Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και η απομάκρυνσής της από την Αθήνα φέρνουν ξανά στο προσκήνιο μια σταθερά της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ: την προτίμησή του σε πρόσωπα της προσωπικής του εμπιστοσύνης και τη δυσπιστία του απέναντι σε τμήματα του παραδοσιακού διπλωματικού μηχανισμού των ΗΠΑ. Από την πρώτη προεδρική θητεία του, οι σχέσεις του με αξιωματούχους και διπλωμάτες έχουν σημαδευτεί από αποχωρήσεις, δημόσιες συγκρούσεις και αποφάσεις που προκάλεσαν πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ουάσιγκτον.
Η περίπτωση της Ελλάδας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μια ενδεχόμενη αλλαγή στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας δεν αφορά απλώς την παρουσία ενός προσώπου. Αγγίζει και το ευρύτερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο ο Λευκός Οίκος αντιλαμβάνεται τον ρόλο των πρέσβεων: ως επαγγελματιών διπλωματών που εκπροσωπούν διαχρονικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ ή ως πολιτικών εκπροσώπων που καλούνται να εφαρμόσουν τις προτεραιότητες του εκάστοτε προέδρου.
Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή συζήτηση, αξίζει να επιστρέψει στο 2019, όταν η απομάκρυνση της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ουκρανία, Μαρί Γιοβάνοβιτς, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η υπόθεση Γιοβάνοβιτς και η ουκρανική κρίση που έφτασε μέχρι το Κογκρέσο
Απρίλιος 2019 – Νοέμβριος 2019
Η Μαρί Γιοβάνοβιτς ήταν διπλωμάτης καριέρας με περισσότερα από 30 χρόνια υπηρεσίας στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Είχε αναλάβει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Κίεβο το 2016 και είχε συνδέσει τη δράση της με την προώθηση μεταρρυθμίσεων και την αντιμετώπιση της διαφθοράς στην Ουκρανία.
Στις 24 Απριλίου 2019, ο Τραμπ την ανακάλεσε από τη θέση της. Η επίσημη αιτιολογία που της μεταφέρθηκε ήταν ότι ο πρόεδρος είχε χάσει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό της, χωρίς να της δοθεί συγκεκριμένη και ουσιαστική εξήγηση για την απόφαση. Η απομάκρυνσή της, ωστόσο, δεν έμεινε μια συνηθισμένη αλλαγή διπλωματικής εκπροσώπησης. Έγινε κεντρικό επεισόδιο στην πολιτική αντιπαράθεση που ακολούθησε γύρω από τις σχέσεις της κυβέρνησης Τραμπ με την Ουκρανία.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Ρούντι Τζουλιάνι, προσωπικός δικηγόρος του Αμερικανού προέδρου, καθώς και πρόσωπα του περιβάλλοντός του, τα οποία είχαν αναπτύξει δικές τους επαφές με Ουκρανούς αξιωματούχους. Η Γιοβάνοβιτς είχε βρεθεί στο στόχαστρο εκστρατείας δυσφήμησης, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, συνδεόταν με τις προσπάθειες του Τζουλιάνι και συνεργατών του να προωθήσουν συγκεκριμένες έρευνες στην Ουκρανία.
Η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα όταν αποκαλύφθηκαν οι πιέσεις προς την ουκρανική κυβέρνηση για τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούσαν τον Τζο Μπάιντεν και τον γιο του, Χάντερ. Η αντιπαράθεση αυτή αποτέλεσε βασικό μέρος της πρώτης διαδικασίας παραπομπής του Τραμπ, το 2019, με την οποία διερευνήθηκε εάν ο πρόεδρος είχε χρησιμοποιήσει την εξουσία του για προσωπικό πολιτικό όφελος.
Η ίδια η Γιοβάνοβιτς κατέθεσε στο Κογκρέσο τον Νοέμβριο του 2019, περιγράφοντας τις πιέσεις που είχε δεχθεί και τις επιπτώσεις που, όπως υποστήριξε, είχαν στη λειτουργία της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής. Η μαρτυρία της έφερε στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα: κατά πόσο ένας διπλωμάτης μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα όταν οι ενέργειές του έρχονται σε σύγκρουση με τις πολιτικές επιδιώξεις του προέδρου ή των στενών συνεργατών του.
Η απομάκρυνσή της, επομένως, δεν ήταν απλώς μια διοικητική απόφαση. Συνδέθηκε με μια ευρύτερη κρίση για τα όρια της προεδρικής εξουσίας, την ανεξαρτησία της διπλωματικής υπηρεσίας και τη χρήση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς.
Ο Γκόρντον Σόντλαντ και η δεύτερη απομάκρυνση μετά την ουκρανική υπόθεση
Φεβρουάριος 2020
Λίγους μήνες αργότερα, η υπόθεση είχε και δεύτερο διπλωματικό επεισόδιο. Ο Γκόρντον Σόντλαντ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απομακρύνθηκε από τη θέση του τον Φεβρουάριο του 2020, μετά την κατάθεσή του στη διαδικασία παραπομπής του Τραμπ.
Σε αντίθεση με τη Γιοβάνοβιτς, ο Σόντλαντ δεν ήταν διπλωμάτης καριέρας. Ήταν επιχειρηματίας και σημαντικός υποστηρικτής του Τραμπ, ο οποίος είχε διοριστεί στη θέση το 2018. Η μαρτυρία του στο Κογκρέσο είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιβεβαίωσε ότι υπήρχε σύνδεση ανάμεσα στις πιέσεις για τις ουκρανικές έρευνες και στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο.
Ο Σόντλαντ είχε αρχικά υποστηρίξει ότι δεν υπήρχε quid pro quo, δηλαδή ανταλλαγή πολιτικού ανταλλάγματος. Στη συνέχεια, όμως, αναθεώρησε τμήματα της κατάθεσής του και δήλωσε ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως η στρατιωτική βοήθεια και μια επίσκεψη του Ουκρανού προέδρου στον Λευκό Οίκο συνδέονταν με την ανακοίνωση των ερευνών που επιθυμούσε η πλευρά Τραμπ.
Μετά την αθώωση του Αμερικανού προέδρου από τη Γερουσία, τον Φεβρουάριο του 2020, ο Λευκός Οίκος προχώρησε στην απομάκρυνση του Σόντλαντ και του Αλεξάντερ Βίντμαν, αξιωματούχου του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας που είχε επίσης καταθέσει στην έρευνα. Η χρονική συγκυρία έδωσε στην απόφαση έντονη πολιτική διάσταση, καθώς θεωρήθηκε από επικριτές του προέδρου ως αντίποινο σε βάρος όσων είχαν καταθέσει εις βάρος του.
Οι δύο περιπτώσεις, πάντως, δεν ήταν ταυτόσημες. Η Γιοβάνοβιτς ήταν διπλωμάτης καριέρας που είχε βρεθεί απέναντι σε πρόσωπα του προεδρικού περιβάλλοντος, ενώ ο Σόντλαντ ήταν πολιτικός διορισμός του ίδιου του Τραμπ. Το κοινό στοιχείο ήταν η σύνδεση των απομακρύνσεών τους με την ουκρανική υπόθεση και την πολιτική κρίση που αυτή προκάλεσε στην Ουάσιγκτον.
Η Γκίλφοϊλ στην Αθήνα: Από την πολιτική επιβράβευση στην αποχώρηση
Οκτώβριος 2026
Η υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ακολουθεί διαφορετική διαδρομή από εκείνες της Γιοβάνοβιτς και του Σόντλαντ. Η Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα δεν ήταν διπλωμάτης καριέρας, αλλά πρόσωπο με στενούς δεσμούς με τον πολιτικό κύκλο του Τραμπ. Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, με τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί, την είχε φέρει επί χρόνια κοντά στο περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου.
Πρώην εισαγγελέας στην Καλιφόρνια και τηλεοπτική προσωπικότητα του Fox News, η Γκίλφοϊλ είχε ενεργό ρόλο στην πολιτική κινητοποίηση των υποστηρικτών του Τραμπ. Η επιλογή της για τη θέση της πρέσβειρας στην Ελλάδα εντάχθηκε στην ευρύτερη πρακτική του προέδρου να τοποθετεί σε διπλωματικές θέσεις πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, ακόμη και όταν δεν διαθέτουν επαγγελματική εμπειρία στη διπλωματική υπηρεσία.
Η παρουσία της στην Αθήνα είχε έντονη δημόσια προβολή, με έμφαση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, στην ενέργεια και στη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών.
Ωστόσο, στις αρχές Οκτωβρίου 2026 η θητεία της βρέθηκε στο επίκεντρο δημοσιευμάτων για καταγγελλόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal και άλλων μέσων, η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από πολιτικό δωρητή 100.000 δολάρια για την κάλυψη προσωπικού λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, ενώ καταγράφηκαν και άλλες καταγγελίες σχετικά με τη χρήση των επαφών και της επιρροής της. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν από μόνοι τους απόδειξη παρανομίας. Η ίδια αρνήθηκε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες ψευδείς, ενώ η υπόθεση προκάλεσε ενδιαφέρον για πιθανή διερεύνηση από τις αρμόδιες αμερικανικές αρχές.
Στις 12 Οκτωβρίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι εξετάζει την απομάκρυνσή της, εκφράζοντας δημόσια τη δυσαρέσκειά του για τις αποκαλύψεις. Την επόμενη ημέρα, στις 13 Οκτωβρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι της ζητήθηκε να παραιτηθεί. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κέιτι Ζαχαρία, επιβεβαίωσε την απόφαση, αναφέροντας ότι η Γκίλφοϊλ είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην ομάδα του προέδρου.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι οι προσωπικές σχέσεις με τον πρόεδρο μπορούν να λειτουργήσουν ως διαδρομή προς μια κορυφαία διπλωματική θέση, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν πολιτική προστασία όταν προκύπτει κρίση. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Γιοβάνοβιτς, όπου η απομάκρυνση συνδέθηκε με τη σύγκρουση γύρω από την ουκρανική πολιτική, στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ η απόφαση ήρθε μετά από καταγγελίες για τη δική της συμπεριφορά και την αρνητική δημοσιότητα που ακολούθησε.
Η σύγκριση, συνεπώς, δεν αφορά τις αιτίες των απομακρύνσεων, οι οποίες είναι διαφορετικές, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται τους ανθρώπους που επιλέγει για να τον εκπροσωπούν στο εξωτερικό.
Το ρεκόρ των πολιτικών διορισμών και οι κενές πρεσβείες
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ συμπίπτει με μια ευρύτερη αναδιάταξη της αμερικανικής διπλωματικής υπηρεσίας. Τα στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Διπλωματών (American Foreign Service Association – AFSA) καταγράφουν μια σαφή μετατόπιση προς πρόσωπα που δεν προέρχονται από τη διπλωματική καριέρα.
Σύμφωνα με τον επίσημο κατάλογο της AFSA, στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 ο Τραμπ είχε προχωρήσει σε 122 διορισμούς πρέσβεων κατά τη δεύτερη θητεία του. Από αυτούς, οι 25 αφορούσαν διπλωμάτες καριέρας, ποσοστό 20,5%, ενώ οι υπόλοιποι 97, ποσοστό 79,5%, κατατάσσονταν στην κατηγορία των πολιτικών ή άλλων διορισμών.
Παράλληλα, ανάλυση της Washington Post, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026, ανέφερε ότι περίπου το 90% των υποψηφίων που είχε προτείνει η κυβέρνηση Τραμπ για πρεσβευτικές θέσεις ήταν πολιτικοί διορισμοί. Η εφημερίδα επισήμανε ότι λιγότερο από το ένα τρίτο των εν ενεργεία Αμερικανών πρέσβεων ήταν διπλωμάτες καριέρας και ότι περισσότερες από τις μισές θέσεις παρέμεναν κενές
Η εικόνα των κενών θέσεων επιβεβαιώνεται και από τον επίσημο κατάλογο της AFSA. Την 1η Οκτωβρίου 2026, από τις 196 θέσεις πρέσβεων που καταγράφονταν, οι 92 παρέμεναν κενές. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν μία στις δύο θέσεις δεν είχε μόνιμο πρεσβευτή, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες στελέχωσης των αμερικανικών διπλωματικών αποστολών.
Η επιλογή πολιτικών προσώπων για πρεσβευτικές θέσεις δεν αποτελεί αποκλειστικότητα του Τραμπ. Αμερικανοί πρόεδροι και των δύο κομμάτων έχουν κατά παράδοση τοποθετήσει πολιτικούς υποστηρικτές και δωρητές σε ορισμένες πρεσβείες. Η δεύτερη θητεία Τραμπ, ωστόσο, εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από αυτή την πρακτική, σύμφωνα με τις καταγραφές της AFSA και τις αναλύσεις αμερικανικών μέσων ενημέρωσης.
Στην πρώτη θητεία του, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία της AFSA, οι διπλωμάτες καριέρας αντιστοιχούσαν στο 60,5% των διορισμών πρέσβεων, ενώ οι πολιτικοί και άλλοι διορισμοί στο 39,5%. Η μεταβολή στη δεύτερη θητεία είναι επομένως σημαντική και αποτυπώνει μια διαφορετική προσέγγιση στη στελέχωση των διπλωματικών αποστολών.
Γιατί ο Τραμπ προτιμά τους ανθρώπους της εμπιστοσύνης του
Η προτίμηση του Αμερικανού προέδρου σε πρόσωπα που έχουν αποδείξει την πολιτική τους αφοσίωση συνδέεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της κυβέρνησής του. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δείξει ότι θεωρεί κρίσιμη την προσωπική εμπιστοσύνη προς τους συνεργάτες του και έχει συγκρουστεί με αξιωματούχους που αμφισβήτησαν επιλογές του ή διαφώνησαν με τις προτεραιότητές του.
Για τον Λευκό Οίκο, οι πολιτικοί διορισμοί μπορούν να εξασφαλίσουν ότι οι πρέσβεις θα προωθούν με συνέπεια την ατζέντα της κυβέρνησης, από τις εμπορικές σχέσεις και τις αμυντικές συμφωνίες μέχρι την ενεργειακή πολιτική και τις σχέσεις με τους συμμάχους. Ένας επιχειρηματίας με ισχυρές επαφές ή ένας στενός πολιτικός σύμμαχος μπορεί να διαθέτει πρόσβαση σε κέντρα λήψης αποφάσεων που δεν έχει ένας παραδοσιακός διπλωμάτης.
Από την άλλη πλευρά, η διπλωματία απαιτεί εμπειρία, γνώση των τοπικών συνθηκών, θεσμική συνέχεια και ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Οι επαγγελματίες διπλωμάτες εκπαιδεύονται για να υπηρετούν διαφορετικές κυβερνήσεις και να εφαρμόζουν την επίσημη εξωτερική πολιτική, ακόμη και όταν αλλάζουν οι πολιτικές προτεραιότητες στην Ουάσιγκτον.
Η AFSA έχει εκφράσει ανησυχία για την έκταση των πολιτικών διορισμών, υποστηρίζοντας ότι η επαγγελματική διπλωματική εμπειρία δεν πρέπει να υποχωρεί συστηματικά έναντι της πολιτικής ή οικονομικής επιρροής. Η αμερικανική νομοθεσία για τη διπλωματική υπηρεσία προβλέπει, άλλωστε, ότι οι θέσεις επικεφαλής διπλωματικών αποστολών θα πρέπει κανονικά να ανατίθενται σε μέλη της επαγγελματικής υπηρεσίας, αν και επιτρέπονται και άλλες επιλογές υπό συγκεκριμένες περιστάσεις.
Η υπόθεση της Γκίλφοϊλ αναδεικνύει και μια άλλη πλευρά αυτής της πρακτικής. Η πολιτική εγγύτητα με τον πρόεδρο μπορεί να διευκολύνει τον διορισμό, αλλά δημιουργεί και αυξημένες προσδοκίες ως προς την προσωπική συμπεριφορά και την προστασία της αξιοπιστίας της κυβέρνησης. Όταν προκύπτουν καταγγελίες που απειλούν να πλήξουν την εικόνα της διοίκησης, η πολιτική σχέση δεν αποκλείει την απομάκρυνση.