω αναπαραγωγής ή φυσικού ανασυνδυασμού.

Στην πράξη, όταν μιλάμε για Mercosur και GMO, δεν μιλάμε κυρίως για το νωπό φρούτο ή το λαχανικό που θα δει ο καταναλωτής στον πάγκο. Μιλάμε κυρίως για δύο μεγάλες κατηγορίες πρώτων υλών: σόγια και καλαμπόκι.

Αυτά είναι τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται ευρέως σε ζωοτροφές. Και εδώ βρίσκεται το πιο ευαίσθητο σημείο για τον καταναλωτή.

Η «τρύπα» στη σήμανση: δεν θα το γράφει πάντα η ετικέτα

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές που περιέχουν ή παράγονται από εγκεκριμένους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς πρέπει να φέρουν σήμανση, όταν η παρουσία GMO υπερβαίνει το όριο του 0,9% ανά συστατικό και δεν είναι τυχαία ή τεχνικά αναπόφευκτη.

Όμως υπάρχει ένα μεγάλο κενό που αφορά άμεσα τον καταναλωτή: η ΕΕ δεν απαιτεί υποχρεωτική σήμανση σε κρέας, γάλα ή αυγά που προέρχονται από ζώα τα οποία έχουν τραφεί με γενετικά τροποποιημένες ζωοτροφές. Αυτό έχει επισημανθεί και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε παλαιότερες διευκρινίσεις της.

Με απλά λόγια: αν ένα προϊόν περιέχει άμεσα γενετικά τροποποιημένο συστατικό, πρέπει να το δηλώνει με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αν όμως ένα ζώο έχει φάει ζωοτροφή από GMO σόγια ή καλαμπόκι, το κρέας, το γάλα ή το αυγό που παράγεται από αυτό δεν χρειάζεται υποχρεωτικά να αναγράφει στην ετικέτα ότι το ζώο τράφηκε με GMO ζωοτροφή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ίδιο το κρέας είναι «μεταλλαγμένο». Σημαίνει όμως ότι ο καταναλωτής δεν έχει πλήρη εικόνα για την αλυσίδα παραγωγής.

Και αυτό είναι το σημείο όπου η πολιτική διαβεβαίωση δεν αρκεί. Χρειάζεται διαφάνεια.

Πώς θα ελέγχει η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου: προέγκριση GMO τροφίμων και ζωοτροφών, αξιολόγηση κινδύνου από την EFSA, κανόνες ιχνηλασιμότητας, ελέγχους στα σύνορα, ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων και επίσημους ελέγχους σε τρόφιμα και ζωοτροφές.

Η Κομισιόν επιμένει επίσης ότι τρόφιμα που δεν συμμορφώνονται με τις ευρωπαϊκές υγειονομικές απαιτήσεις απορρίπτονται στα σύνορα.

Όμως η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται μόνο με κανονισμούς. Κερδίζεται με επαρκείς ελέγχους, επαρκές προσωπικό, επαρκή εργαστήρια, διαφάνεια στα αποτελέσματα και αυστηρές κυρώσεις όταν εντοπίζονται παραβάσεις.

Αν αυξηθούν οι εμπορικές ροές, πρέπει να αυξηθεί και η ελεγκτική ικανότητα. Διαφορετικά, η συμφωνία θα λειτουργήσει με δύο ταχύτητες: γρήγορη για το εμπόριο, αργή για την προστασία.

Τι πρέπει να προσέχει ο καταναλωτής

Ο καταναλωτής δεν μπορεί να γίνει χημικό εργαστήριο. Μπορεί όμως να ζητά περισσότερη πληροφορία.

Πρέπει να κοιτάζει τη χώρα προέλευσης, όπου αυτή αναγράφεται. Να προτιμά προϊόντα με σαφή ιχνηλασιμότητα. Να δίνει βάρος σε ΠΟΠ, ΠΓΕ, βιολογικά και πιστοποιημένα προϊόντα, όταν αυτά ελέγχονται ουσιαστικά. Να γνωρίζει ότι το «φθηνότερο» δεν λέει πάντα όλη την αλήθεια. Και κυρίως να απαιτεί από την Πολιτεία ελέγχους στις ελληνοποιήσεις, γιατί εκεί μπορεί να χαθεί κάθε έννοια διαφάνειας.

Το πιο επικίνδυνο σενάριο δεν είναι απλώς να εισαχθεί ένα φθηνό προϊόν. Είναι να εισαχθεί, να αναμειχθεί, να μεταποιηθεί ή να παρουσιαστεί με τρόπο που ο καταναλωτής δεν μπορεί να καταλάβει τι αγοράζει.

Ποιοι κερδίζουν

Κερδίζουν οι μεγάλες ευρωπαϊκές εξαγωγικές βιομηχανίες που αποκτούν καλύτερη πρόσβαση στη Νότια Αμερική. Κερδίζουν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι παραγωγοί μηχανημάτων, οι χημικές και φαρμακευτικές επιχειρήσεις, οι εταιρείες υπηρεσιών, όσοι μπορούν να κινηθούν σε μεγάλες αγορές με οργανωμένα δίκτυα.

Μπορούν επίσης να κερδίσουν ορισμένες εξαγωγικές επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών της Ευρώπης, καθώς η συμφωνία προβλέπει προστασία εκατοντάδων γεωγραφικών ενδείξεων. Η Κομισιόν αναφέρει ότι από την 1η Μαΐου οι χώρες Mercosur αρχίζουν να προστατεύουν 344 ευρωπαϊκές γεωγραφικές ενδείξεις, ενώ στο ελληνικό ενδιαφέρον έχουν ήδη αναδειχθεί 21 ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ.

Αυτό είναι θετικό. Αλλά δεν αρκεί για να απαντήσει στο αγροτικό πρόβλημα.

Γιατί άλλο είναι να προστατεύεται η ονομασία ενός προϊόντος και άλλο να προστατεύεται ο παραγωγός που το παράγει σε συνθήκες υψηλού κόστους και αθέμιτου ανταγωνισμού.

Ποιοι κινδυνεύουν

Κινδυνεύουν οι παραγωγοί που βρίσκονται ήδη στο όριο. Οι κτηνοτρόφοι που βλέπουν τις ζωοτροφές να καθορίζουν τη βιωσιμότητά τους. Οι μελισσοκόμοι που φοβούνται πίεση από εισαγόμενο μέλι. Οι παραγωγοί ρυζιού, ζάχαρης, κρέατος και πουλερικών. Οι μικρές τοπικές οικονομίες που στηρίζονται στην παραγωγή.

Κινδυνεύει και ο καταναλωτής, όχι επειδή καταργούνται αυτομάτως οι ευρωπαϊκοί κανόνες, αλλά επειδή όσο πιο σύνθετη γίνεται η αλυσίδα εφοδιασμού, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη υπάρχει για ελέγχους.

Και κινδυνεύει η εμπιστοσύνη. Αν ο πολίτης αισθανθεί ότι η Ευρώπη ζητά αυστηρούς κανόνες από τον δικό της παραγωγό αλλά δέχεται φθηνότερο προϊόν από τρίτες χώρες χωρίς ισοδύναμη διαφάνεια, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πολιτικό.

Οι δικλείδες ασφαλείας υπάρχουν, αλλά αρκούν;

Η ΕΕ έχει θεσπίσει μηχανισμό διασφάλισης για αγροτικά προϊόντα. Αν οι εισαγωγές από Mercosur προκαλέσουν ή απειλήσουν να προκαλέσουν σοβαρή ζημία σε Ευρωπαίους παραγωγούς, μπορεί να ανασταλεί προσωρινά η προτιμησιακή μεταχείριση. Για ευαίσθητα προϊόντα, προβλέπεται ταχύτερη διαδικασία ελέγχου, ακόμη και με κριτήρια όπως υποτίμηση τιμών και αύξηση εισαγωγικών όγκων.

Αυτό είναι σημαντικό. Αλλά έχει ένα αδύναμο σημείο: συνήθως οι μηχανισμοί ενεργοποιούνται αφού υπάρξει πίεση στην αγορά. Δηλαδή αφού ο παραγωγός έχει ήδη δει την τιμή να πέφτει, το προϊόν του να μένει αδιάθετο ή το κόστος του να μην καλύπτεται.

Για την ελληνική γεωργία, η πρόληψη είναι πιο σημαντική από την αποζημίωση. Γιατί ένας παραγωγός που εγκαταλείπει, δύσκολα επιστρέφει.

Τι πρέπει να ζητήσει η Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει τη Mercosur ως ένα ακόμη ευρωπαϊκό τεχνικό θέμα. Πρέπει να τη δει ως ζήτημα εθνικής αγροδιατροφικής στρατηγικής.

Πρώτον, χρειάζεται πλήρης χαρτογράφηση των προϊόντων που μπορούν να δεχθούν πίεση: κρέας, πουλερικά, μέλι, ρύζι, ζωοτροφές, πρώτες ύλες μεταποίησης.

Δεύτερον, χρειάζεται ενίσχυση των ελέγχων προέλευσης και πάταξη των ελληνοποιήσεων. Αν εισαγόμενο προϊόν βαφτίζεται ελληνικό, τότε δεν υπάρχει ούτε αγορά ούτε προστασία ούτε καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Τρίτον, χρειάζεται διαφάνεια στις ζωοτροφές. Ο καταναλωτής πρέπει να ξέρει περισσότερο, όχι λιγότερο. Και ο παραγωγός που επιλέγει μη GMO ζωοτροφές πρέπει να μπορεί να το αποδεικνύει και να το αξιοποιεί εμπορικά.

Τέταρτον, χρειάζεται εθνικό σχέδιο μείωσης κόστους παραγωγής. Δεν μπορεί ο Έλληνας αγρότης να ανταγωνίζεται τη Νότια Αμερική με ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, ελληνικά κόστη και βαλκανικές τιμές παραγωγού.

Πέμπτον, χρειάζεται πολιτική επιμονή σε ευρωπαϊκό επίπεδο: οι κανόνες δεν πρέπει να είναι αυστηροί μόνο για τους εντός ΕΕ παραγωγούς. Πρέπει να είναι ισοδύναμα απαιτητικοί και για όσους θέλουν να πουλήσουν στην ευρωπαϊκή αγορά.

Το συμπέρασμα

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μοιράζει διαφορετικά τα κέρδη και τους κινδύνους. Τα κέρδη φαίνεται να συγκεντρώνονται περισσότερο στη βιομηχανική και εξαγωγική Ευρώπη. Οι κίνδυνοι βαραίνουν περισσότερο την αγροτική Ευρώπη. Και για χώρες όπως η Ελλάδα, με ευάλωτη παραγωγική βάση, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει εμπόριο. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει δίκαιο εμπόριο.

Ο καταναλωτής πρέπει να προστατευθεί με καθαρή πληροφόρηση. Ο παραγωγός πρέπει να προστατευθεί με πραγματικούς ελέγχους και όχι με καθησυχαστικές ανακοινώσεις. Και η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να παραμείνει χώρα που παράγει την τροφή της ή χώρα που απλώς τη διαπραγματεύεται στο ράφι.

Γιατί τελικά, το θέμα δεν είναι μόνο τι θα κερδίσει η Ευρώπη από τη Mercosur.

Το θέμα είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.