Ενώ οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ έχουν δεσμευτεί απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ ότι θα αναλάβουν την ασφάλεια της Αρκτικής για να περιορίσουν τη ρωσική και κινεζική επιρροή, η πραγματικότητα διαψεύδει τις προσδοκίες.
Η αυξανόμενη σημασία της Αρκτικής
Η έλλειψη ενιαίου στρατηγικού δόγματος, η απουσία συνεργασίας και οι ολοένα πιο συγκρουσιακές σχέσεις με τη διακυβέρνηση Τραμπ καθιστούν το έργο των Ευρωπαιών δυσχερές απέναντι σε μία Ρωσία που διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία και μία Κίνα που επιδιώκει να ενισχύσει το αποτύπωμά της μέσω οικονομικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Η Αρκτική αποκτάει μεγαλύτερη βαρύτητα στο διεθνές στερέωμα και όπως τόνισε στο Reuters ο Όλαφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον, πρώην Πρόεδρος της Ισλανδίας, «κανένα μεγάλο κράτος στον 21ο αιώνα δεν θα μπορέσει να διατηρήσει τη θέση του στη διεθνή σκηνή χωρίς ισχυρή παρουσία στην Αρκτική».
Οι προσπάθειες της Ευρώπης, ίσως, δεν οδηγούν κάπου. Όπως επισημαίνει το Reuters, οι ασκήσεις του Μαρτίου εντάσσονταν στην πρωτοβουλία «Arctic Sentry», μια προσπάθεια του ΝΑΤΟ να αποδείξει στην Ουάσιγκτον ότι η Ευρώπη και ο Καναδάς μπορούν να υπερασπιστούν τη βόρεια πτέρυγα της Συμμαχίας. Ο Γενικός Γραμματέας Μαρκ Ρούτε ανακοίνωσε το «Arctic Sentry» τον Φεβρουάριο, καθώς προσπαθούσε να πείσει τον Ντόναλντ Τραμπ να εγκαταλείψει τις αξιώσεις του για την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Αν και ο Ρούτε πέτυχε τον στόχο του με τον Τραμπ, η ουσιαστική ενίσχυση της αμυντικής στάσης του ΝΑΤΟ στην Αρκτική παραμένει μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση, σύμφωνα με δηλώσεις νυν και πρώην αξιωματούχων. Απαιτούνται μακροχρόνιες επενδύσεις σε ευρύ φάσμα εξοπλισμών –όπως παγοθραυστικά, υποβρύχια, drones και δορυφόρους– σε μια περίοδο που ο Τραμπ αποσύρει στρατεύματα, αεροσκάφη και πλοία από την Ευρώπη με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα στην αμυντική θωράκιση της Αρκτικής. Εκσυγχρονίζοντας τον μεγαλύτερο στόλο παγοθραυστικών στον κόσμο και επαναλειτουργώντας δεκάδες βάσεις της σοβιετικής εποχής, η Μόσχα ενισχύει την παρουσία της σε μια περιοχή που προσφέρει τη συντομότερη διαδρομή για τους διηπειρωτικούς πυρηνικούς της πυραύλους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι προκλήσεις και η πραγματικότητα
Μια κρίσιμη πρόκληση για το ΝΑΤΟ είναι η παρακολούθηση της Χερσονήσου Κόλα στη Ρωσία, η οποία γειτνιάζει με τη Φινλανδία και τη Νορβηγία και είναι στρατηγικής σημασίας. Εκεί βρίσκονται τα δύο τρίτα της ρωσικής πυρηνικής ικανότητας δεύτερου πλήγματος, συμπεριλαμβανομένου του Βόρειου Στόλου που επιχειρεί με πυρηνοκίνητα υποβρύχια. Από εκεί, η Ρωσία θα μπορούσε να εκτοξεύσει υπερηχητικούς πυραύλους κατά των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης ζωτικής σημασίας.
Οι αρκτικές συνθήκες είναι τόσο ακραίες (με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -45°C) που ο τυπικός εξοπλισμός συχνά αποτυγχάνει. Ενώ η Ρωσία διαθέτει 42 παγοθραυστικά, οι ΗΠΑ έχουν μόνο δύο σε λειτουργία.
Πώς αντιδράει η Συμμαχία
Οι σκανδιναβικές χώρες αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες, ο Καναδάς ανακοίνωσε ένα σχέδιο 35 δισ. καναδικών δολαρίων για αρκτικές υποδομές και το Ηνωμένο Βασίλειο διπλασιάζει την παρουσία των Πεζοναυτών του στη Νορβηγία. Ωστόσο, η Άιρις Φέργκιουσον, πρώην αναπληρώτρια βοηθός υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, επισημαίνει τη δυσκολία: «Όταν έχεις έναν “θερμό” πόλεμο να μαίνεται στην Ανατολή (Ουκρανία), είναι δύσκολο να κατευθύνεις επενδύσεις σε μια περιοχή που δεν μοιάζει τόσο “θερμή”».
Παρά τις διαβεβαιώσεις Αμερικανών στρατιωτικών ότι «το ΝΑΤΟ θα υπερασπιστεί κάθε εκατοστό του εδάφους του», οι Ευρωπαίοι ηγέτες παραμένουν ανήσυχοι μετά τις απειλές Τραμπ για αποχώρηση από τη Συμμαχία. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη τοποθέτηση του Νορβηγού Πρωθυπουργού, Γιόνας Γκαρ Στέρε, προς τον Αμερικανό Πρόεδρο: «Στα 100 χιλιόμετρα από τα σύνορά μου βρίσκεται το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Και δεν στρέφεται εναντίον μου, κ. Πρόεδρε, αλλά εναντίον σας».