Νέες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στην Ισπανία η αποκάλυψη της ύπαρξης μιας φερόμενης «μαύρης λίστας» δημοσιογράφων, στην οποία καταγράφονταν οι πολιτικές τους απόψεις και τοποθετήσεις.
Η αποκάλυψη έγινε από την ηλεκτρονική εφημερίδα El Confidencial, η οποία δημοσίευσε χθες ρεπορτάζ σχετικά με την ύπαρξη καταλόγου που περιλαμβάνει τα ονόματα δημοσιογράφων, καθώς και αξιολογήσεις για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πρόκειται για ένα αρχείο στο οποίο περιλαμβάνονται δεκάδες εν ενεργεία δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων συντάκτες και γνωστοί αρθρογράφοι. Σκοπός του, όπως αναφέρει η εφημερίδα, ήταν η παρακολούθηση των πολιτικών τους πεποιθήσεων.
Το έγγραφο φέρεται να είχε συνταχθεί μυστικά και να περιείχε μεγάλο αριθμό καταχωρίσεων για δημοσιογράφους. Οι καταχωρίσεις συνοδεύονταν από φωτογραφίες, αλλά και σχόλια σχετικά με το δημοσιογραφικό τους έργο και τις πολιτικές τους θέσεις.
Μεταξύ των χαρακτηρισμών που, σύμφωνα με την El Confidencial, περιλαμβάνονταν στο αρχείο ήταν οι εξής:
- «Αμφιλεγόμενος δημοσιογράφος»
- «Ανεξάρτητος»
- «Συντηρητική τάση»
- «Ακροδεξιός»
- «Παραπληροφόρηση»
- «Σαφώς αριστερός και φιλοκυβερνητικός»
- «Πιο μαχητικός τελευταία»
- «Ακροδεξιά ιδεολογία»
Η δημοσίευση της ύπαρξης του συγκεκριμένου αρχείου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από δημοσιογραφικές ενώσεις και πολιτικά κόμματα.
Η Ομοσπονδία Δημοσιογραφικών Ενώσεων της Ισπανίας (FAPE) καταδίκασε έντονα την πρακτική, κατηγορώντας το υπουργείο Εσωτερικών ότι εισήγαγε «ένα στοιχείο παρακολούθησης και πιθανών αντιποίνων».
Η FAPE υποστήριξε ότι μια τέτοια πρακτική είναι «ασύμβατη με το κράτος δικαίου» και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την άσκηση της δημοσιογραφίας, ιδιαίτερα της δημοσιογραφίας που ασκεί κριτική στην εξουσία.
«Σε μια δημοκρατική κοινωνία, κανένας κρατικός φορέας δεν νομιμοποιείται να απαριθμεί, να κατηγοριοποιεί ή να περιγράφει την ιδεολογία των δημοσιογράφων, καθώς αυτό συνιστά άμεση επίθεση στην ελευθερία του Τύπου», τόνισε η FAPE.
Στο θέμα παρενέβη και το Λαϊκό Κόμμα (PP), το μεγαλύτερο κόμμα της ισπανικής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το PP κατηγόρησε το υπουργείο Εσωτερικών ότι «στοχοθετεί δημοσιογράφους» και συνέδεσε την υπόθεση με την αποτυχία του υπουργείου να προβλέψει την κρίση στη Θέουτα, όταν περισσότεροι από 70.000 μετανάστες εισήλθαν από το Μαρόκο στις 30 και 31 Ιουλίου.
«Αυτό το υπουργείο είχε μια μαύρη λίστα δημοσιογράφων για να στοχοθετήσει και να στιγματίσει, η οποία μας γυρίζει πίσω σε μια περασμένη εποχή στην οποία δεν πρέπει να επιστρέψουμε», δήλωσε η εκπρόσωπος του PP, Έστερ Μουνιόθ.
Με τη συγκεκριμένη αναφορά, η Μουνιόθ παρέπεμψε στην 36χρονη δικτατορία του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, αφήνοντας αιχμές για πρακτικές που παραπέμπουν σε μια σκοτεινή περίοδο της ισπανικής ιστορίας.
Η απάντηση του υπουργείου Εσωτερικών
Από την πλευρά του, το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών επιχείρησε να υποβαθμίσει την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι ο επίμαχος κατάλογος αποτελούσε «ένα εσωτερικό έγγραφο».
Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου, το αρχείο είχε δημιουργηθεί το 2024, αποκλειστικά «για συμβουλευτικούς σκοπούς» και «χωρίς καμία πρόθεση επιβολής λογοκρισίας ή περιορισμού του έργου των δημοσιογράφων».
Παράλληλα, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ εξέφρασε τη λύπη της για το περιεχόμενο του εγγράφου. «Ζητούμε συγγνώμη από τους επαγγελματίες που μπορεί να ένιωσαν προσβεβλημένοι από το περιεχόμενο του εγγράφου και από ορισμένα σχόλια», ανέφερε χαρακτηριστικά η ανακοίνωση του υπουργείου.
Η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει ευρύτερη συζήτηση στην Ισπανία σχετικά με τα όρια μεταξύ της εσωτερικής αξιολόγησης κυβερνητικών υπηρεσιών και της ελευθερίας του Τύπου, ιδιαίτερα όταν κρατικοί φορείς καταγράφουν και κατηγοριοποιούν δημοσιογράφους με βάση τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.