Παρά τις σημαντικές προόδους που έχουν καταγραφεί στην ισότητα των φύλων, η βία κατά των γυναικών εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις στην Ευρώπη. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν ότι το πρόβλημα παραμένει εξαιρετικά εκτεταμένο, χωρίς ουσιαστική βελτίωση την τελευταία δεκαετία.
Σύμφωνα με πανευρωπαϊκή έρευνα, σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες στην ΕΕ έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία ή έχει δεχθεί απειλές μετά την ηλικία των 15 ετών. Πρόκειται για περίπου 50 εκατομμύρια γυναίκες, με τα ευρήματα να βασίζονται σε περισσότερες από 114.000 συνεντεύξεις.
Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα ποσοστά παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα πριν από δέκα χρόνια. Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, ο στόχος του ΟΗΕ για την εξάλειψη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών έως το 2030 δεν θεωρείται πλέον ρεαλιστικός, καθώς με τους σημερινούς ρυθμούς η επίτευξή του μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά βίας κατά των γυναικών. Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΕ του 2024, η επικράτηση φτάνει το 57% στη Φινλανδία, το 52% στη Σουηδία και το 47% στη Δανία, ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 30,7%.
Οι χώρες αυτές συγκαταλέγονται στις πιο ανεπτυγμένες παγκοσμίως και βρίσκονται σταθερά στις πρώτες θέσεις των δεικτών ισότητας των φύλων. Το λεγόμενο «σκανδιναβικό παράδοξο» αμφισβητεί την αντίληψη ότι η ανάπτυξη και η ισότητα αρκούν από μόνες τους για τη μείωση της βίας, δείχνοντας πως απαιτούνται βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές.
Ένα πρόβλημα που επιδεινώνεται και παραμένει παγκόσμιο
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ακολουθεί ένα ανησυχητικά σταθερό μοτίβο σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας περιγράφει τη βία κατά των γυναικών ως ζήτημα δημόσιας υγείας «διαστάσεων πανδημίας».
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του, που δημοσιεύθηκαν το 2025, περίπου το 30,4% των γυναικών παγκοσμίως – δηλαδή γύρω στα 840 εκατομμύρια άτομα – έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία κάποια στιγμή στη ζωή τους.
Τα ποσοστά αυτά παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Ο ΠΟΥ σημειώνει ότι οι πρόσφατες μειώσεις είναι ελάχιστες και ανεπαρκείς, με την πρόοδο να χαρακτηρίζεται «πολύ αργή» και «σαφώς ανεπαρκής».
Την ίδια στιγμή, οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος πιθανότατα είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς πολλές γυναίκες δεν αποκαλύπτουν περιστατικά βίας στις έρευνες, ενώ μορφές όπως η ψυχολογική κακοποίηση, ο καταναγκαστικός έλεγχος, η οικονομική βία και η διαδικτυακή παρενόχληση καταγράφονται ελλιπώς ή καθόλου στα επίσημα στατιστικά.
Το χάσμα ανάμεσα στη γνώση και την πράξη
Η πραγματικότητα της βίας κατά των γυναικών παραμένει εξαιρετικά ανησυχητική, ωστόσο η ρεαλιστική αποτύπωσή της δεν σημαίνει και παραίτηση. Αντίθετα, η έκταση του προβλήματος απαιτεί πολύ πιο φιλόδοξες και συντονισμένες πολιτικές παρεμβάσεις.
Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δείχνουν ότι ο στόχος του ΟΗΕ για την εξάλειψη κάθε μορφής βίας έως το 2030 έχει αποτύχει ή είναι ανέφικτος. Αυτό που αναδεικνύουν είναι το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη φιλοδοξία του στόχου και στην πραγματική κλίμακα και συνοχή των σημερινών προσπαθειών.
Υπάρχουν ήδη αποδεδειγμένα εργαλεία πρόληψης, όπως το πλαίσιο RESPECT του ΠΟΥ, που συνδυάζει στρατηγικές για την ενδυνάμωση των γυναικών, την αλλαγή κοινωνικών αντιλήψεων, τη βελτίωση των υπηρεσιών υποστήριξης και την αντιμετώπιση της φτώχειας.
Ωστόσο, καμία μεμονωμένη προσέγγιση δεν αρκεί. Η αποτελεσματική πρόληψη απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων σε ατομικό, κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο, με στόχο μετρήσιμη μείωση της βίας στον πληθυσμό.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης, αλλά το χάσμα ανάμεσα στις δεσμεύσεις και την εφαρμογή, καθώς και η ανεπαρκής χρηματοδότηση, πολιτική βούληση και λογοδοσία.
Μια κρίση επιπέδου πανδημίας
Η προθεσμία του 2030 ενδέχεται ήδη να είναι δύσκολο να επιτευχθεί, όμως ο ίδιος ο στόχος δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί, καθώς πρόκειται για ένα πρόβλημα που επηρεάζει εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα πολιτική προτεραιότητα. Όπως και σε άλλες μεγάλες υγειονομικές κρίσεις, απαιτούνται συντονισμένη επιστημονική προσέγγιση, επαρκής χρηματοδότηση και διεθνής συνεργασία.
Το «σκανδιναβικό παράδοξο» δείχνει ότι η βία δεν μειώνεται αυτόματα με την ανάπτυξη ή την ισότητα. Χρειάζεται στοχευμένη, διαρκής και μετρήσιμη δράση, με ισχυρή πολιτική βούληση και λογοδοσία, ώστε η εξάλειψη της βίας να μετατραπεί από υπόσχεση σε πραγματικότητα.
(Με πληροφορίες από TheConversation)