Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Εύα Κουμαριανού, έχει ζήσει όχι μία αλλά πολλές ζωές. Γεννήθηκε ως Κωνσταντίνος στη Νίκαια του Πειραιά. Πατέρα δεν γνώρισε ποτέ. Αυτή είναι η ζωή της.
Μέχρι τον Ιούνιο εμφανίζεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στο θρυλικό, πλέον, club «Κούκλες», το οποίο συμπληρώνει φέτος 32 χρόνια λειτουργίας και το έχουν επισκεφτεί από την Άννα Βίσση μέχρι την Τίλντα Σουίντον. «Εγώ κάνω όλες τις συγχωρεμένες, Γκρέυ, Σακελλαρίου, Μαρινέλλα– τη θεά μου-, Μίλβα. Τις αγαπώ όλες και τις αντιγράφω. Την είχα γνωρίσει τη Μαρινέλλα όταν ήμουν χορευτής. Ήταν στο Stork με τον Καλογιάννη. Φεύγαμε από το θέατρο, το “Μινώα” και πηγαίναμε στα μπουζούκια και πλασιώναμε τη Μαρινέλλα στο “Σήμερα” σε χορογραφίες του Παπάζογλου. Άμα έβλεπε στην πίστα τραβεστί… το καλύτερό της. “Τρελαίνομαι, τρελαίνομαι” έλεγε».
Για τη σοβαρή περιπέτεια υγείας που πέρασε: Του Αγίου Αντωνίου, ξεκινώντας να πάει στη γιορτή του φίλου και συνεργάτη της, Αντώνη Μποσκοΐτη, έχασε τις αισθήσεις της και έμεινε αναίσθητη στον δρόμο για πέντε ώρες. Ο κόσμος που περνούσε δεν έδινε σημασία, μέχρι που την περιμάζεψε ένας οδηγός ταξί και ειδοποίησε το 166. «Για τρεις μέρες δεν είχε, λέει, τις αισθήσεις της και δεν της έδινε κανένας σημασία. Μέχρι που την αναγνώρισε μια νοσηλεύτρια που την είχε δει να παίζει στα “Εγκλήματα”. «Μου παίρνει την πίεση, 21. Έφευγα».
Για καλή της τύχη, την αναγνώρισε και η Ματίνα Παγώνη. «Με έβαλε μόνη μου, σε πριβέ δωμάτιο, είχα τον καλύτερο γιατρό, τον κύριο Σπύρου, τον λατρεύω. Μου έδωσε και κάρτα απορίας, έτσι έκανα εξωτερικές εξετάσεις σε κλινικές που θα έδινα μπορεί και 500 ευρώ» αποκαλύπτει η Εύα Κουμαριανού.
«Δεν σκεφτόμουν τίποτα τότε. Μη σου πω ότι ήθελα να φύγω κιόλας. Δεν είχα μυαλό, δεν τα σεβάστηκα τα λεφτά. Πέταγα τα λεφτά τσαλακωμένα στην τσάντα, πήγαινα σπίτι και τα σιδέρωνα και περίμενα να ανοίξει το πρωί το Sotris να πάρω τουαλέτες. Ήμουν η πιο καλοντυμένη τρανς».
Τα παιδικά χρόνια της Εύας Κουμαριανού δεν είχαν χαρά. Μόνο πόνο. Πριν καν μπει στην εφηβεία, για μια μικροκλοπή οδηγήθηκε στις φυλακές ανηλίκων: «Εκεί με έβαλαν σε έναν θάλαμοι που ήταν 50 άτομα, και εγώ το μόνο παιδάκι 11 χρονών. Εκεί ήταν ένας Πόντιος που με έβλεπε έξω και μου κόλλαγε. Δεν είχα κάνει ποτέ “επαφή” ποτέ. Έρχεται και μου λέει “για να μην πω ότι είσαι κύναιδος και σε βάλουν απομόνωση, θα έρχεσαι κάθε βράδυ. Τρεις η ώρα με ξυπνάει και με βιάζει. Το τι πόνο τράβηξα, τι κλάμα, να δαγκώνω τα χέρια μου και να τα έχω ματώσει. Κάθε βράδυ τραβούσα αυτό το μαρτύριο. Κάθε βράδυ. Έτσι γνώρισα τον έρωτα».
Εύα Κουμαριανού: «Έπαιρνα κρυφά το φόρεμα της Μαρίας Ιωαννίδου από το “Μαριχουάνα Στοπ” και έβγαινα στην πιάτσα»
Αν και η μητέρα της ήθελε το παιδί της να γίνει ηλεκτρολόγος, εκείνο ονειρευόταν να γίνει χορευτής, πριν ακόμα σκεφτεί να αλλάξει φύλο. Η συνεργασία με τον Βαγγέλη Σειληνό και την, τότε σύντροφό του, Μαρία Ιωαννίδου έφερε θεατρικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις, όπως το «Μαριχουάνα Στοπ». Στη θεατρική εκδοχή, η Μαρία Ιωαννίδου «φορούσε ένα μίνι φόρεμα με φραμπαλάδες. Αυτό το φόρεμα κάθε Δευτέρα που είχαμε αργία το έπαιρνα και έβγαινα στην πιάτσα. Μια φορά της το πήγα λερωμένο και μόλις το είδε άρχισε να φωνάζει, αλλά δεν είχε καταλάβει ότι ήμουν εγώ.
Με αγαπούσε πολύ, μου έδινε λεφτα να της πληρώσω το ρεύμα. Μια φορά το ξέχασα και της κόπηκε εκεί που έκανε μπάνιο και ήρθε έξαλλη στο θέατρο. Ερχόταν να τη δει και ο Φρέντυ Γερμανός με τη Ναταλία Γερμανού- τότε είχαν αρχίσει να τα ψιλοφτιάχνουν. Ένα κουκλάκι ήταν, με κοτσιδάκια. Μια φορά μου είπαν να την κατεβάσω κάτω να τη βάλω σε ταξί για να φύγει. Την αγαπάω πολύ τη Γερμανού» παραδέχεται η Εύα Κουμαριανού.
Για ένα μεγάλο διάστημα συνδύαζε τον χορό, που παρέμενε η μεγάλη της αγάπη, μαζί με τη «Συγγρού». Δεν ήταν κάτι που απολάμβανε αλλά τα χρήματα που έβγαζε εκεί ήταν πολλαπλάσια. Εν τω μεταξύ είχε ήδη ξεκινήσει τις ορμονοθεραπείες. «Χόρευα στο θέατρο και ήμουν σαν τη “Νεράιδα και το Παλικάρι”, δύο σε ένα».
Ακολουθεί το «Ερωτοδικείο» της Βίκυς Μιχαλονάκου, που τη φέρνει σε επαφή με τον καλτ πλευρά της τηλεόρασης, που είχε κάνει μεγάλη επιτυχία στα 90’s. «Η πρώτη φορά που μάλωσα ήταν με την Ελένη Λουκά. Έκανα τη Μίλβα και είπε ότι είναι καλό το σόου αλλά είμαι άντρας. Και άρχισα να την κυνηγάω γύρω γύρω. Όπου και να πήγαινα, δεν χρειαζόταν να με κουρδίσουν, τα έπαιρνα από μόνη μου. Στο Extra έπαιρνα ένα χιλιάρικο τον μήνα για να τσακώνομαι». Εκτός από τα «Εγκλήματα», εμφανίστηκε στους «Δύο Ξένους», συνεργάστηκε με τον Χάρη Ρώμα, έπαιξε στον κινηματογράφο. «Για το ντοκιμαντέρ “Μαμά γύρισα” πήρα 30 βραβεία» καμαρώνει η Εύα Κουμαριανού.
Όταν κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία της, ο Αντώνης Μποσκοΐτης, της πρότεινε να τη μεταφέρουν στο θέατρο ως μονόλογο. Την επόμενη σεζόν, ανεβαίνει ξανά, ως κανονική παράσταση αυτή τη φορά και μάλιστα, όπως παραδέχεται βρίσκονται σε συζητήσεις με τον Γιώργο Κιμούλη. «Τον λατρεύω, είναι πάρα πολύ καλό παιδί. Δεν ξέρω τι έχει κάνει, δεν με ενδιαφέρει, εμένα μου έχει φερθεί άψογα».
«Μία περίοδο, στα 69 μου- τώρα είμαι 72-, έμπλεξα με ναρκωτικά. Έπιασα πάτο. Αλλά επειδή είμαι Κριάρι, βγήκα ξανά στην επιφάνεια και πέταξα όλη τη λάσπη από πάνω μου. Ήταν η κατάρα της μάνας μου: Λεφτά να πιάνεις και χώμα να γίνονται».
«Ναι, νιώθω μοναξιά αλλά μου αρέσει μόνη μου» παραδέχεται λίγο πριν από το τέλος η Εύα Κουμαριανού. «Έτσι όπως πέρασα, δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλά θα ήθελα να φύγω μια και έξω. Πώς θέλω να με θυμούνται; Έναν χαμογελαστό άνθρωπο, τη χαρά τη ζωής. 100 πρόσωπα έχω, το ένα είναι δικό μου και τα άλλα 99 από τις αρτίστες που υποδύομαι. Αλλά δεν διαβεβαιώνω πως και τα 100 είναι ολόδικά μου».