Τα ξημερώματα της 5ης Αυγούστου 1962, η Μέριλιν Μονρόε βρέθηκε νεκρή στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της στο Μπρέντγουντ του Λος Άντζελες. Ήταν μόλις 36 ετών.
Η επίσημη έρευνα απέδωσε τον θάνατό της σε οξεία δηλητηρίαση από βαρβιτουρικά και τον χαρακτήρισε «πιθανή αυτοκτονία». Ωστόσο, οι συνθήκες, οι αντιφάσεις στις καταθέσεις, οι σχέσεις της με ισχυρούς ανθρώπους και κυρίως οι φήμες γύρω από τους αδελφούς Κένεντι γέννησαν ένα από τα μακροβιότερα μυστήρια στην ιστορία του Χόλιγουντ.
Η Μέριλιν είχε πεθάνει πιθανότατα αργά το βράδυ της 4ης Αυγούστου. Η οικονόμος της, Γιούνις Μάρεϊ, ειδοποίησε τον ψυχίατρό της, Ραλφ Γκρίνσον, όταν διαπίστωσε ότι το φως στο δωμάτιο παρέμενε αναμμένο και η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ο γιατρός μπήκε από ένα παράθυρο και τη βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, με το ακουστικό του τηλεφώνου κοντά της.
Έτσι τελείωσε η ζωή της γυναίκας που είχε κατακτήσει τον κόσμο, αλλά δεν είχε κατορθώσει ποτέ να νικήσει τη μοναξιά.
Η δύσκολη παιδική ηλικία της Νόρμα Τζιν
Η Μέριλιν Μονρόε γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1926 στο Λος Άντζελες ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, αν και για χρόνια χρησιμοποιούσε και το επώνυμο Μπέικερ.
Η μητέρα της, Γκλάντις, αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχικά προβλήματα και νοσηλεύτηκε επανειλημμένα. Η μικρή Νόρμα Τζιν μεγάλωσε ανάμεσα σε ανάδοχες οικογένειες, οικογενειακούς φίλους και ορφανοτροφείο, χωρίς σταθερό σπίτι και χωρίς πραγματική οικογενειακή ασφάλεια. Αυτή η εμπειρία εγκατάλειψης θεωρείται ότι τη στοίχειωσε σε ολόκληρη τη ζωή της.
Στα 16 της παντρεύτηκε τον 20χρονο Τζέιμς Ντόχερτι, σε μεγάλο βαθμό για να αποφύγει την επιστροφή σε ίδρυμα ή σε άλλη ανάδοχη οικογένεια. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε σε εργοστάσιο πολεμικού υλικού. Εκεί φωτογραφήθηκε από τον στρατιωτικό φωτογράφο Ντέιβιντ Κόνοβερ, ο οποίος διέκρινε αμέσως τη φωτογένειά της και την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με το μόντελινγκ.
Η επιτυχία της ως μοντέλου ήρθε γρήγορα. Έβαψε τα καστανά μαλλιά της ξανθά, άλλαξε την εικόνα της και το 1946 υπέγραψε συμβόλαιο με την 20th Century Fox. Το όνομα «Μέριλιν» προτάθηκε από το στούντιο, ενώ το «Μονρόε» προερχόταν από το πατρικό επώνυμο της γιαγιάς της.
Η Νόρμα Τζιν άρχιζε να εξαφανίζεται. Η Μέριλιν Μονρόε είχε γεννηθεί.
Από τους μικρούς ρόλους στην απόλυτη δόξα
Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Έπαιξε σε μικρούς, συχνά μη αναγραφόμενους ρόλους και επέστρεψε προσωρινά στο μόντελινγκ. Η πρώτη ουσιαστική προσοχή ήρθε το 1950 με δύο σημαντικές εμφανίσεις: στο αστυνομικό φιλμ «Η Ζούγκλα της Ασφάλτου» – The Asphalt Jungle του Τζον Χιούστον και στο «Όλα για την Εύα» – All About Eve, δίπλα στην Μπέτι Ντέιβις.
Το 1952 ανέλαβε τον πρώτο σοβαρό δραματικό πρωταγωνιστικό της ρόλο στο «Μην Ενοχλείτε, Παρακαλώ» – Don’t Bother to Knock, αποδεικνύοντας ότι πίσω από την εικόνα της ξανθιάς καλλονής υπήρχε μια ηθοποιός με ευαισθησία και σκοτεινό βάθος.
Η μεγάλη έκρηξη ήρθε το 1953. Στο θρίλερ «Νιαγάρας» – Niagara εμφανίστηκε ως μοιραία γυναίκα, ενώ στο μιούζικαλ «Οι Άνδρες Προτιμούν τις Ξανθές» – Gentlemen Prefer Blondes, δίπλα στην Τζέιν Ράσελ, τραγούδησε το θρυλικό «Diamonds Are a Girl’s Best Friend». Την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε με τη Λορίν Μπακόλ και την Μπέτι Γκρέιμπλ στο «Πώς να Παντρευτείτε έναν Εκατομμυριούχο» – How to Marry a Millionaire.
Ακολούθησαν το «Ποτάμι χωρίς Επιστροφή» – River of No Return το 1954 και το «Επτά Χρόνια Φαγούρα» – The Seven Year Itch του Μπίλι Γουάιλντερ το 1955. Από εκεί προήλθε η διασημότερη ίσως εικόνα της: η Μέριλιν πάνω από τη σχάρα του μετρό, με τον αέρα να σηκώνει το λευκό της φόρεμα.
Η μάχη της με τα μεγάλα στούντιο
Η Μονρόε δεν ήθελε να παραμείνει για πάντα εγκλωβισμένη στον ρόλο της αφελούς, διαθέσιμης και εντυπωσιακής ξανθιάς. Συγκρούστηκε με την 20th Century Fox, εγκατέλειψε προσωρινά το Χόλιγουντ, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και άρχισε μαθήματα στο περίφημο Actors Studio κοντά στον Λι και την Πόλα Στράσμπεργκ.
Ίδρυσε μάλιστα τη δική της εταιρεία, τη Marilyn Monroe Productions, διεκδικώντας λόγο στην επιλογή σκηνοθετών, σεναρίων και ρόλων. Ήταν μια σπάνια πράξη ανεξαρτησίας για γυναίκα ηθοποιό την εποχή του πανίσχυρου χολιγουντιανού συστήματος των στούντιο. Τελικά η Fox υποχώρησε και της προσέφερε καλύτερο συμβόλαιο και μεγαλύτερο καλλιτεχνικό έλεγχο.
Η επιστροφή της έγινε με το «Στάση Λεωφορείου» – Bus Stop το 1956. Η ερμηνεία της ως Τσέρι απέσπασε ιδιαίτερα θετικές κριτικές και απέδειξε ότι δεν ήταν απλώς ένα φωτογενές σύμβολο του σεξ, αλλά μια ηθοποιός με κωμικό ρυθμό, δραματική ευαισθησία και ένστικτο.
Το 1957 γύρισε με τον Λόρενς Ολίβιε τον «Πρίγκιπα και τη Χορεύτρια» – The Prince and the Showgirl. Δύο χρόνια αργότερα πρωταγωνίστησε στο αριστούργημα του Μπίλι Γουάιλντερ «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» – Some Like It Hot, μαζί με τον Τόνι Κέρτις και τον Τζακ Λέμον.
Για τον ρόλο της τραγουδίστριας Σούγκαρ Κέιν κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ηθοποιού σε κωμωδία ή μιούζικαλ. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε αργότερα την ταινία ως την κορυφαία αμερικανική κωμωδία όλων των εποχών.
Οι τρεις γάμοι της
Η προσωπική της ζωή υπήρξε τόσο πολυσυζητημένη όσο και η κινηματογραφική της καριέρα.
Ο πρώτος της σύζυγος, Τζέιμς Ντόχερτι, υπήρξε ο άνθρωπος που γνώρισε τη νεαρή, εύθραυστη Νόρμα Τζιν πριν δημιουργηθεί η περσόνα της Μέριλιν. Παντρεύτηκαν το 1942 και χώρισαν το 1946, καθώς η νέα καριέρα της στο μόντελινγκ και στον κινηματογράφο απομάκρυνε οριστικά το ζευγάρι.
Ο δεύτερος γάμος της, με τον θρύλο του μπέιζμπολ Τζο ΝτιΜάτζιο, έγινε τον Ιανουάριο του 1954. Ήταν μία από τις διασημότερες ενώσεις της εποχής, αλλά κράτησε μόλις εννέα μήνες. Ο ΝτιΜάτζιο δυσκολευόταν να αποδεχθεί τη δημόσια, έντονα σεξουαλική εικόνα της συζύγου του, ενώ η σχέση τους χαρακτηριζόταν από ζήλια, εντάσεις και συγκρούσεις.
Παρά το διαζύγιο, παρέμεινε ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής της. Μετά τον θάνατό της ανέλαβε τις λεπτομέρειες της κηδείας και, σύμφωνα με τις βιογραφικές μαρτυρίες, φρόντιζε να στέλνονται τακτικά κόκκινα τριαντάφυλλα στον τάφο της για περίπου δύο δεκαετίες.
Ο τρίτος σύζυγός της ήταν ο κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ. Παντρεύτηκαν το 1956. Εκείνη αναζητούσε στο πρόσωπό του πνευματική ασφάλεια και αποδοχή· εκείνος έβλεπε πίσω από το χολιγουντιανό είδωλο μια ευάλωτη, περίπλοκη γυναίκα.
Η σχέση τους, όμως, επιβαρύνθηκε από τις αποβολές που υπέστη η Μέριλιν, την ψυχολογική της αστάθεια, την εξάρτησή της από υπνωτικά και ηρεμιστικά και τις δυσκολίες στα γυρίσματα. Χώρισαν το 1961, λίγο μετά την ολοκλήρωση των «Αταίριαστων» – The Misfits, την τελευταία ταινία που ολοκλήρωσε. Το σενάριο είχε γράψει ο ίδιος ο Μίλερ και είχε παρουσιαστεί αρχικά ως ένα κινηματογραφικό «ερωτικό ποίημα» για εκείνη.
Οι διάσημοι δεσμοί και οι φήμες
Πέρα από τους τρεις γάμους της, οι βιογραφίες της Μέριλιν τη συνδέουν ερωτικά με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής.
Ανάμεσά τους αναφέρονται ο σκηνοθέτης Ηλίας Καζάν, ο Μάρλον Μπράντο, ο Φρανκ Σινάτρα και ο Γάλλος ηθοποιός Ιβ Μοντάν, με τον οποίο συμπρωταγωνίστησε το 1960 στο «Έλα να Αγαπηθούμε» – Let’s Make Love. Στην περίπτωση του Μοντάν, οι φήμες για σχέση ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όταν και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Εκείνος με τη Σιμόν Σινιορέ και η Μέριλιν με τον Άρθουρ Μίλερ.
Ωστόσο, κανένας δεσμός δεν απέκτησε τη μυθική, σχεδόν πολιτική διάσταση της σχέσης που της αποδόθηκε με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.
«Happy Birthday, Mr. President»
Στις 19 Μαΐου 1962, περίπου 15.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης για μια εκδήλωση συγκέντρωσης χρημάτων του Δημοκρατικού Κόμματος και για τον εορτασμό των 45ων γενεθλίων του Τζον Κένεντι.
Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν εκείνο το βράδυ ήταν η Μαρία Κάλλας, η Έλα Φιτζέραλντ, ο Χάρι Μπελαφόντε, η Σίρλεϊ ΜακΛέιν και ο Τζακ Μπένι. Όμως όλοι σχεδόν ξεχάστηκαν όταν στη σκηνή εμφανίστηκε η Μέριλιν.
Φορούσε ένα εφαρμοστό, σχεδόν διάφανο φόρεμα στο χρώμα του δέρματος, κεντημένο με χιλιάδες λαμπερά κρύσταλλα. Με την ανάσα της να ακούγεται ανάμεσα στις λέξεις και τη φωνή της χαμηλή, αισθησιακή και σχεδόν προσωπική, τραγούδησε:
«Happy Birthday, Mr. President…»
Δεν έμοιαζε με ένα συνηθισμένο τραγούδι γενεθλίων. Έμοιαζε με δημόσιο ερωτικό υπονοούμενο μπροστά στην πολιτική και καλλιτεχνική ελίτ της Αμερικής.
Ο Κένεντι ανέβηκε αργότερα στη σκηνή και αστειεύτηκε ότι, ύστερα από μια τόσο «γλυκιά και αγνή» εκτέλεση του τραγουδιού, θα μπορούσε πλέον να αποσυρθεί από την πολιτική. Η ειρωνεία του έκανε το κοινό να ξεσπάσει σε γέλια και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις φήμες.
Υπήρξε πραγματικά σχέση με τον Κένεντι;
Η απάντηση δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη.
Δεν υπάρχει αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση μιας μακροχρόνιας ερωτικής σχέσης. Υπάρχουν, όμως, μαρτυρίες βιογράφων και ανθρώπων του περιβάλλοντός της ότι η Μέριλιν και ο Τζον Κένεντι συναντήθηκαν αρκετές φορές.
Ο βιογράφος Ντόναλντ Σπότο υποστήριξε ότι συναντήθηκαν τέσσερις φορές και ότι πιθανότατα υπήρξε μία ερωτική συνεύρεση, τον Μάρτιο του 1962, σε σπίτι του Μπινγκ Κρόσμπι στην Καλιφόρνια. Η μαρτυρία αυτή προερχόταν από τον μασέρ και φίλο της Μέριλιν Ραλφ Ρόμπερτς, ο οποίος έλεγε ότι η ίδια δεν αντιμετώπισε το περιστατικό ως μια μεγάλη σχέση.
Υπάρχουν επίσης ισχυρισμοί ότι συνδέθηκε και με τον υπουργό Δικαιοσύνης Ρόμπερτ Κένεντι, αδελφό του προέδρου. Οι ισχυρισμοί αυτοί επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, αλλά παραμένουν περισσότερο στο πεδίο των μαρτυριών, των βιογραφικών αφηγήσεων και των φημών παρά της αδιαμφισβήτητης ιστορικής απόδειξης.
Από τη βραδιά του Madison Square Garden έχει διασωθεί μία από τις ελάχιστες και πιθανότατα η μοναδική γνωστή, φωτογραφίες στην οποία εμφανίζονται μαζί η Μέριλιν, ο Τζον Κένεντι και ο Ρόμπερτ Κένεντι. Τραβήχτηκε στο πάρτι που ακολούθησε από τον επίσημο φωτογράφο του Λευκού Οίκου, Σέσιλ Στόουτον.
Οι «Αταίριαστοι» και η ανολοκλήρωτη τελευταία ταινία
Η τελευταία ολοκληρωμένη ταινία της ήταν οι «Αταίριαστοι» του Τζον Χιούστον, με τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Μοντγκόμερι Κλιφτ και τον Ίλαϊ Γουόλακ. Ήταν επίσης η τελευταία ολοκληρωμένη ταινία του Κλαρκ Γκέιμπλ, ο οποίος πέθανε λίγες ημέρες μετά το τέλος των γυρισμάτων.
Το 1962 η Μέριλιν άρχισε να γυρίζει την κωμωδία «Something’s Got to Give». Οι επανειλημμένες απουσίες, οι καθυστερήσεις, τα προβλήματα υγείας και η εξάρτησή της από φάρμακα οδήγησαν τη Fox να τη διώξει προσωρινά από την παραγωγή.
Παρά τα προβλήματα, οι εικόνες της από τη σκηνή όπου κολυμπούσε γυμνή σε μια πισίνα προκάλεσαν τεράστια δημοσιότητα. Η ταινία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ήταν το τελευταίο κινηματογραφικό πλατό στο οποίο εμφανίστηκε.
Η γυναίκα πίσω από το σύμβολο
Η Μέριλιν δεν ήταν απλώς η «ξανθιά βόμβα» που κατασκεύασε το Χόλιγουντ. Διάβαζε λογοτεχνία, έγραφε ποιήματα και σημειώσεις, ενδιαφερόταν για την υποκριτική μέθοδο και πάλεψε να αποκτήσει έλεγχο στην καριέρα της.
Ήταν επίσης μια γυναίκα που έζησε με κατάθλιψη, αϋπνίες, επώδυνες αποβολές, βαθιά ανασφάλεια και εξάρτηση από συνταγογραφούμενα φάρμακα. Πίσω από τη λαμπερή δημόσια εικόνα παρέμενε το κορίτσι που είχε μεγαλώσει χωρίς σταθερή οικογένεια και αναζητούσε διαρκώς επιβεβαίωση, προστασία και αγάπη.
Δεν προτάθηκε ποτέ για Όσκαρ. Κι όμως, λίγοι ηθοποιοί του 20ού αιώνα άφησαν τόσο αναγνωρίσιμη εικόνα και τόσο ισχυρό αποτύπωμα στη λαϊκή κουλτούρα. Η κωμική της ακρίβεια, η εύθραυστη παρουσία της και η ικανότητά της να μετατρέπει την κάμερα σε προσωπικό εξομολογητή εξακολουθούν να γοητεύουν γενιές θεατών.
Στις 8 Αυγούστου 1962, η Μέριλιν Μονρόε κηδεύτηκε σε στενό κύκλο στο νεκροταφείο Westwood Village Memorial Park του Λος Άντζελες. Την τελετή είχε οργανώσει ο Τζο ΝτιΜάτζιο, αποκλείοντας πολλούς από τους ανθρώπους του Χόλιγουντ που θεωρούσε ότι την είχαν εκμεταλλευτεί.
Πέθανε στα 36 της. Αλλά η εικόνα της με το λευκό φόρεμα, η ανάσα της πριν από το «Mr. President», το βλέμμα της προς την κάμερα και η εύθραυστη φιγούρα πίσω από τους προβολείς εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή τη Μέριλιν.
Όχι πλέον ως γυναίκα. Αλλά ως μύθο.