ΤΟ BLOG
16/12/2015 14:02 EET | Updated 16/12/2016 07:12 EET

Τα«εθνικά θέματα ως άβατο»: επιστροφή στο '90;

Το 2015 μοιάζει πολύ μακριά από αυτά. Είναι όμως; Ο πάλαι ποτέ κραταιός χώρος του ευρωπαϊκού μεταρρυθμισμού είναι σήμερα κατακερματισμένος - μπορεί ωστόσο να επιχαίρει ότι συνέβαλε στη σοσιαλφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της οποίας το περίφημο «κοινωνικό ζήτημα» μοιάζει σήμερα να θεωρείται λήξαν. Στα συμφραζόμενα αυτά, τα λεγόμενα «εθνικά» θέματα δίνουν και πάλι μια πολιτική ευκαιρία στην Ακροδεξιά, να αποστιγματιστεί και να προβάλει ως η πραγματικά συνεπής αντιπολίτευση, στο μόνο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο που θεωρείται ακόμα ανοιχτό.

eurokinissi

Αναγόμενες σε «εθνικά θέματα», και αναζητώντας την εθνική δικαίωση προς τα πίσω, στην Ιστορία, οι σχέσεις της Ελλάδας με τα γειτονικά κράτη ήταν πάντα τα άγια των αγίων της πολιτικής: το πεδίο όπου επιβαλλόταν άνευ όρων η επιταγή της «συνέχειας του κράτους», η κατάργηση της πολιτικής διαφωνίας και η υποχρεωτική ταύτιση της εκάστοτε συμπολίτευσης με την αντιπολίτευση. Η μυστικοποίηση αυτή της εξωτερικής πολιτικής δημιούργησε μέσα στα χρόνια ένα πραγματικό άβατο, όπου μέχρι σήμερα απαγορεύεται διά ροπάλου, ενίοτε κυριολεκτικά, η είσοδος της πολιτικής, της επιστημονικής έρευνας γύρω από τα συναφή ιστορικά θέματα, η όποια διαφωνία. Για τους παραβάτες προβλέπεται ένα ευρύ φάσμα ποινών: από τη λογοκρισία μέχρι τον ηθικό στιγματισμό τους ως «προδότες», που τους αναγκάζει να αυτολογοκρίνονται, και από τη δικαστική τους δίωξη μέχρι τη φυσική βία, που τους υποχρεώνει να φοβούνται. Το διακύβευμα, ωστόσο, υπερβαίνει κατά πολύ την εκάστοτε υπόθεση και τους πρωταγωνιστές.

Η διακομματική κατακραυγή εναντίον του Νίκου Φίλη με αφορμή τις δηλώσεις του για το Ποντιακό, οι αποστάσεις που έσπευσε να πάρει η κυβέρνηση μιλώντας για προσωπικές απόψεις, οι διαδηλώσεις που ζήτησαν την παραίτηση του «προδότη υπουργού» και οι μηνύσεις εναντίον του με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, η μομφή ότι ταυτίζεται με τις θέσεις της Άγκυρας και τον κεμαλισμό, και τέλος η ενοχοποίησή του, από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, για τον ξυλοδαρμό του βουλευτή Γιώργου Κουμουτσάκου από νεοναζί, είναι το πιο πρόσφατο κρούσμα: η υπενθύμιση ότι στα «εθνικά» δεν (πρέπει να) υπάρχει Δεξιά και Αριστερά, και την ίδια στιγμή, η υπόμνηση ότι τα «εθνικά» (πρέπει να) έχουν την απόλυτη προτεραιότητα έναντι όποιου άλλου κοινωνικού ζητήματος, ως το σημείο να ορίζουν αυτά τα πραγματικά όρια Δεξιάς και Αριστεράς. Το βασικό ζήτημα παύει να είναι πια ότι ο Φίλης υποστήριξε το τρίτο Μνημόνιο: το μείζον είναι ότι «εγκατέλειψε» την εθνική θέση. Ισχύει όμως και αντίστροφα: εφόσον ο υπουργός υποστήριξε το Μνημόνιο, είναι προκλητικό να τολμά να εκφράζει δημόσια άλλη θέση από την εθνική.

Η «υπόθεση Φίλη», από αυτή τη σκοπιά, είναι ένα είδος ολικής επαναφοράς στη δεκαετία του '90: στην περίοδο που συγκροτείται ο χώρος του «ευρωπαϊκού μεταρρυθμισμού», καθώς η Ελλάδα επιβιβάζεται στην ταχεία της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και του σοσιαλφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού - αλλά και που η Ακροδεξιά καταφέρνει να βγει από τη ναφθαλίνη, κι από γραφική νοσταλγός των Γλύξμπουργκ ή των Συνταγματαρχών, να αυτοπροβάλλεται πια ως τμήμα του «εθνικού κορμού». Δεν υπάρχει παράδοξο.

Στην αρχή και στο τέλος της, η δεκαετία του '90 σφραγίστηκε από δύο μεγάλα «κινήματα» με (πολύ) έντονα εθνικά χρώματα, τα οποία προσδιόρισαν τα όρια της πολιτικής σύγκρουσης σε ολόκληρη την περίοδο μέχρι και το 2001. Η αρχή έγινε με το Μακεδονικό. Είναι η εποχή που μέλη αριστερών αντιεθνικιστικών οργανώσεων συλλαμβάνονται, δικάζονται και καταδικάζονται για διασπορά ψευδών ειδήσεων, ενώ στην πραγματικότητα μοιράζουν φυλλάδια με τον ανήκουστο ισχυρισμό «Οι γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας». Είναι η ίδια εποχή που ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Εξωτερικών τότε, χαίρεται που η νεολαία παράτησε τις καταλήψεις και «βγήκε στους δρόμους, όχι για κάτι διεκδικητικό, αλλά απλώς για την αγάπη στην πατρίδα». Μερικά χρόνια αργότερα, το 2000, είναι η σειρά των ταυτοτήτων. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος οργανώνει «λαοσυνάξεις» εκατοντάδων χιλιάδων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, διεκδικώντας από τη ΝΔ το ρόλο της πιο «αυθεντικής» αντιπολίτευσης στο σημιτικό εκσυγχρονισμό - και με επιτυχία που επιτρέπει στον Γιώργο Καρατζαφέρη να δοκιμάσει την αυτόνομη παρουσία της Ακροδεξιάς στην πολιτική σκηνή.

Σταθερά της δεκαετίας αυτής, η υποτονική παρουσία στο δημόσιο χώρο αυτού που η Αριστερά θα έλεγε «κοινωνικό ζήτημα». Ακομα και στο σημαντικότερο γεγονός της περιόδου στο οποίο μπόρεσε να δώσει τον τόνο, στις κινητοποιήσεις δηλαδή κατά των «ανθρωπιστικών» βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, την Άνοιξη του 1999, ένα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς (γιατί υπήρξαν και τιμητικές εξαιρέσεις) βρέθηκε να μπερδεύει τον αντιιμπεριαλισμό με τη διακομματική στήριξη στο καθεστώς Μιλόσεβιτς: ήταν τέσσερα μόλις χρόνια μετά την εθνοκάθαρση της Σρεμπρένιτσα, την πιο απωθημένη ίσως πτυχή της «ελληνοσερβικής φιλίας».

Το 2015 μοιάζει πολύ μακριά από αυτά. Είναι όμως; Ο πάλαι ποτέ κραταιός χώρος του ευρωπαϊκού μεταρρυθμισμού είναι σήμερα κατακερματισμένος - μπορεί ωστόσο να επιχαίρει ότι συνέβαλε στη σοσιαλφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της οποίας το περίφημο «κοινωνικό ζήτημα» μοιάζει σήμερα να θεωρείται λήξαν. Στα συμφραζόμενα αυτά, τα λεγόμενα «εθνικά» θέματα δίνουν και πάλι μια πολιτική ευκαιρία στην Ακροδεξιά, να αποστιγματιστεί και να προβάλει ως η πραγματικά συνεπής αντιπολίτευση, στο μόνο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο που θεωρείται ακόμα ανοιχτό.

***

Ο εθνικισμός, έγραφε ο Μπέντεντικτ Άντερσον στις Φαντασιακές Κοινότητες, στάθηκε ικανός να συγχωνεύσει και να συγχωνευτεί με μια μεγάλη ποικιλία πολιτικών και ιδεολογικών μορφωμάτων, κατόρθωσε δηλαδή να επιβάλει τη «γραμματική» και το «συντακτικό» του σε αντίπαλα κινήματα και διαφορετικά πολιτικά προτάγματα: να αναχθεί σε γενική, σχεδόν απόλυτη αρχή νομομοποίησης της πολιτικής - της όποιας πολιτικής. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια: η άλλη μισή είναι ότι ο εθνικισμός αποτελεί την κατεξοχήν κρατική ιδεολογία. Η εθνική παλιγγενεσία της δεκαετίας του '90, με αφορμή το Μακεδονικό, δεν μπορεί να κατανοηθεί αν δεν λάβει κανείς υπόψη τις προσδοκίες για τη νομιμοποίηση ενός απαξιωμένου και τότε πολιτικού συστήματος, μετά και τη ρεαλιστική προσαρμογή του «λαϊκιστικού» ΠΑΣΟΚ - αλλά και τις υποδοχές που δημιούργησαν σε βάθος δεκαετιών ο κρατικός αντισλαβισμός και αντικομμουνισμός, οι ιδεολογίες δηλαδή που καθόρισαν τις αντιλήψεις περί «εθνικών θεμάτων», τόσο στην κοινωνία, όσο και σε όλη την κλίμακα της διοίκησης*.

Τα ίδια ισχύουν και για τα άλλα «εθνικά θέματα», που διαχρονικά θεωρούνται πολύ σοβαρά για να επηρεάζονται από ιδεολογικές διαφορές, πολιτικούς ανταγωνισμούς ή κυβερνητικές ασυνέχειες. Είναι όμως αυτή ακριβώς η συνθήκη, η αποπολιτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και η υπερπολιτικοποίηση της Ιστορίας, που επιτρέπει στην Ακροδεξιά να υποδύεται τη «συνεπή» Φωνή του Έθνους και να ορίζει αυτή το περιεχόμενο της αυθεντικής εθνικής ταυτότητας, με όρους αποκλειστικά παρελθοντικούς. Κι είναι η ίδια συνθήκη που, περιορίζοντας ασφυκτικά την ελευθερία της έκφρασης και της επιστημονικής έρευνας, περιορίζει επίσης το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης, συγκαλύπτει δηλαδή κοινωνικές αντιθέσεις με εκρηκτικές διαστάσεις.

Η «υπόθεση Φίλη» έδειξε ότι, μπροστά στο άβατο των «εθνικών θεμάτων», μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί, ευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές, μοιράζονται, παρά τις υπαρξιακές τους διαφορές, την ίδια κατάνυξη. Ακούγεται πιο λογικό, οι Τούρκοι να έκαναν στους Πόντιους ό,τι οι ναζί στους εβραίους, δηλαδή γενοκτονία - διότι αν είχαν κάνει εθνοκάθαρση, τότε θα μπορούσαν να είναι και φίλοι μας.

*Γιώργος Καλπαδάκης, «Το Μακεδονικό Ζήτημα 1962-1995. Από τη σιωπή στη λαϊκή διπλωματία», Πρόλογος: Θάνος Βερέμης, Καστανιώτης, Αθήνα 2012 σελ. 36

Tο κείμενο αποτελεί μέρος εισήγησης που θα πραγματοποιηθεί στα πλαίσια του συνεδρίου «Λογοκρισίες στην Ελλάδα», στις 17-19 Δεκεμβρίου. Δείτε αναλυτικά το πρόγραμμα στην ιστοσελίδα του Συνεδρίου.